19 Νοεμβρίου 2013

Απόστολος Λαγαρίας - Παλέρμο επί Πέντε




















Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το εξηκοστό τρίτο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων, το οδοιπορικό: “Παλέρμο επί Πέντε” του Απόστολου Λαγαρία.



Μια ιστορία και μια διαπίστωση [Απόστολος Θηβαίος]

«Κατοικούσε στο μοτέλ Bancanazio στο κέντρο του Παλέρμο. Εκεί συχνάζουν οι μετανάστες. Πολλοί από αυτούς κατάγονται από τις κεντρικές, αφρικανικές χώρες. Φθάνουν στην Ιταλία από όλες τις μεριές του κόσμου, ρακένδυτοι, όψεις κατατρεγμένες, με τη μυρωδιά της θαλάσσης. Εκείνος κατοικούσε στο μοτέλ Bancanazio αρκετά χρόνια πριν. Τότε το οίκημα ήταν φροντισμένο, τίποτε το γερασμένο και το μυστηριώδες στην πρόσοψή του. Τότε το μοτέλ ήταν μια αριστοκρατική επιλογή για τους ταξιδιώτες και λάμβαναν χώρα υπέροχες χοροεσπερίδες του δικαστικού συλλόγου και άλλων ακαδημαϊκών κοινοτήτων, μ΄αυστηρά επιλεγμένα μέλη. Ήταν κατάφωτο τότε το ξενοδοχείο Bancanazio και ο ναός στη δυτική του πρόσοψη προσέδιδε στο κτίσμα μια μεταφυσική, χριστιανική άχλυ, στοιχείο εξαίσιας σπουδαιότητας για τα κοινωνικά πρότυπα του Παλέρμο. Το διάγραμμα ενός σπιτιού και μια κρήνη, με ανάγλυφες λεπτομέρειες στο κέντρο του πλαισίου, με το βάθος και την αύρα της θεοσέβειας. Η κρήνη έχει πάψει από καιρό να φέρνει νερό. Οι πηγές έχουν στερέψει και απομένει μόνο η θεατρικότητα ενός πεπαλαιωμένου ρεαλισμού που είναι βεβαίως ατόφια ο χαρακτήρας και το ύφος της πόλεως. Η ξύλινη, βαριά θύρα παραμένει ερμητική, κατάστιχτη από συνθήματα και εμβλήματα αφρικανικών, πολιτικών συλλόγων, με κύριο μέλημά τους την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίως όσων καταφτάνουν από την Ερυθρά και άλλες φτωχότατες επαρχίες της ηπείρου. Κάποια χρόνια πριν, η επιγραφή Bancanazio φωτιζόταν με πορφυρό, ζωντανό χρώμα. Όμως τώρα πια οι επιγραφές σβηστήκαν και έτσι κανείς δεν αναγνωρίζει την ονομασία του θρυλικού, εκείνου κτίσματος. Εκεί έζησε, λοιπόν ένας σπουδαίος ζωγράφος, με γνώσεις αρχιτεκτονικής και χρώματος. Ο ίδιος αυτός καλλιτέχνης εργάστηκε για έτη στην αναστύλωση της εκκλησίας του Σαν Κατάλντο, στην πλατεία Μπενίνι του Παλέρμο. Εκείνος μερίμνησε για την αποκατάσταση του αρχικού ύφους και της λιτότητας του ναού. Η εργασία αυτή τον απασχόλησε για χρόνια, αποκόπτοντάς τον οριστικά από την τέχνη της προσωπογραφίας, με την οποία τόσο γνωστός κατέστη στους κύκλους της ιταλικής αριστοκρατίας. Ευπατρίδες, νεαρές καλλονές, κορίτσια των ναύλων, ναύτες και εργάτες του Παλέρμο αποτέλεσαν για έτη το βασικό υλικό για τα ζαχαρένια εικονίσματα του δημιουργού. Ζαχαρένια, καθώς ο ίδιος φρόντιζε να στρώνει μια αποχρώσα συχνότητα του λευκού στις όψεις και τα δράματά του, έτσι ώστε ετούτα να αποκτούν με την ωριμότητα του χρώματος, μια θολή, αναμνησιακή αισθητική. Πέρα όμως από ετούτα, η κάτασπρη επίστρωση φρόντιζε με επιμέλεια τις διαστρωματώσεις των προσωπογραφιών, καθιστώντας αυτές ανθεκτικές στο πέρασμα των ετών και τη φθορά που επιφέρουν. Ο καλλιτέχνης τ΄όνομα του οποίου λησμονείται στους καταλόγους και τα μητρώα της πόλεως, μερίμνησε με τρυφερότητα για την ανάδειξη του ψαμίτη που με πληθωρικότητα επενδύει στα τειχία της εκκλησίας. Ακόμη επέδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τη διέλευση του φωτός, σε όλα τα επίπεδα και στις θολωτές καμάρες καθενός από τους τρεις τρούλους. Και δεν άφησε πουθενά το όνομα και το γένος του, καθώς συνήθιζαν να πράττουν οι τεχνίτες σε ανάλογες περιστάσεις. Μονάχα φιλοτέχνησε μια παράταιρη σύνθεση, ολότελα ξένη προς την καθολική ευσέβεια. Επέλεξε ένα αδιόρατο σημείο, σε έναν από τους κορινθιακούς κίονες που συγκρατούν τον ευρύχωρο γυναικωνίτη. Εκεί ζωγράφισε το θυμό του Αχιλλέα, ένα έργο μοντέρνο και ερωτικό που είναι πολύ πιο ανθρώπινο από τις τραχιές, θεολογικές φιγούρες των μοναχών Βενεδικτίνων και των άλλων δημοφιλών αγίων, με τα σύμβολα και την αισθητική του λειψάνου.Ο Αχιλλέας έφερε μοντέρνα ενδυμασία, νεωτερική θα μπορούσαν να την χαρακτηρίσουν πριν από χρόνια οι πιο ακραίοι θεωρητικοί του χρωστήρα. Ακόμη ο Αχιλλέας ακουμπούσε σε ένα ξύλινο τραπέζι και είχε στο χέρι του ένα κλωνί φρέζιες και τα χαμηλωμένα του φτερά, δίχως να στρέφει το βλέμμα του στον Πάτροκλο και συγκρατώντας τους ερυθρούς, ολοζώντανους, προπατορικούς καρπούς. Ο άνδρας πέθανε πριν από αιώνες. ‘Εκτοτε η τέχνη ησύχασε, εξελίχθηκε δίχως παραφορά. Ο Αχιλλέας επέστρεψε νεκρός στη Φθία και η Νέα Αγχίαλος απέκτησε την όψη μιας σύγχρονης κωμοπόλεως. Επισημαίνεται πως εκείνο το παραμύθι, εκείνη η σύλληψη περιφρονήθηκε μες στον εκσυγχρονισμό της τέχνης, οι προσωπογραφίες και οι μικρογράφοι κατέντησαν αναχρονιστικοί και οι έρωτες, όπως του Αχιλλέα σκιές, μια φτώχια επιβλητική της αστικής ψυχής μας. Ακόμη, σφραγίστηκαν πολλά από τα παράθυρα που κοιτούν στην οδό του Παλέρμο, αποδίδοντας στο Bancanazio την αίσθηση του ερρειπιώνα.»

Το είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας συνιστά μια ιδιαιτερότητα για την τέχνη του λόγου. Και τούτο διότι μεταστοιχειώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον από τη φαντασίωση στο ρεαλισμό. Με τούτο τον τρόπο ο λόγος καθίσταται το μέσο για τη νοητική παρουσία του προσώπου στους χώρους της εκθέσεως. Τα ταξιδιωτικά, συνιστώντας ένα κολάζ εμπειριών, τοπωνύμιων, προσώπων και περιόδων μπορούν να μεταδώσουν τα κοινωνικά και πολιτιστικά ιδεώδη ενός τόπου, άλλοτε γλαφυρά και άλλοτε πάλι στηριγμένα σε ποικίλες εξειδικεύσεις. Η οπτική του προσώπου που καταγράφει τις ταξιδιωτικές εμπειρίες θα μεταδοθεί με επάρκεια υπακούοντας πάντοτε στο βαθμό του καλλιτεχνικού τάλαντου. Και στην περίπτωση του Απόστολου Λαγαρία ετούτο αφθονεί. Με μια σύγχρονη, επικαιροποιημένη καταγραφή του Παλέρμο και των αφορμών, οι οποίες τον οδήγησαν στον ιταλικό νότο κατορθώνει να καταστρώσει ένα εξαίσιο λεύκωμα λόγου και εικόνας. Την ώρα που διακρίνεται η υγεία του λόγου και της παρατήρησής του, ο Λαγαρίας γεωμετρεί με το φωτογραφικό φακό το Παλέρμο, εισφέροντας στην αισθητική μας τόσο την τρυφερή, όσο και την εκσυγχρονισμένη όψη της ιταλικής πόλης. Η έμπνευση που οδηγεί τα ταξιδιωτικά του Λαγαρία, δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ανταποδοτικά, καθιστώντας κάθε μια φωτογραφική λήψη, ένα κείμενο που δεν καταγράφηκε, μια ιστορία που δεν ειπώθηκε, τη φαντασία που δεν πτοήθηκε από τον όποιον ρεαλισμό. Με αφορμή ετούτο το στοιχείο η ιστορία που προηγείται. Ως ευχαριστία κυρίως, στην εξαιρετική, ταξιδιωτική εργασία του Θεσσαλονικού Απόστολου Λαγαρία.

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης επισημαίνει πως είναι γλώσσα αυτοί οι βόγγοι, οι μηκυθμοί, οι πορδές και τα ρεψίματα, οι πενήντα λέξεις που διεκπεραιώνουν ολόκληρο το φάσμα της ζωής. Κατ΄αντιστοιχία λοιπόν είναι  Παλέρμο το κτίριο με την επιγραφή Bancanazio, η νεαρή κοπέλα στη δημοφιλή οδό, ο νεαρός βαστάζος και οι τεχνίτες εμπρός στο διακεκριμένο ναίσκο. Όλα ετούτα είναι βεβαίως το Παλέρμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: