Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emma goldman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emma goldman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Μαρτίου 2026

The Individual, Society and the State [Emma Goldman] - Μέρος ΙΙ

Συνέχεια από το 1ο Μέρος.

Ο άλλος παράγοντας που ωθεί τις κυβερνήσεις να γίνουν ακόμη πιο συντηρητικές και αντιδραστικές είναι η εγγενής δυσπιστία τους απέναντι στο άτομο και ο φόβος για την ατομικότητα. Τα πολιτικά και κοινωνικά μας σχέδια δεν μπορούνε να ανεχθούνε το άτομο και τη συνεχή αναζήτησή του για καινοτομία. Έτσι λοιπόν, το κράτος, εβρισκόμενο σε «αυτοάμυνα», καταστέλλει, διώκει, τιμωρεί και ενίοτε και στερεί από το άτομο τη ζωή. Σε αυτό συνεισφέρει και κάθε θεσμός που υποστηρίζει τη διατήρηση τής υπάρχουσας τάξης. Καταφεύγει σε κάθε μορφή βίας και καταναγκασμό, καθώς οι προσπάθειές του υποστηρίζονται από την «ηθική αγανάκτηση» τής πλειοψηφίας ενάντια στον αιρετικό, τον κοινωνικό διαφωνούντα και τον πολιτικό επαναστάτη – η πλειοψηφία επί αιώνες ασκήθηκε στη λατρεία τού κράτους, εκπαιδεύτηκε στην πειθαρχία και την υπακοή και υποτάχθηκε από το δέος τής εξουσίας στο σπίτι, το σχολείο, την εκκλησία και την τύπο.

Το ισχυρότερο στήριγμα τής εξουσίας είναι η ομοιομορφία• η ελάχιστη απόκλιση από αυτήν είναι το μεγαλύτερο έγκλημα. Η μαζική μηχανοποίηση τής σύγχρονης ζωής έχει αυξήσει την ομοιομορφία χιλιάδες φορές. Είναι παντού παρούσα: στις συνήθειες, τα γούστα, την ενδυμασία, τις σκέψεις και τις ιδέες. Η πιο συμπυκνωμένη νωθρότητα είναι η «κοινή γνώμη». Λίγοι έχουνε το θάρρος να ξεχωρίσουν ενάντια σε αυτήν. Αυτός που αρνείται να υποταχθεί χαρακτηρίζεται αμέσως ως «αλλόκοτος», «διαφορετικός» και επικρίνεται ως ένα ενοχλητικό στοιχείο στη βολική στασιμότητα τής σύγχρονης ζωή.

Ίσως περισσότερο και από τη συνταγμένη εξουσία, είναι η κοινωνική ομοιομορφία και ομοιότητα που ταλαιπωρούνε το άτομο. Η ίδια του η «μοναδικότητα», o «διαχωρισμός» και η «διαφοροποίηση» του τον καθιστούνε ξένο, όχι μόνο στον τόπο καταγωγής του, αλλά ακόμη και στο ίδιο του το σπίτι. Συχνά περισσότερο και από αυτόν που γεννήθηκε ξένος και γενικά εντάσσεται στο κατεστημένο.

Με την αληθινή έννοια, η πατρίδα κάποιου, με τις παραδόσεις της, τις πρώιμες εντυπώσεις, τις αναμνήσεις και άλλα πράγματα που είναι αγαπητά σε κάποιον, δεν είναι αρκετά για να κάνουνε τούς ευαίσθητους ανθρώπους να νιώσουνε σα στο σπίτι τους. Μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα τού «ανήκειν», η συνείδηση ότι είσαι «ένα» με το λαό και το περιβάλλον, είναι τα πιο ουσιαστικά για να αισθάνεται κάποιος ότι είναι σπίτι του. Αυτό ισχύει σε σχέση με την οικογένειά του, το μικρότερο τοπικό του κύκλο, καθώς και μια ευρύτερη φάση τής ζωής και των δραστηριοτήτων που κοινώς ονομάζεται ο τόπος κάποιου. Το άτομο τού οποίου το όραμα περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο συχνά αισθάνεται όσο πουθενά αλλού τόσο απομονωμένο στο περιβάλλον του όσο στην πατρίδα.

Στην προπολεμική εποχή, το άτομο μπορούσε τουλάχιστον να ξεφύγει από την εθνική και οικογενειακή πλήξη. Όλος ο κόσμος ήταν ανοιχτός στις επιθυμίες και τις αναζητήσεις του. Τώρα ο κόσμος έχει γίνει φυλακή και η ζωή αέναη απομόνωση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα μετά την επικράτηση των δικτατοριών, της δεξιάς και της αριστεράς.

Ο Φρειδερίκος Νίτσε είχε αποκαλέσει το κράτος ψυχρό τέρας. Πώς θα αποκαλούσε σήμερα το απαίσιο κτήνος με την ενδυμασία τής σύγχρονης δικτατορίας; Όχι ότι αυτές και οι παλιότερες κυβερνήσεις είχανε ποτέ αφήσει πολλά περιθώρια στο άτομο, αλλά οι υποστηρικτές τής νέας κρατικής ιδεολογίας παραχωρούνε ακόμα λιγότερα. 

«Το άτομο δεν είναι τίποτα», δηλώνουν, «είναι η συλλογικότητα που μετράει». Τίποτα λιγότερο από την πλήρη παράδοση τής ατομικής βούλησης στην ικανοποίηση τής ακόρεστης βουλιμίας τής νέας θεότητας.

Παραδόξως, οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές αυτού τού νέου ευαγγελίου βρεθήκανε μεταξύ τής βρετανικής και αμερικανικής διανόησης. Μόλις τώρα δηλώνουν ερωτευμένοι με τη «δικτατορία τού προλεταριάτου». Μόνο θεωρητικά βέβαια, να είστε σίγουροι. Στην πράξη, εξακολουθούνε να προτιμούνε τις λίγες ελευθερίες που έχουνε στη διάθεσή τους, στις αντίστοιχες χώρες τους. Πηγαίνουνε στη Ρωσία για μια σύντομη επίσκεψη ή ως πωλητές τής «επανάστασης», αλλά αισθάνονται ασφαλέστεροι και πιο άνετα στο σπίτι τους.

Ίσως δεν είναι μόνο η έλλειψη θάρρους που κρατάει αυτούς τούς καλούς Βρετανούς και Αμερικάνους στις πατρίδες τους και όχι στη χιλιετία που έρχεται. Υποσυνείδητα μπορεί να ελλοχεύει η αίσθηση ότι η ατομικότητα παραμένει το πιο θεμελιώδες δεδομένο κάθε ανθρώπινης συναναστροφής, καταπιεσμένη και διωκόμενη αλλά ποτέ ηττημένη και μακροπρόθεσμα η νικήτρια.

Η «ιδιοφυΐα τού ανθρώπου», που δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για την προσωπικότητα και την ατομικότητα, σκάβει το δρόμο της μέσ’ από όλα τα σπήλαια τού δόγματος, μέσ’ από τα χοντρά τείχη τής παράδοσης και του εθίμου, αψηφώντας όλα τα ταμπού, μηδενίζοντας τη δύναμη τής εξουσίας, αντιμετωπίζοντας την περιφρόνηση και το ικρίωμα – για να είναι τελικά ευλογημένη ως προφήτης και μάρτυρας από τις επόμενες γενιές. Αλλά για την «ιδιοφυΐα τού ανθρώπου», αυτή την εγγενή, επίμονη ποιότητα τής ατομικότητας, εμείς θα περιπλανιόμαστε ακόμα στα αρχέγονα δάση.

Ο Πιότρ Κροπότκιν έδειξε τι υπέροχα αποτελέσματα έχει αυτή η μοναδική δύναμη τής ατομικότητας τού ανθρώπου όταν επιτυγχάνεται και ενισχύεται μέσω τής συνεργασίας με άλλες ατομικότητες. Η μονόπλευρη και εντελώς ανεπαρκής δαρβινική θεωρία τού αγώνα για την ύπαρξη πήρε τη βιολογική και κοινωνιολογική ολοκλήρωση από τον μεγάλο αναρχικό επιστήμονα και στοχαστή. Στο βαθυστόχαστο έργο του, Αμοιβαία Βοήθεια, ο Κροπότκιν δείχνει ότι στο ζωικό βασίλειο, καθώς και στην ανθρώπινη κοινωνία, η συνεργασία – σε αντίθεση με τους εμφύλιους σπαραγμούς και αγώνες – έχει λειτουργήσει για την επιβίωση και την εξέλιξη των ειδών. Απέδειξε ότι μόνον η αμοιβαία βοήθεια και η εθελοντική συνεργασία – όχι το παντοδύναμο, καταστροφικό κράτος – μπορεί να θέσει τις βάσεις για μια ελεύθερη ατομική και συλλογική ζωή.

Προς το παρόν, το άτομο είναι το πιόνι των φανατικών τής δικτατορίας και των εξίσου εμμονικών ζηλωτών τού «άκαμπτου ατομικισμού». Η δικαιολογία των πρώτων είναι ο ισχυρισμός τους για ένα νέο στόχο. Οι δεύτεροι δεν μπαίνουνε καν στον κόπο να προσποιηθούνε για κάτι καινούργιο. Στην πραγματικότητα, οι του «άκαμπτου ατομικισμού», δεν έχουνε μάθει τίποτα και δεν έχουνε ξεχάσει τίποτα. Υπό την καθοδήγησή τους, ο ωμός αγώνας για τη φυσική ύπαρξη συνεχίζεται. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται κι όσο εντελώς παράλογο κι αν είναι, ο αγώνας για τη φυσική επιβίωση συνεχίζεται χαρούμενα, παρόλο που η αναγκαιότητά του έχει εξαφανιστεί εντελώς. Πράγματι, ο αγώνας συνεχίζεται προφανώς επειδή δεν υπάρχει ανάγκη γι' αυτήν. Δεν το αποδεικνύει η λεγόμενη υπερπαραγωγή; Δεν είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση μια εύγλωττη απόδειξη ότι ο αγώνας για την επιβίωση διατηρείται από tην τύφλωση του «άκαμπτου ατομικισμού» με κίνδυνο τη δική του καταστροφή;

Ένα από τα παράλογα χαρακτηριστικά αυτού τού αγώνα είναι η πλήρης άρνηση τής σχέσης τού παραγωγού με τα πράγματα που παράγει. Ο μέσος εργαζόμενος δεν έχει κανένα εσωτερικό σημείο επαφής με τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται και είναι ξένος με τη διαδικασία παραγωγής τής οποίας είναι απλά ένα μηχανικό μέρος. Όπως κάθε άλλο γρανάζι τής μηχανής, είναι αντικαταστάσιμος ανά πάσα στιγμή από άλλα παρόμοια αποπροσωποποιημένα ανθρώπινα όντα.

Ο διανοούμενος προλετάριος, αν και ανόητα θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο πουλί, δεν είναι σε πολύ καλύτερη θέση. Κι αυτός έχει μια μικρή επιλογή ή αυτοδιάθεση στην ιδιαίτερη ενασχόλησή του όπως εξάλλου και ο αδελφός του που εργάζεται με τα χέρια του. Υλικές ανησυχίες και επιθυμία για μεγαλύτερο κοινωνικό κύρος είναι συνήθως οι καθοριστικοί παράγοντες για την επαγγελματική του διανοητική σταδιοδρομία. Σε αυτό προστίθεται η τάση να ακολουθεί τα βήματα τής οικογενειακής παράδοσης για να γίνει γιατρός, δικηγόρος, δάσκαλος, μηχανικός κ.λπ. Το αυλάκι απαιτεί λιγότερη προσπάθεια και προσωπικότητα. Κατά συνέπεια, σχεδόν όλοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στο παρόν σχέδιο δράσεών μας. Οι μάζες προχωρούν αργά, εν μέρει επειδή οι αισθήσεις τους έχουν αμβλυνθεί από τη θανατηφόρο ρουτίνα τής εργασίας και επειδή πρέπει να βγάζουνε τα προς το ζην. Αυτό ισχύει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο σημερινό πολιτικό ιστό. Δεν υπάρχει μέρος στην ύφανσή του για ελεύθερη επιλογή ανεξάρτητης σκέψης και δραστηριότητας. Υπάρχει χώρος μόνο για μαριονέτες που ψηφίζουνε και πληρώνουνε φόρους.

Τα συμφέροντα τού κράτους και αυτά τού ατόμου διαφέρουνε θεμελιωδώς και είναι ανταγωνιστικά. Το κράτος και οι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί που υποστηρίζει μπορούνε να υπάρχουνε μόνο διαμορφώνοντας το άτομο για τους συγκεκριμένους σκοπούς του• εκπαιδεύοντάς τον να σέβεται «το νόμο και τάξη», διδάσκοντάς τον υπακοή, υποταγή και αδιαμφισβήτητη πίστη στη σοφία και τη δικαιοσύνη τής κυβέρνησης• πάνω απ' όλα, την πιστή υπηρεσία και την πλήρη αυτοθυσία όταν το Κράτος το διατάζει, όπως στον πόλεμο. Το κράτος θέτει τον εαυτό του και τα συμφέροντά του πάνω ακόμα και από τις αξιώσεις τής θρησκείας και του Θεού. Τιμωρεί θρησκευτικούς ή συνειδησιακούς ενδοιασμούς τού ατόμου, επειδή δεν υπάρχει ατομικότητα χωρίς ελευθερία, και η ελευθερία είναι η μεγαλύτερη απειλή για την εξουσία.

Ο αγώνας τού ατόμου ενάντια σε αυτές τις τεράστιες αντιξοότητες είναι το πιο δύσκολο – πολύ συχνά επικίνδυνο για τη ζωή και μπορεί να οδηγήσει σε χαλάρωση – επειδή δεν είναι η αλήθεια ή το ψέμα που χρησιμεύουν ως κριτήρια για τις αντιπαλότητες που συναντά. Δεν είναι η εγκυρότητα ή η χρησιμότητα τής σκέψης του ή της δραστηριότητάς του που ξεσηκώνει εναντίον του τις δυνάμεις τού κράτους και της «κοινής γνώμης». Η δίωξη των καινοτόμων και των διαμαρτυρόμενων πάντοτε εμπνεόταν από το φόβο, εκ μέρους τής συνταγμένης εξουσίας, γιατί αμφισβητήθηκε το αλάθητό της και η δύναμή της υπονομεύτηκε.

Η αληθινή απελευθέρωση τού ανθρώπου, ατομική και συλλογική, έγκειται στη χειραφέτηση από την εξουσία και από την πίστη σε αυτήν. Όλοι η ανθρώπινη εξέλιξη ήταν ένας αγώνας προς αυτήν την κατεύθυνση και για αυτόν τον στόχο. Δεν είναι η εφεύρεση και η μηχανική που αποτελούν ανάπτυξη. Η ικανότητα να ταξιδεύει κανείς με ταχύτητα 100 μιλίων την ώρα δεν αποτελεί απόδειξη ότι είναι πολιτισμένος. Ο αληθινός πολιτισμός πρέπει να μετριέται από το άτομο, τη μονάδα όλης τής κοινωνικής ζωής• από την ατομικότητά του και την έκταση ελευθερίας στην οποία υπάρχει, να αναπτύσσεται και να επεκτείνεται ανεμπόδιστα από επεμβατική και καταναγκαστική εξουσία.

Κοινωνικά μιλώντας, το κριτήριο τού πολιτισμού και της κουλτούρας είναι ο βαθμός ελευθερίας και οικονομικών ευκαιριών που απολαμβάνει το άτομο• (ο βαθμός) κοινωνικής και διεθνούς ενότητας και συνεργασίας χωρίς περιορισμούς από ανθρωπογενείς νόμους και άλλα τεχνητά εμπόδια• λόγω τής απουσίας προνομιούχων καστών και από την πραγματικότητα τής ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας• εν ολίγοις, (από το βαθμό) της αληθινής χειραφέτησης τού ατόμου.

Ο πολιτικός απολυταρχισμός έχει καταργηθεί επειδή οι άνθρωποι έχουνε συνειδητοποιήσει. με την πάροδο τού χρόνου, ότι η απόλυτη εξουσία είναι κακή και καταστροφική. Αλλά το ίδιο ισχύει για κάθε εξουσία, είτε πρόκειται για την εξουσία των προνομίων είτε την οικονομική, του ιερέα, του πολιτικού ή της λεγόμενης δημοκρατίας. Η επίδρασή του στην ατομικότητα δεν επηρεάζεται από το συγκεκριμένο χαρακτήρα τού καταναγκασμού – είτε είναι τόσο μαύρος όσο ο φασισμός είτε τόσο κίτρινος όσο ο ναζισμός ή τόσο επιδεικτικά κόκκινος όσο ο μπολσεβικισμός. Είναι η δύναμη που διαφθείρει και υποβιβάζει και τον αφέντη και τον δούλο και δεν έχει καμία διαφορά ανεξάρτητα από το αν η εξουσία ασκείται από έναν αυταρχικό ηγέτη, από το κοινοβούλιο ή από τα Σοβιέτ. Πιο επιβλαβής από την εξουσία ενός δικτάτορα είναι η εξουσία μιας τάξης. Το πιο τρομερό: η τυραννία τής πλειοψηφίας.

Η μακρά πορεία τής ιστορίας έχει διδάξει στον άνθρωπο ότι η διαίρεση και η σύγκρουση σημαίνουνε θάνατο και ότι η ενότητα και η συνεργασία προωθούνε το σκοπό του: τον πολλαπλασιασμό τής δύναμής του και την προώθηση τής ευημερίας του. Το πνεύμα τής διακυβέρνησης ήτανε πάντα ενάντια στην κοινωνική εφαρμογή αυτού τού ζωτικού μαθήματος, εκτός από τις περιπτώσεις όπου εξυπηρετούσε το κράτος και βοηθούσε τα δικά του ιδιαίτερα συμφέροντα. Είναι αυτό το αντιπροοδευτικό και αντικοινωνικό πνεύμα τού κράτους και των προνομιούχων καστών πίσω από αυτό, το οποίο ήταν και είναι υπεύθυνο για τους πικρούς αγώνες μεταξύ των ανθρώπων. Το άτομο και οι ολοένα και μεγαλύτερες ομάδες ατόμων αρχίζουνε να βλέπουνε κάτω από την επιφάνεια τής καθιερωμένης τάξης πραγμάτων. Δεν είναι πλέον τόσο τυφλωμένοι όσο στο παρελθόν από τη λάμψη και τα στολίδια τής κρατικής ιδέας και των «ευλογιών» του «άκαμπτου ατομικισμού». Ο άνθρωπος αναζητά το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής των ανθρώπινων σχέσεων που μόνο η απελευθέρωση μπορεί να δώσει. Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν είναι απλά ένα κομμάτι χαρτί που ονομάζεται «σύνταγμα», «νόμιμο δικαίωμα» ή «νόμος». Δεν είναι μια αφαίρεση που προέρχεται από τη μη-πραγματικότητα που είναι γνωστή ως «το κράτος». Δεν είναι το αρνητικό πράγμα τού να είσαι ελεύθερος από κάτι, επειδή με τέτοια ελευθερία μπορεί να πεθάνεις από την πείνα. Η αληθινή ελευθερία, η ουσιαστική απελευθέρωση είναι κάτι θετικό: είναι η ελευθερία να κάνεις κάτι• είναι η ελευθερία να είσαι, να πράττεις• εν ολίγοις, η ελευθερία τής πραγματικής και ενεργού ευκαιρίας.

Αυτού τού είδους η ελευθερία δεν είναι δώρο: είναι το φυσικό δικαίωμα τού ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου. Δεν μπορεί να δοθεί• δεν μπορεί να παραχωρηθεί από κανένα νόμο ή κυβέρνηση. Η ανάγκη για αυτό, η λαχτάρα για αυτό, είναι εγγενής στο άτομο. Η ανυπακοή σε κάθε μορφή καταναγκασμού είναι η ενστικτώδης έκφραση του. Η εξέγερση και η επανάσταση είναι λίγο πολύ η συνειδητή προσπάθεια για την επίτευξή του. Αυτές οι εκδηλώσεις, ατομικές και κοινωνικές, αποτελούνε θεμελιώδεις εκφράσεις των αξιών τού ανθρώπου. Ότι αυτές οι αξίες μπορούνε να καλλιεργηθούν, η κοινότητα πρέπει να το συνειδητοποιήσει καθώς και ότι η ατομικότητα είναι το μεγαλύτερο και το πιο διαρκές περιουσιακό στοιχείο, είναι η βάση.

Στη θρησκεία, όπως και στην πολιτική, οι άνθρωποι μιλάνε για αφηρημένες έννοιες και πιστεύουν ότι έχουνε να κάνουνε με πραγματικότητες. Αλλά όταν πρόκειται για την πραγματικότητα και το απτό, οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να χάνουνε την ουσιαστική επαφή με αυτήν. Μπορεί κάλλιστα να οφείλεται στο ότι η πραγματικότητα από μόνη της είναι πολύ ρεαλιστική, πολύ ψυχρή για να ενθουσιάσει την ανθρώπινη ψυχή. Μπορεί να διεγείρεται ο ενθουσιασμός της μόνον από πράγματα που προέρχονται πέρα από το κοινότοπο, από το ασυνήθιστο. Με άλλα λόγια, το Ιδανικό είναι η σπίθα που πυροδοτεί τη φαντασία και τις καρδιές των ανθρώπων. Χρειάζεται κάποιο ιδανικό για να ξυπνήσει τον άνθρωπο από την αδράνεια και τη μονότονη ύπαρξή του και να μετατρέψει τον άθλιο σκλάβο σε ηρωική μορφή.

Εδώ, φυσικά, έρχεται ο αντιτιθέμενος μαρξιστής που έχει ξεπεράσει τον ίδιο το Μαρξ. Για έναν τέτοιο, ο άνθρωπος είναι μόνο μια απλή μαριονέτα στα χέρια αυτού τού μεταφυσικού Παντοδύναμου που ονομάζεται οικονομικός ντετερμινισμός ή, πιο χυδαία, ταξική πάλη. Η θέληση τού ανθρώπου, ατομική και συλλογική, η ψυχική του ζωή και ο νοητικός του προσανατολισμός δεν μετράνε σχεδόν πουθενά για το μαρξιστή μας και δεν επηρεάζουνε την αντίληψή του για την ανθρώπινη ιστορία.

Κανένας έξυπνος μαθητής δεν θα αρνηθεί τη σημασία τού οικονομικού παράγοντα στην κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη τής ανθρωπότητας. Αλλά μόνον ο στενόμυαλος και πεισματάρικος δογματισμός μπορεί να επιμένει παραμένοντας τυφλός απέναντι στο σημαντικό ρόλο που παίζει μια ιδέα όπως συλλαμβάνεται από τη φαντασία και τις φιλοδοξίες τού ατόμου.

Ήτανε μάταια και ανώφελη η προσπάθεια εξισορρόπησης τού ενός παράγοντα έναντι ενός άλλου στην ανθρώπινη εμπειρία. Κανένας μοναδικός παράγοντας στο σύνθετο τής ατομικής ή κοινωνικής συμπεριφοράς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο παράγοντας τής αποφασιστικής ποιότητας. Γνωρίζουμε πολύ λίγα, και μπορεί να μην γνωρίσουμε ποτέ αρκετά, για το πώς η ανθρώπινη ψυχολογία ζυγίζει και μετράει τις σχετικές αξίες αυτού ή του άλλου παράγοντα που καθορίζουνε τη συμπεριφορά τού ανθρώπου. Η διαμόρφωση τέτοιων δογμάτων στους κοινωνικούς συνειρμούς δεν είναι τίποτα λιγότερο από μισαλλοδοξία• ωστόσο, ίσως, έχει τη δική της αξία, γιατί η ίδια η προσπάθεια να γίνει αυτό θα αποδείξει την επιμονή τού ανθρώπου και θα διαψεύδει τους μαρξιστές.

Ευτυχώς, ακόμη και ορισμένοι μαρξιστές αρχίζουνε να βλέπουν ότι δεν είναι όλα καλά με το μαρξιστικό δόγμα. Άλλωστε, ο Μαρξ ήταν άνθρωπος – και μάλιστα ανθρώπινος – επομένως σε καμία περίπτωση αλάθητος. Η πρακτική εφαρμογή τού οικονομικού ντετερμινισμού στη Ρωσία βοηθά να καθαρίσει το μυαλό των περισσότερων ευφυών μαρξιστών. Αυτό μπορεί να φανεί στην μετεκτίμηση των μαρξιστικών αξιών που εξελίσσονται στις σοσιαλιστικές, ακόμη και κομμουνιστικές τάξεις σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Συνειδητοποιούνε σιγά-σιγά ότι η θεωρία τους έχει παραβλέψει το ανθρώπινο στοιχείο, τον Άνθρωπο, όπως μια σοσιαλιστική εφημερίδα το έθεσε. Όσο σημαντικός κι αν είναι ο οικονομικός παράγοντας, δεν είναι αρκετός. Η αναζωογόνηση τής ανθρωπότητας χρειάζεται την έμπνευση και την ενεργητική δύναμη ενός ιδανικού.

Ένα τέτοιο ιδανικό βλέπω στον Αναρχισμό. Βέβαια, όχι στις λαϊκές ψεύτικες παραστάσεις τού Αναρχισμού που διαδίδονται από τους πιστούς τού κράτους και της εξουσίας. Εννοώ τη φιλοσοφία μιας νέας κοινωνικής τάξης που θα βασίζεται στις ενέργειες τού απελευθερωμένου ατόμου και τις ελεύθερες συνεργασίες μεταξύ ελεύθερων ατόμων.

Από όλες τις κοινωνικές θεωρίες, μόνον ο Αναρχισμός διακηρύσσει ακλόνητα ότι η κοινωνία υπάρχει για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για την κοινωνία. Ο μόνος θεμιτός σκοπός τής κοινωνίας είναι να εξυπηρετεί τις ανάγκες και να προωθεί τις επιδιώξεις τού ατόμου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή της και να αποτελέσει βοήθημα για την πρόοδο και τον πολιτισμό.

Τα πολιτικά κόμματα και οι άντρες που αγωνίζονται άγρια για την εξουσία θα με περιφρονήσουνε θεωρώντας με απελπιστικά εκτός κλίματος τής εποχής μας. Παραδέχομαι με χαρά την κατηγόρια. Βρίσκω παρηγοριά στη βεβαιότητα ότι η υστερία τους στερείται μακροχρόνιας ποιότητας. Το ωσαννά τους είναι πρόσκαιρο.

Η λαχτάρα τού ανθρώπου για απελευθέρωση από κάθε εξουσία και δύναμη δεν θα κατευναστεί ποτέ από το άτεχνο τραγούδι τους. Η αναζήτηση τού ανθρώπου για ελευθερία από κάθε δεσμά είναι αιώνια. Έτσι πρέπει και θα συνεχιστεί.


Πηγή πρωτότυπου στα αγγλικά: gutenberg.org.

26 Μαρτίου 2026

The Individual, Society and the State [Emma Goldman] - Μέρος Ι

ΤΟ ΑΤΟΜΟ, Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Τα μυαλά των ανθρώπων βρίσκονται σε σύγχυση, γιατί τα ίδια τα θεμέλια τού πολιτισμού μας φαίνεται πως κλονίζονται. Οι άνθρωποι χάνουνε την πίστη τους στους υπάρχοντες θεσμούς και οι πιο έξυπνοι συνειδητοποιούν ότι το καπιταλιστικό βιομηχανικό σύστημα ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό τον οποίο υποτίθεται ότι εξυπηρετεί.

Ο κόσμος δεν βρίσκει διέξοδο. Ο κοινοβουλευτισμός και η δημοκρατία είναι σε παρακμή. Η σωτηρία αναζητείται στον φασισμό και σε άλλες μορφές «ισχυρών» συστημάτων διακυβέρνησης.

Η πάλη των αντίθετων ιδεών, που συμβαίνει τώρα στον κόσμο, περιλαμβάνει κοινωνικά προβλήματα τα οποία απαιτούν επειγόντως λύση. Η ευημερία τού ατόμου και η μοίρα τής ανθρώπινης κοινωνίας εξαρτάται από τη σωστή απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Η κρίση, η ανεργία, ο πόλεμος, ο αφοπλισμός, οι διεθνείς σχέσεις κ.λπ., είναι μεταξύ αυτών των προβλημάτων.

Το κράτος, η κυβέρνηση με τις λειτουργίες και τις εξουσίες της, είναι τώρα θέμα ζωτικού ενδιαφέροντος για τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Οι πολιτικές εξελίξεις σε όλες τις πολιτισμένες χώρες έχουνε φέρει τέτοια ερωτήματα στο μυαλό τους. Πρέπει να έχουμε μια ισχυρή κυβέρνηση; Πρέπει η κοινοβουλευτική δημοκρατία με εκλεγμένη κυβέρνηση να προτιμάται ή μήπως ο φασισμός τού ενός ή του άλλου είδους: η δικτατορία – μοναρχική, αστική ή προλεταριακή – να είναι η λύση για τα δεινά και τις δυσκολίες που ταλανίζουν την κοινωνία σήμερα;

Με άλλα λόγια, θα θεραπεύσουμε τα κακά τής δημοκρατίας με περισσότερη δημοκρατία; ή μήπως θα κόψουμε τον Γόρδιο δεσμό της λαϊκής διακυβέρνησης με το σπαθί τής δικτατορίας;

Η απάντησή μου δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι κατά τής δικτατορίας και του φασισμού ενώ αντιτίθεμαι και στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, τα λεγόμενα πολιτικές δημοκρατίες.

Ο ναζισμός έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως επίθεση στον πολιτισμό. Ο χαρακτηρισμός εφαρμόζεται με την ίδια ισχύ σε κάθε μορφή δικτατορίας﮲ πράγματι, σε κάθε είδους καταστολή και καταναγκαστική εξουσία. Τι είναι πολιτισμός με την αληθινή έννοια; Κάθε πρόοδος ήταν ουσιαστικά μια διεύρυνση των ελευθεριών τού ατόμου με αντίστοιχη μείωση τής εξουσίας την οποία ασκούσανε πάνω του εξωτερικές δυνάμεις. Αυτό ισχύει τόσο στη φυσική όσο και την πολιτική και οικονομική ζωή. Στο φυσικό κόσμο ο άνθρωπος έχει προοδεύσει στο βαθμό που έχει υποτάξει τις δυνάμεις τής φύσης και τις έχει κάνει χρήσιμες για τον εαυτό του. Ο πρωτόγονος άνθρωπος έκανε ένα βήμα στο δρόμο τής προόδου όταν για πρώτη φορά παρήγαγε φωτιά κι έτσι θριάμβευσε πάνω στο σκοτάδι, όταν αλυσόδεσε τον άνεμο ή αξιοποίησε το νερό.

Ποιος ήταν ο ρόλος τής εξουσίας ή της κυβέρνησης στην ανθρώπινη προσπάθεια για βελτίωση, στην εφεύρεση και την ανακάλυψη; Απολύτως κανένας, ή τουλάχιστον κανένας που να ήτανε χρήσιμος. Πάντοτε το άτομο ήταν αυτό που πραγματοποιούσε το κάθε θαύμα στον τομέα τής προόδου, συνήθως δε παρά τις απαγορεύσεις, διώξεις και παρεμβάσεις από την εξουσία, ανθρώπινη και θεϊκή.

Ομοίως, στον πολιτικό τομέα, ο δρόμος τής προόδου βρισκότανε στην προσπάθεια απομάκρυνσης όλο και περισσότερο από την εξουσία τού αρχηγού τής φυλής ή του πατριάρχη, του πρίγκιπα και βασιλιά, της κυβέρνησης, του κράτους. Στα οικονομικά, η πρόοδος έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευημερία ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων. Στα πολιτισμικά, έχει σημάνει το αποτέλεσμα όλων των άλλων επιτευγμάτων: μεγαλύτερη ανεξαρτησία, πολιτική, πνευματική και ψυχική. Από αυτή την οπτική γωνία, τα προβλήματα τής σχέσης τού ανθρώπου με το κράτος αποκτούνε μια εντελώς διαφορετική σημασία. Δεν πρόκειται πλέον για προβληματισμό αν η δικτατορία είναι προτιμότερη από τη δημοκρατία ή ο ιταλικός φασισμός είναι ανώτερος από το χιτλερισμό. Ένα μεγαλύτερο και πολύ πιο ζωτικό ερώτημα τίθεται από μόνο του: Είναι η πολιτική διακυβέρνηση, είναι το κράτος, ωφέλιμη για την ανθρωπότητα, και πώς επηρεάζει το άτομο στο κοινωνικό πλαίσιο των πραγμάτων;

Το άτομο είναι η αληθινή πραγματικότητα στη ζωή. Ένας κόσμος από μόνος του, δεν υπάρχει για το κράτος ούτε για την αφαίρεση που ονομάζεται «κοινωνία» ούτε το «έθνος», το οποίο είναι μόνο μια συλλογή ατόμων. Ο άνθρωπος, το άτομο, ήτανε πάντα, και αναγκαστικά είναι, η μοναδική πηγή και κινητήρια δύναμη τής εξέλιξης και της προόδου. Ο πολιτισμός υπήρξε ένας συνεχής αγώνας τού ατόμου ή ομάδων ατόμων ενάντια στο κράτος και ακόμη και ενάντια στην «κοινωνία», δηλαδή ενάντια στην υποταγμένη και υπνωτισμένη από το κράτος και τη λατρεία τού κράτους πλειοψηφία. Οι μεγαλύτερες μάχες έχουνε δοθεί ενάντια στα ανθρωπογενή εμπόδια και τα τεχνητά μειονεκτήματα που του επιβληθήκανε για να παραλύσουνε την ανάπτυξή του και την εξέλιξή του. Η ανθρώπινη σκέψη από πάντα υπόκειται στις στρεβλώσεις από την παράδοση και τα έθιμα και τα διεστραμμένα εκπαιδευτικά ψέματα προς όφελος εκείνων που κατέχουνε την εξουσία και απολαμβάνουνε προνόμια. Με άλλα λόγια, από το κράτος και τις άρχουσες τάξεις. Αυτή η συνεχής και αδιάκοπη σύγκρουση αποτελεί την ιστορία τής ανθρωπότητας.

Η ατομικότητα μπορεί να περιγραφεί ως η συνειδητοποίηση τού ατόμου ως αυτό που είναι και πώς ζει. Είναι εγγενές σε κάθε άνθρωπο και είναι κάτι που σχετίζεται με την ανάπτυξη. Το κράτος και οι κοινωνικοί θεσμοί έρχονται και παρέρχονται, αλλά η ατομικότητα παραμένει και επιμένει. Η ίδια η ουσία τής ατομικότητας είναι έκφραση• το αίσθημα αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας είναι το έδαφος μες στο οποίο ευδοκιμεί. Η ατομικότητα δεν είναι το απρόσωπο και μηχανιστικό πράγμα που το κράτος αντιμετωπίζει ως «άτομο». Το άτομο δεν είναι απλά το αποτέλεσμα τής κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος, της αιτίας και του αποτελέσματος. Είναι αυτά και πολύ-πολύ περισσότερα. Ο ζωντανός άνθρωπος δεν μπορεί να οριστεί• είναι η πηγή όλης τής ζωής και όλων των αξιών• δεν είναι μέρος αυτού ή εκείνου• είναι ένα σύνολο, ένα ατομικό σύνολο, ένα αναπτυσσόμενο, μεταβαλλόμενο, αλλά πάντα σταθερό σύνολο.

Η ατομικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τις διάφορες ιδέες και έννοιες τού ατομικισμού• πολύ λιγότερο δε με αυτόν τον «άκαμπτο ατομικισμό» που είναι μόνο μια συγκαλυμμένη προσπάθεια καταστολής και συντριβής τού ατόμου και της ατομικότητας. Ο λεγόμενος ατομικισμός είναι η κοινωνική και οικονομική laissez faire εκμετάλλευση των μαζών από τις ανώτερες οικονομικά τάξεις μέσω νομικών τεχνασμάτων, πνευματικής υποβάθμισης και συστηματικής κατήχησης τού δουλοπρεπούς πνεύματος, η οποία διαδικασία είναι γνωστή ως «εκπαίδευση». Αυτός ο διεφθαρμένος και ο διεστραμμένος «ατομικισμός» είναι ο ζουρλομανδύας τής ατομικότητας. Έχει μετατρέψει τη ζωή σε μια εκφυλισμένη φυλή με σκοπό την αδυναμία εμβάθυνσης, την υποταγή, το κοινωνικό κύρος και την υπεροχή. Η υψηλότερη σοφία του είναι η ακραία ιδιοτέλεια, η πλήρης αδιαφορία για τον άλλο.

Αυτός ο «άκαμπτος ατομικισμός» έχει αναπόφευκτα οδηγήσει στη μεγαλύτερη σύγχρονη δουλεία και στις πιο απάνθρωπες ταξικές διακρίσεις, που έχουν οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους στις ουρές των συσσιτίων. Ο «άκαμπτος ατομικισμός» έχει σκοπό όλος ο «ατομικισμός» να εργάζεται για τους αφέντες, ενώ ο λαός θα είναι στρατολογημένος σε μια κάστα σκλάβων για να υπηρετεί μια χούφτα ιδιοτελείς «υπερανθρώπους». Η Αμερική είναι ίσως η καλύτερη εκπρόσωπος αυτού τού είδους ατομικισμού, στο όνομα τού οποίου η πολιτική τυραννία και η κοινωνική καταπίεση υπερασπίζονται και θεωρούνται αρετές• ενώ κάθε φιλοδοξία και προσπάθεια τού ανθρώπου να αποκτήσει ελευθερία και κοινωνική ευκαιρία να ζήσει καταγγέλλεται ως «αντιαμερικανική» και κακό στο όνομα τού ίδιου τού ατομικισμού.

Υπήρχε μια εποχή που το κράτος ήταν άγνωστο. Στη φυσική του κατάσταση ο άνθρωπος υπήρχε χωρίς κράτος ή οργανωμένη κυβέρνηση. Οι άνθρωποι ζούσανε σε οικογένειες σε μικρές κοινότητες. Οργώνανε το έδαφος και ασκούσανε τις τέχνες και τις χειροτεχνίες. Το άτομο, και αργότερα η οικογένεια, ήταν η μονάδα κοινωνικής ζωής όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος και ίσος με τον διπλανό του. Η ανθρώπινη κοινωνία τότε δεν ήτανε κράτος αλλά ένωση• μια εθελοντική ένωση για αμοιβαία προστασία και όφελος. Οι πρεσβύτεροι και τα άλλα έμπειρα μέλη ήταν οι οδηγοί και οι σύμβουλοι τού λαού. Αυτοί βοηθούσανε στη διαχείριση των υποθέσεων τής ζωής, όχι στο πώς θα κυβερνούνε και θα κυριαρχούνε πάνω στα άτομα.

Η πολιτική διακυβέρνηση και το κράτος ήτανε μια πολύ μεταγενέστερη εξέλιξη, που πηγάζει από την επιθυμία τού ισχυρότερου να εκμεταλλευτεί τον πιο αδύναμο, των λίγων εναντίον των πολλών. Το κράτος, εκκλησιαστικό και κοσμικό, χρησίμευε να δοθεί μια εντύπωση νομιμότητας και δικαίου στο λάθος που γινόταν από λίγους σε βάρος των πολλών. Αυτή η φαινομενική ορθότητα ήταν απαραίτητη για να κυβερνηθεί ευκολότερα ο λαός, επειδή καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συγκατάθεση τού λαού, συγκατάθεση ανοιχτή, σιωπηρή ή υποτιθέμενη. Συνταγματισμός και δημοκρατία είναι οι σύγχρονες μορφές αυτής τής υποτιθέμενης συναίνεσης• μια συναίνεση που εμβολιάζεται και κατηχείται από αυτό που ονομάζεται «εκπαίδευση», στο σπίτι, στην εκκλησία και σε κάθε άλλη φάση τής ζωής.

Αυτή η συναίνεση είναι η πίστη στην εξουσία και στην αναγκαιότητά της. Βάση της είναι το δόγμα ότι ο άνθρωπος είναι κακός, μοχθηρός και τελείως ανίκανος να ξέρει τι είναι καλό γι' αυτόν. Πάνω σε όλο αυτό είναι χτισμένα η διακυβέρνηση και η καταπίεση. Ο Θεός και το κράτος υπάρχουνε και υποστηρίζονται από αυτό το δόγμα.

Ωστόσο, το κράτος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα όνομα, μια αφαίρεση όπως και άλλες παρόμοιες αντιλήψεις: έθνος, φυλή, ανθρωπότητα – δεν έχει οργανική πραγματικότητα. Το να αποκαλείς το κράτος οργανισμό δείχνει μια αρρωστημένη τάση να το κάνεις ένα φετίχ με λέξεις.

Το κράτος είναι ένας όρος που περιγράφει το νομοθετικό και διοικητικό μηχανισμό με τον οποίο διεξάγονται ορισμένες υποθέσεις που αφορούνε το λαό και μάλιστα άσχημα. Δεν υπάρχει τίποτα ιερό, άγιο ή μυστηριώδες σε αυτό. Το κράτος δεν έχει περισσότερη συνείδηση ή ηθική αποστολή από μια εμπορική εταιρεία για το πώς γίνονται οι εργασίες σε ένα ανθρακωρυχείο ή πώς λειτουργεί ένας σιδηρόδρομος.

Το κράτος δεν έχει υπάρξει παλαιότερα από τους θεούς και τους διαβόλους. Γεννήθηκαν αμοιβαία και η δημιουργία τού ανθρώπου, του ατόμου, είναι η μόνη πραγματικότητα για τον άνθρωπο. Το κράτος δεν είναι παρά η σκιά τού ανθρώπου, η σκιά από την αδιαφάνεια από την άγνοια και το φόβο του.

Η ζωή αρχίζει και τελειώνει με τον άνθρωπο, το άτομο. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχει φυλή, ούτε ανθρωπότητα, ούτε κράτος. Ούτε καν η «κοινωνία» είναι δυνατή χωρίς τον άνθρωπο. Είναι η ατομικότητα που ζει, αναπνέει και υποφέρει. Η ανάπτυξη του, η πρόοδός του, είναι ένας συνεχής αγώνας ενάντια στα φετίχ των δικών του δημιουργημάτων και ιδιαίτερα εναντίον τού «κράτους».

Παλαιότερα η θρησκευτική εξουσία διαμόρφωνε την πολιτική ζωή κατ' εικόνα τής Εκκλησίας. Η εξουσία τού Κράτους, τα «δικαιώματα» των ηγεμόνων ήρθαν από ψηλά• η δύναμη, όπως και η πίστη, ήταν θεϊκή. Φιλόσοφοι έχουνε γράψει χοντρούς τόμους για να αποδείξουνε την ιερότητα τού κράτους• κάποιοι μάλιστα το έχουνε ντύσει με αλάθητο και με θεϊκά χαρακτηριστικά. Κάποιοι μάλιστα έχουνε πείσει εαυτούς στην παράλογη ιδέα πως το κράτος είναι «υπεράνθρωπο», η υπέρτατη πραγματικότητα, «το απόλυτο».

Η έρευνα καταδικαζόταν ως βλασφημία. Η δουλεία ήταν η ύψιστη αρετή. Με τέτοιους κανόνες και εκπαίδευση και ορισμένα πράγματα αρχίσανε να θεωρούνται αυτονόητα, ως ιερά λόγω τής αλήθειας τους, αλλά λόγω τής συνεχούς και επίμονης επανάληψης.

Όλη η πρόοδος (που έχει επιτευχθεί) ήταν ουσιαστικά το ξεσκέπασμα τής «θεότητας» και του «μυστηρίου», της υποτιθέμενης ιερής, αιώνιας «αλήθειας»• υπήρξε μια σταδιακή εξάλειψη τού αφηρημένου και η αντικατάσταση του από το πραγματικό, το συγκεκριμένο. Εν ολίγοις, από τα γεγονότα ενάντια στη φαντασία, από τη γνώση ενάντια στην άγνοια, από το φως ενάντια στο σκοτάδι.

Αυτή η αργή και επίπονη απελευθέρωση τού ατόμου δεν επιτεύχθηκε με τη βοήθεια τού κράτους. Αντίθετα, έγινε με συνεχείς συγκρούσεις, με αγώνες ζωής και θανάτου με το κράτος, όπου ακόμα και το μικρότερο βήμα ανεξαρτησίας και ελευθερίας έχει κερδηθεί. Έχει κοστίσει στην ανθρωπότητα πολύ χρόνο και αίμα για να εξασφαλίσει τα λίγα που έχει κερδίσει μέχρι στιγμής από βασιλιάδες, τσάρους και κυβερνήσεις.

Η μεγάλη ηρωική μορφή εκείνου τού μακρινού Γολγοθά ήταν ο Άνθρωπος. Πάντα ήτανε το άτομο, συχνά μόνο και ατάραχο, άλλες φορές σε ενότητες και συνεργασίες με άλλους τού είδους του, που έχουν αγωνιστεί και έχουνε χύσει αίμα στη μακραίωνη μάχη ενάντια στην καταπίεση και την καταστολή, ενάντια στις δυνάμεις που τον υποδουλώνουνε και τον υποβιβάζουν.

Περισσότερο από αυτό και πιο σημαντικό: Ήταν ο άνθρωπος, το άτομο, η ψυχή τού οποίου επαναστάτησε πρώτα ενάντια στην αδικία και την υποβάθμιση• ήταν η ατομικότητα που πρώτη συνέλαβε την ιδέα τής αντίστασης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το άτομο ενοχλούταν. Με λίγα λόγια, είναι πάντα το άτομο που είναι ο γονέας τής απελευθερωτικής σκέψης καθώς και της πράξης.

Αυτό δεν αναφέρεται μόνο στους πολιτικούς αγώνες, αλλά σε ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής και προσπάθειας, σε όλες τις εποχές και μήκη και πλάτη τής γης. Ήτανε πάντα το άτομο, ο άνθρωπος με το δυνατό μυαλό και θέληση για ελευθερία, που άνοιξε το δρόμο για κάθε ανθρώπινη πρόοδο, για κάθε βήμα για ένα πιο ελεύθερο και καλύτερο κόσμο• στην επιστήμη, τη φιλοσοφία και την τέχνη, καθώς και στη βιομηχανία, η ιδιοφυΐα τού οποίου ανέβηκε στα ύψη, συλλαμβάνοντας το «αδύνατο», οραματιζόμενος την πραγματοποίησή  του και εμφυσώντας στους άλλους τον ενθουσιασμό του για να δουλέψουνε και προσπαθήσουνε γι' αυτό. Κοινωνικά μιλώντας, ήταν πάντα ο προφήτης, ο μάντης, ο ιδεαλιστής, που ονειρευόταν έναν κόσμο πιο κοντά στην επιθυμία τής καρδιάς του και που χρησίμευε ως φάρος στο δρόμο για μεγαλύτερα επιτεύγματα.

Το κράτος, κάθε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τη μορφή του, το χαρακτήρα ή το χρώμα του – είτε πρόκειται για απολυταρχικό ή συνταγματικό, μοναρχία ή δημοκρατία, φασιστικό, ναζιστικό ή μπολσεβικικό – είναι από τη φύση του συντηρητικό, στατικό, μισαλλόδοξο απέναντι στην αλλαγή και αντιτίθενται σε αυτήν. Όποιες αλλαγές κι αν υποστεί αυτές είναι πάντα το αποτέλεσμα τής πίεσης που ασκείται πάνω του, πίεσης αρκετά ισχυρής ώστε να αναγκάσει τις κυρίαρχες δυνάμεις να υποτάσσονται ειρηνικά ή με άλλο τρόπο, ήτοι  με επανάσταση. Επιπλέον, λόγω τού εγγενούς συντηρητισμού μιας κυβέρνησης, της εξουσίας οποιουδήποτε είδους, αυτή αναπόφευκτα γίνεται αντιδραστική. Για δύο λόγους: πρώτον, επειδή είναι στη φύση μιας κυβέρνησης όχι μόνο για να διατηρήσει την εξουσία που έχει, αλλά και για να την ενισχύσει, να τη διευρύνει και να τη διαιωνίσει σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Όσο ισχυρότερη είναι η εξουσία, τόσο μεγαλύτερο είναι το κράτος και η δύναμή του, τόσο λιγότερο μπορεί να ανεχθεί μια παρόμοια αρχή ή πολιτική δύναμη παράλληλα με την ίδια. Η ψυχολογία μιας κυβέρνησης απαιτεί η επιρροή και το κύρος της να αυξάνονται συνεχώς, εντός και εκτός συνόρων, και εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία να το κάνει. Αυτή η τάση υποκινείται από τα οικονομικά και τα εμπορικά συμφέροντα πίσω από την κυβέρνηση, τα οποία εκπροσωπούνται και εξυπηρετούνται από αυτή. Ο θεμελιώδης λόγος ύπαρξης κάθε κυβέρνησης στον οποίο, παρεμπιπτόντως, οι ιστορικοί των παλαιότερων ημερών κλείνανε σκόπιμα τα μάτια τους, έχει γίνει πλέον τόσο προφανής για να αγνοείται από τους καθηγητές.


./..


06 Δεκεμβρίου 2025

An enemy of society [Emma Goldman]

Στο παρόν παρουσιάζεται μια εξαιρετική ανάλυση, από την Emma Goldman, για το έργο τού Henrik Ibsen: «An Enemy of Society» (σ.σ. το περίφημο αυτό θεατρικό έργο έχει κατ’ επανάληψη ανέβει σε θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα υπό τον τίτλο: «O Εχθρός τού Λαού»), ανάλυση η οποία αναδεικνύει το πραγματικό ιδεολογικό περιεχόμενο τού έργου και τον επαναστατικό ιδεολογικό χαρακτήρα τού κορυφαίου αυτού δραματουργού. Το πρωτότυπο από το βιβλίο «The Social Significance of modern Drama - Emma Goldman» - πηγή:  gutenberg.org. 


O ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Ο Δρ. Τόμας Στόκμαν καλείται στη θέση τού ιατρικού συμβούλου στη διοίκηση των «Λουτρών», τα οποία αποτελούνε την κύρια πηγή εσόδων τής γενέτειράς του. Πρόκειται για έναν ειλικρινή άνθρωπο με υψηλά ιδανικά, ο οποίος επιστρέφει στη γενέτειρά του μετά από πολυετή απουσία, γεμάτος από το πνεύμα τής επιχειρηματικότητας και της προοδευτικής καινοτομίας. Γιατί, όπως λέει στον αδελφό του Πίτερ, το Δήμαρχο τής πόλης, «Είμαι τόσο χαρούμενος και ικανοποιημένος. Νιώθω τόσο απερίγραπτα ευτυχισμένος μέσα σε όλη αυτή την αναπτυσσόμενη, θάλλουσα ζωή. Άλλωστε, σε τι ένδοξη εποχή ζούμε. Είναι σαν να ξεφυτρώνει γύρω μας ένας νέος κόσμος».

Δήμαρχος: Το πιστεύεις πραγματικά;

Δρ. Στόκμαν: Λοιπόν, φυσικά, δεν μπορείς να το δεις αυτό τόσο καθαρά όσο εγώ. Έχεις περάσει όλη σου τη ζωή σε αυτό το μέρος, και έτσι οι αντιλήψεις σου έχουν αμβλυνθεί. Αλλά εγώ, που έπρεπε, όλα αυτά τα χρόνια, να ζήσω εκεί πάνω, σε κείνη τη μικρή τρύπα στο βορρά, σχεδόν ποτέ δεν έβλεπα μια ψυχή να μου πει μια ενθαρρυντική λέξη – όλα αυτά με επηρεάσανε σα να μεταφέρθηκα στη μέση μιας πολυσύχναστης πόλης – γνωρίζω αρκετά καλά ότι οι συνθήκες ζωής είναι περιορισμένες σε σύγκριση με πολλές άλλες πόλεις, αλλά εδώ είναι η ζωή, η ανάπτυξη και μια άπειρη ποικιλία πραγμάτων για τα οποία πρέπει να εργαστείς και να αγωνιστείς﮲ και αυτό είναι το κύριο σημείο.

Με αυτό το πνεύμα, ο Δρ. Στόκμαν ξεκινάει το έργο του. Μετά από δύο χρόνια προσεκτικής έρευνας, διαπιστώνει ότι τα Λουτρά είναι χτισμένα σε βάλτο, γεμάτο δηλητηριώδεις μικροοργανισμούς, και πως οι άνθρωποι που έρχονται εκεί για την υγεία τους κινδυνεύουνε να μολυνθούν από πυρετό.

Ο Τόμας Στόκμαν είναι ένας ευσυνείδητος γιατρός. Αγαπά τη γενέτειρά του πόλη, αλλά αγαπάει περισσότερο τούς συνανθρώπους του. Θεωρεί καθήκον του να γνωστοποιήσει την ανακάλυψή του στην ανώτατη αρχή της πόλης, το Δήμαρχο και αδελφό του Πίτερ Στόκμαν. Ο Δρ. Στόκμαν είναι πράγματι ιδεαλιστής, αλλιώς θα ήξερε ότι ο άνθρωπος συχνά χάνεται στα αξιώματά του. Εκτός αυτού, ο Πίτερ Στόκμαν είναι και πρόεδρος τού διοικητικού συμβουλίου και ένας από τους μεγαλομετόχους των Λουτρών. Λόγοι αρκετοί για να επικρίνει τον απερίσκεπτο γιατρό αδελφό του ως επικίνδυνο άνθρωπο:

Δήμαρχος: Τέλος πάντων, έχεις μια ριζωμένη τάση να ακολουθείς το δικό σου δρόμο. Και αυτό σε μια καλά οργανωμένη κοινότητα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Το άτομο πρέπει να υποτάσσεται σε ολόκληρη την κοινότητα ή, για να μιλήσουμε πιο σωστά, να υποκλίνεται στην εξουσία που επιβλέπει την ευημερία όλης τής κοινότητας.

Αλλά ο Γιατρός δεν ανησυχεί: ο Πίτερ είναι αξιωματούχος• δεν ασχολείται με ιδανικά. Υπάρχει όμως ο τύπος, που είναι το μέσο για τον σκοπό του! Το προσωπικό τού Λαϊκού Αγγελιοφόρου – οι Χόβσταντ, Μπίλινγκς και Άσλακσεν – εντυπωσιάζονται βαθιά από την ανακάλυψη τού Γιατρού. Με το ένα μάτι στραμμένο σε μια εύστοχη παρουσίαση τού θέματος και το άλλο στην πολιτική πρόκληση, έθεσαν αμέσως το Λαϊκό Αγγελιοφόρο στη διάθεση του Τόμας Στόκμαν. Ο Χόβσταντ βλέπει μεγάλες δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη ριζική μεταρρύθμιση ολόκληρης τής ζωής τής κοινότητας.

Χόβσταντ: Για σένα, ως γιατρό και άνθρωπο τής επιστήμης, αυτή η υπόθεση των εγκαταστάσεων των Λουτρών είναι μια μεμονωμένη υπόθεση. Φαντάζομαι ότι δεν σου έχει περάσει από το μυαλό πόσα άλλα πράγματα συνδέονται με αυτήν... Ο βάλτος στον οποίο στέκεται και σαπίζει ολόκληρη η δημοτική μας ζωή... Νομίζω ότι ένας δημοσιογράφος αναλαμβάνει μια τεράστια ευθύνη όταν παραμελεί μια ευκαιρία να βοηθήσει τις μάζες, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους. Γνωρίζω αρκετά καλά ότι οι ανώτερες τάξεις θα το ονομάσουν αυτό αναστάτωση τού λαού, και ούτω καθεξής, αλλά μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, αρκεί να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη.

Ο Άσλακσεν, ο τυπογράφος τού Λαϊκού Αγγελιοφόρου, πρόεδρος τού «Συλλόγου Ιδιοκτητών Ακινήτων» και εκπρόσωπος τής «Οργάνωσης για μια Ισορροπημένη Ζωή», έχει, όπως και ο Χόβσταντ, ένα οξύ μάτι για τις επιχειρήσεις. Διαβεβαιώνει το Δόκτορα για την ολόψυχη συνεργασία του, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι «Δεν θα σε βλάψει να έχεις εμάς, τους ανθρώπους τής μεσαίας τάξης, στο πλευρό σου. Τώρα είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε μια συμπαγή πλειοψηφία στην πόλη – όταν πραγματικά το αποφασίσουμε. Και είναι πάντα καλό, Δόκτορα, να έχεις την πλειοψηφία με το μέρος σου... Κι έτσι νομίζω ότι δεν θα ήταν κακό να κάνουμε κάποιο είδος διαδήλωσης... Φυσικά με μεγάλη μετριοπάθεια, Δόκτορα. Είμαι πάντα υπέρ τής μετριοπάθειας• γιατί η μετριοπάθεια είναι η πρώτη αρετή ενός πολίτη – τουλάχιστον αυτά είναι τα συναισθήματά μου».

Πραγματικά, ο Δρ. Στόκμαν είναι ιδεαλιστής• αλλιώς δε θα έδειχνε τόση εμπιστοσύνη στο προσωπικό τού Αγγελιοφόρου τού Λαού, το οποίο αγαπά το λαό τόσο πολύ που τον τροφοδοτεί συνέχεια με πομπώδεις φράσεις δημοκρατικών αρχών και ευγενούς λειτουργίας τού Τύπου, ενώ κλέβει τις τσέπες του. Αυτό εκφράζεται με τα ίδια τα λόγια τού Χόβσταντ, όταν η Πέτρα, η κόρη του Δρ. Στόκμαν, επιστρέφει ένα συναισθηματικό μυθιστόρημα, το οποίο έπρεπε να μεταφράσει για τον Αγγελιοφόρο τού Λαού: «Αυτό δεν μπορεί να δημοσιευτεί στον Αγγελιοφόρο», λέει στον Χόβσταντ. «βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με τη δικές σου θεωρίες».

Χόβσταντ: Καλά, αλλά για χάρη του σκοπού –

Πέτρα: Δεν με καταλαβαίνεις ακόμα. Η υπόθεση αφορά μια υπερφυσική δύναμη, η οποία φροντίζει τούς λεγόμενους καλούς ανθρώπους εδώ στη γη, στρέφει τα πάντα προς όφελός τους και όλοι οι κακοί άνθρωποι τιμωρούνται.

Χόβσταντ: Ναι, αλλά αυτό είναι πολύ καλό. Είναι ακριβώς αυτό που αρέσει στο κοινό.

Πέτρα: Και θα έδινες στο κοινό να διαβάσει τέτοια πράγματα; Γιατί; Αφού δεν πιστεύεις ούτε λέξη από αυτά. Ξέρεις αρκετά καλά ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι.

Χόβσταντ: Έχεις δίκιο, αλλά ένας εκδότης δεν μπορεί πάντα να κάνει ό,τι θέλει. Συχνά πρέπει να υποκύπτει στην κοινή γνώμη σε δευτερεύοντα ζητήματα. Άλλωστε, η πολιτική είναι το κύριο πράγμα στη ζωή – τουλάχιστον για μια εφημερίδα﮲ κι αν θέλω ο λαός να με ακολουθήσει στο μονοπάτι τής χειραφέτησης και της προόδου, δεν πρέπει καθοιονδήποτε τρόπο να τον τρομάξω. Αν βρούνε μια τέτοια ηθική ιστορία στις εσωτερικές σελίδες θα είναι πολύ πιο πρόθυμοι να δεχθούν ό,τι είναι τυπωμένο σε αυτήν – αισθάνονται πιο ασφαλείς.

Οι εκδότες τής εφημερίδας, που εργάζεται ο Χόβσταντ, σπάνια τολμάνε να εκφράσουνε τις πραγματικές τους απόψεις. Δεν έχουνε την πολυτέλεια να «τρομάξουνε» τούς αναγνώστες τους. Γενικά υποκύπτουνε στην πιο αδαή και χυδαία κοινή γνώμη﮲ δεν βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συνταγμένη εξουσία. Επομένως, ο Αγγελιοφόρος τού Λαού εγκαταλείπει τον «μεγαλύτερο άνθρωπο» στην πόλη όταν οι εκπρόσωποί μαθαίνουνε πως ο Δήμαρχος και οι ισχυροί πολίτες είναι αποφασισμένοι να αποσιωπηθεί η αλήθεια. Ο Δήμαρχος καταγγέλλει κατηγορηματικά την «εξέγερση» τού αδελφού του.

Δήμαρχος: Το κοινό δεν χρειάζεται νέες ιδέες. Το κοινό εξυπηρετείται καλύτερα από τις παλιές, καλές, αναγνωρισμένες ιδέες που έχει ήδη... Ως αρμόδιος αξιωματούχος, σε ενημερώνω πως δεν έχεις δικαίωμα να έχεις (σ.σ. εννοεί να εκφράζεις δημόσια) καμία ατομική σου πεποίθηση.

Δρ. Στόκμαν: Η πηγή είναι δηλητηριασμένη, άνθρωπε! Τρελάθηκες; Ζούμε διακινώντας βρωμιά και σκουπίδια. Ολόκληρη η αναπτυσσόμενη κοινωνική μας ζωή έχει τις ρίζες της σε ένα ψέμα!

Δήμαρχος: Ανούσιες φαντασιώσεις – ή κάτι χειρότερο. Ο άνθρωπος που αφήνει τέτοια προσβλητικά υπονοούμενα κατά του ίδιου του τού τόπου είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρός τού λαού.

Δρ. Στόκμαν: Και πρέπει να υποστώ τέτοια μεταχείριση! Στο ίδιο μου το σπίτι, Κατρίν! Τι γνώμη έχεις γι' αυτά;

Κατρίν (κα Στόκμαν): Πράγματι, είναι ντροπή και προσβολή, αλλά Τόμας – ... τελικά, ο αδελφός σου έχει την εξουσία –

Δρ. Στόκμαν: Ναι, αλλά έχω το δικαίωμα!

Κατρίν: Α, ναι, σωστά, σωστά! Ποιο είναι το καλό τού να έχεις δίκιο όταν δεν έχεις καθόλου δύναμη;

Δρ. Στόκμαν: Τι! Δεν είναι καλό σε μια ελεύθερη κοινωνία να έχεις το δίκιο με το μέρος σου; Είσαι παράλογη, Κατρίν. Και επιπλέον, δεν έχω τον ελεύθερο και ανεξάρτητο τύπο με το μέρος μου; Η συμπαγής πλειοψηφία με στηρίζει; Αυτή είναι αρκετή δύναμη, νομίζω!

Η Κατρίν Στόκμαν είναι σοφότερη από τον άντρα της. Γιατί αυτός ο οποίος δεν έχει καθόλου δύναμη δεν έχει ελπίδα για κανένα του δίκιο. Ο καλός Γιατρός πρέπει να πιει το πικρό ποτήρι μέχρι την τελευταία σταγόνα πριν συνειδητοποιήσει τη σοφία τής γυναίκας του.

Απειλούμενος από τις αρχές και αποδοκιμασμένος από τον Αγγελιοφόρο τού Λαού, ο Δρ. Στόκμαν προσπαθεί να εξασφαλίσει μια αίθουσα για να πραγματοποιήσει μια δημόσια συνάντηση – παρουσίαση. Ως γεννημένος ελεύθερος πολίτης, πιστεύει στο Σύνταγμα και τις εγγυήσεις του. Είναι αποφασισμένος να διατηρήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση. Αλλά όπως τόσοι άλλοι, ακόμη και οι πιο προηγμένοι φιλελεύθεροι, που είναι τυφλωμένοι από το φάντασμα των συνταγματικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας τού λόγου, ο Δρ. Στόκμαν αναπόφευκτα πρέπει να πληρώσει την τιμωρία τής ευπιστίας του. Βρίσκει κάθε αίθουσα στην πόλη κλειστή για αυτόν. Μόνον ένας μοναχικός πολίτης, ο παλιός του φίλος Χόρστερ, έχει το θάρρος να ανοίξει τις πόρτες του στον διωκόμενο Δόκτορα, αλλά το πλήθος τον ακολουθεί, ουρλιάζοντας, ακόμα και εκεί και τον κατηγορεί ως εχθρό τού λαού. Ο Τόμας Στόκμαν ανακαλύπτει, στη μάχη του με την άγνοια, την ηλιθιότητα και τα κατεστημένα συμφέροντα, πως «οι πιο επικίνδυνος εχθρός τής αλήθειας και της ελευθερίας ανάμεσά μας είναι η συμπαγής πλειοψηφία, η καταραμένη συμπαγής φιλελεύθερη πλειοψηφία». Οι εμπειρίες του τον οδηγούνε στο συμπέρασμα ότι «η πλειοψηφία δεν έχει ποτέ δίκιο.... Αυτό είναι ένα από αυτά τα συμβατικά ψέματα ενάντια στα οποία ένας ελεύθερος, σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να επαναστατήσει.... Η πλειοψηφία έχει δυστυχώς δύναμη – αλλά όχι δίκιο».

Χόβσταντ: Ο άνθρωπος που θα κατέστρεφε μια ολόκληρη κοινότητα πρέπει να είναι εχθρός τού λαού!

Δρ. Στόκμαν: Δεν έχει σημασία αν μια ψεύτικη κοινότητα καταστραφεί!... Με τον καιρό θα δηλητηριάσετε ολόκληρη τη χώρα. Θα τη φέρετε σε τέτοιο σημείο που ολόκληρη η χώρα θα αξίζει να χαθεί. Κι αν συμβεί αυτό, το λέω από τα βάθη τής καρδιάς μου: θα χαθεί όλη η χώρα! Θα χαθούν όλοι οι άνθρωποι της!

Εκδιωγμένος από το μέρος, υπό τις κραυγές και τις αποδοκιμασίες τού μαινόμενου όχλου, ο Δρ. Στόκμαν, μόλις που καταφέρνει να σώσει τη ζωή του και αναζητά ασφάλεια στο σπίτι του, όπου βρίσκει τα πάντα κατεστραμμένα κι εκεί. Κάποια στιγμή τον αποκηρύσσουν ο μπακάλης, ο αρτοποιός και ο κατασκευαστής κηροπήγιων. Ο ιδιοκτήτης, φυσικά, τον λυπάται πολύ. Οι Στόκμαν πληρώνανε πάντα το ενοίκιό τους στην ώρα του, αλλά θα έβλαπτε τη φήμη του να έχει έναν τόσο δηλωμένο επαναστάτη για νοικάρη. Ο μπακάλης και ο χασάπης λυπούνται, αλλά δεν μπορούνε να θέσουνε σε κίνδυνο τις επιχειρήσεις τους. Τελικά, το εκπαιδευτικό συμβούλιο και αυτό στέλνει τις εκφράσεις λύπης του: Η Πέτρα είναι μια εξαιρετική δασκάλα και τα αγόρια τού Στόκμαν είναι εξαιρετικοί μαθητές, αλλά θα μολυνόντουσαν τα υπόλοιπα παιδιά αν επιτρεπότανε στους Στόκμαν να παραμείνουνε στο σχολείο. Και πάλι, ο Δρ. Στόκμαν, παίρνει ένα ζωτικής σημασίας μάθημα. Αλλά δεν θα υποταχθεί﮲ θα είναι δυνατός.


Δρ. Στόκμαν: Μήπως πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου να ηττηθεί από την κοινή γνώμη, τη συμπαγή πλειοψηφία και μια τέτοια διαβολική συμπεριφορά; Όχι, ευχαριστώ. Άλλωστε, αυτό που θέλω είναι τόσο απλό, τόσο σαφές και ξεκάθαρο. Θέλω μόνο να χτυπήσω τα κεφάλια αυτών των κοπρόσκυλων και να δείξω ότι οι φιλελεύθεροι είναι οι χειρότεροι εχθροί των ελεύθερων ανθρώπων• ότι τα προγράμματα των κομμάτων στραγγαλίζουνε τούς λαιμούς όλων των νέων ζωντανών αληθειών• πως όταν οι σκέψεις όταν γίνονται κάτω από σκοπιμότητα ανατρέπουνε την ηθική και τη δικαιοσύνη, μέχρι που η ζωή γίνεται απλώς απαίσια... Δεν βλέπω κανέναν άνθρωπο αρκετά ελεύθερο και γενναίο για να τολμήσει την Αλήθεια... Ο ισχυρότερος άνθρωπος είναι αυτός που στέκεται πιο μόνος.

Μια πραγματική ομολογία πίστης. Ο Ερρίκος Ίψεν, αν και αναγνωρίζεται ως ένας μεγάλος δραματουργός, παρέμεινε εντούτοις μόνος, πιστός στη θέση του ως επαναστάτης.

Η δραματουργική του τέχνη, χωρίς την ένδοξη εξέγερσή του ενάντια σε κάθε θεσμό εξουσίας, ενάντια σε κάθε κοινωνικό και ηθικό ψέμα, ενάντια σε κάθε ίχνος δουλείας, ήταν αδιανόητη. Όπως ακριβώς η τέχνη του θα έχανε την ανθρώπινη σημασία, έτσι θα έλειπε και η αγάπη του για την αλήθεια και την ελευθερία. Ήδη στο "Brand", ο Ερρίκος Ίψεν απαιτούσε όλα ή τίποτα, καμία μετριοπάθεια και κανέναν συμβιβασμό στον αγώνα για το ιδανικό. Η περήφανη ανυπακοή του, η ενθουσιώδης τόλμη του, η απόλυτη αδιαφορία του για τις συνέπειες, είναι το σάλπισμα τού Ερρίκου Ίψεν, που προαναγγέλλουν μια νέα αυγή και τη γέννηση μιας νέας φυλής.


AN ENEMY OF SOCIETY

Dr. Thomas Stockmann is called to the position of medical adviser to the management of the "Baths," the main resource of his native town. 

A sincere man of high ideals, Dr. Stockmann returns home after an absence of many years, full of the spirit of enterprise and progressive innovation. For as he says to his brother Peter, the town Burgomaster, "I am so glad and content. I feel so unspeakably happy in the midst of all this growing, germinating life. After all, what a glorious time we do live in. It is as if a new world were springing up around us." 

Burgomaster: Do you really think so? 

Dr. Stockmann: Well, of course, you can't see this as clearly as I do. You've spent all your life in this place, and so your perceptions have been dulled. But I, who had to live up there in that small hole in the north all those years, hardly ever seeing a soul to speak a stimulating word to me—all this affects me as if I were carried to the midst of a crowded city—I know well enough that the conditions of life are small compared with many other towns. But here is life, growth, an infinity of things to work for and to strive for; and that is the main point. 

In this spirit Dr. Stockmann sets to his task. After two years of careful investigation, he finds that the Baths are built on a swamp, full of poisonous germs, and that people who come there for their health will be infected with fever. 

Thomas Stockmann is a conscientious physician. He loves his native town, but he loves his fellow-men more. He considers it his duty to communicate his discovery to the highest authority of the town, the Burgomaster, his brother Peter Stockmann. 

Dr. Stockmann is indeed an idealist; else he would know that the man is often lost in the official. Besides, Peter Stockmann is also the president of the board of directors and one of the heaviest stockholders of the Baths. Sufficient reason to upbraid his reckless medical brother as a dangerous man: 

Burgomaster: Anyhow, you've an ingrained propensity for going your own way. And that in a well-ordered community is almost as dangerous. The individual must submit himself to the whole community, or, to speak more correctly, bow to the authority that watches over the welfare of all. 

But the Doctor is not disconcerted: Peter is an official; he is not concerned with ideals. But there is the press,—that is the medium for his purpose! The staff of the People's Messenger – Hovstad, Billings, and Aslaksen, are deeply impressed by the Doctor's discovery. With one eye to good copy and the other to the political chances, they immediately put the People's Messenger at the disposal of Thomas Stockmann. Hovstad sees great possibilities for a thorough radical reform of the whole life of the community. 

Hovstad: To you, as a doctor and a man of science, this business of the waterworks is an isolated affair. I fancy it hasn't occurred to you that a good many other things are connected with it.... The swamp our whole municipal life stands and rots in.... I think a journalist assumes an immense responsibility when he neglects an opportunity of aiding the masses, the poor, the oppressed. I know well enough that the upper classes will call this stirring up the people, and so forth, but they can do as they please, if only my conscience is clear. 

Aslaksen, printer of the People's Messenger, chairman of the Householders' Association, and agent for the Moderation Society, has, like Hovstad, a keen eye to business. He assures the Doctor of his whole-hearted cooperation, especially emphasizing that, "It might do you no harm to have us middle-class men at your back. We now form a compact majority in the town—when we really make up our minds to. And it's always as well, Doctor, to have the majority with you.... And so I think it wouldn't be amiss if we made some sort of a demonstration.... Of course with great moderation, Doctor. I am always in favor of moderation; for moderation is a citizen's first virtue—at least those are my sentiments." 

Truly, Dr. Stockmann is an idealist; else he would not place so much faith in the staff of the People's Messenger, who love the people so well that they constantly feed them with high-sounding phrases of democratic principles and of the noble function of the press, while they pilfer their pockets. 

That is expressed in Hovstad's own words, when Petra, the daughter of Dr. Stockmann, returns a sentimental novel she was to translate for the People's Messenger: "This can't possibly go into the Messenger," she tells Hovstad; "it is in direct contradiction to your own opinion." 

Hovstad: Well, but for the sake of the cause – 

Petra: You don't understand me yet. It is all about a supernatural power that looks after the so-called good people here on earth, and turns all things to their advantage at last, and all the bad people are punished. 

Hovstad: Yes, but that's very fine. It's the very thing the public like. 

Petra: And would you supply the public with such stuff? Why, you don't believe one word of it yourself. You know well enough that things don't really happen like that. 

Hovstad: You're right there; but an editor can't always do as he likes. He often has to yield to public opinion in small matters. After all, politics is the chief thing in life—at any rate for a newspaper; and if I want the people to follow me along the path of emancipation and progress, I mustn't scare them away. If they find such a moral story down in the cellar, they're much more willing to stand what is printed above it—they feel themselves safer. 

Editors of the stamp of Hovstad seldom dare to express their real opinions. They cannot afford to "scare away" their readers. They generally yield to the most ignorant and vulgar public opinion; they do not set themselves up against constituted authority. Therefore the People's Messenger drops the "greatest man" in town when it learns that the Burgomaster and the influential citizens are determined that the truth shall be silenced. The Burgomaster soundly denounces his brother's "rebellion." 

Burgomaster: The public doesn't need new ideas. The public is best served by the good old recognized ideas that they have already.... As an official, you've no right to have any individual conviction. 

Dr. Stockmann: The source is poisoned, man! Are you mad? We live by trafficking in filth and garbage. The whole of our developing social life is rooted in a lie! 

Burgomaster: Idle fancies – or something worse. The man who makes such offensive insinuations against his own native place must be an enemy of society. 

Dr. Stockmann: And I must bear such treatment! In my own house. Katrine! What do you think of it? 

Mrs. Stockmann: Indeed, it is a shame and an insult, Thomas – ... But, after all, your brother has the power –

Dr. Stockmann: Yes, but I have the right! 

Mrs. Stockmann: Ah, yes, right, right! What is the good of being right when you haven't any might? 

Dr. Stockmann: What! No good in a free society to have right on your side? You are absurd, Katrine. And besides, haven't I the free and independent press with me? The compact majority behind me? That's might enough, I should think! 

Katrine Stockmann is wiser than her husband. For he who has no might need hope for no right. The good Doctor has to drink the bitter cup to the last drop before he realizes the wisdom of his wife. 

Threatened by the authorities and repudiated by the People's Messenger, Dr. Stockmann attempts to secure a hall wherein to hold a public meeting. A free-born citizen, he believes in the Constitution and its guarantees; he is determined to maintain his right of free expression. But like so many others, even most advanced liberals blinded by the spook of constitutional rights and free speech, Dr. Stockmann inevitably has to pay the penalty of his credulity. He finds every hall in town closed against him. Only one solitary citizen has the courage to open his doors to the persecuted Doctor,— his old friend Horster. But the mob follows him even there and howls him down as an enemy of society. Thomas Stockmann makes the discovery in his battle with ignorance, stupidity, and vested interests that "the most dangerous enemies of truth and freedom in our midst are the compact majority, the damned compact liberal majority." His experiences lead him to the conclusion that "the majority is never right.... That is one of those conventional lies against which a free, thoughtful man must rebel.... The majority has might unhappily – but right it has not." 

Hovstad: The man who would ruin a whole community must be an enemy of society! 

Dr. Stockmann: It doesn't matter if a lying community is ruined!... You'll poison the whole country in time; you will bring it to such a pass that the whole country will deserve to perish. And should it come to this, I say, from the bottom of my heart: Perish the country! Perish all its people! 

Driven out of the place, hooted and jeered by the mob, Dr. Stockmann barely escapes with his life, and seeks safety in his home, only to find everything demolished there. In due time he is repudiated by the grocer, the baker, and the candlestick maker. The landlord, of course, is very sorry for him. The Stockmanns have always paid their rent regularly, but it would injure his reputation to have such an avowed rebel for a tenant. The grocer is sorry, and the butcher, too; but they can not jeopardize their business. Finally the board of education sends expressions of regret: Petra is an excellent teacher  and the boys of Stockmann splendid pupils, but it would contaminate the other children were the Stockmanns allowed to remain at school. And again Dr. Stockmann learns a vital lesson. But he will not submit; he will be strong. 

Dr. Stockmann: Should I let myself be beaten off the field by public opinion, and the compact majority, and such deviltry? No, thanks. Besides, what I want is so simple, so clear and straightforward. I only want to drive into the heads of these curs that the Liberals are the worst foes of free men; that party-programmes wring the necks of all young living truths; that considerations of expediency turn morality and righteousness upside down, until life is simply hideous.... I don't see any man free and brave enough to dare the Truth.... The strongest man is he who stands most alone. 

A confession of faith, indeed, because Henrik Ibsen, although recognized as a great dramatic artist, remained alone in his stand as a revolutionist. 

His dramatic art, without his glorious rebellion against every authoritative institution, against every social and moral lie, against every vestige of bondage, were inconceivable. Just as his art would lose human significance, were his love of truth and freedom lacking. Already in "Brand," Henrik Ibsen demanded all or nothing, no weakkneed moderation,—no compromise of any sort in the struggle for the ideal. His proud defiance, his enthusiastic daring, his utter indifference to consequences, are Henrik Ibsen's bugle call, heralding a new dawn and the birth of a new race.