ΔΕΝ ΧΤΥΠΗΣΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΟΣ. Ν’ ΑΝΟΙΞΩ Ή ΝΑ μην ανοίξω; Δεν
το άγγιξα το πόμολο. Η αγάπη έχει τις
πόρτες ανοιχτές. Εκείνη ήταν αμπαρωμένη. Γύρισα κι έφυγα. Δεν χτύπησα
την πόρτα. Δεν χτύπησα το παράθυρο. Μια μαραμένη άνοιξη στεκόταν εκεί στον
πλαϊνό κήπο και με κοιτούσε αινιγματικά. Κάποτε πετροβολούσα το παράθυρο με
λιανολίθαρα και κουκούτσια κι εσύ έβγαινες δαγκώνοντας τα χείλη. Δάγκωνε τα
χείλη του ο ήλιος και έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τον ορίζοντα.
Αμπαρωμένη πόρτα, κλειστά τα παντζούρια. Μια μαραμένη άνοιξη. Τα κόκκινα
τριαντάφυλλα που θέριευαν στην αυλή δεν υπάρχουν πια. Βγαίνει ο ήλιος στην
ανατολή και δεν με βλέπει. Φεύγει ο ήλιος προς τη δύση και δεν σ’ αποχαιρετάει.
Και όλα τα κουκούτσια τα μασάει η μοναξιά.
Κάπου καίγεται ένα κομμάτι γης, κάπου φλέγεται ένα κομμάτι σύννεφου. Δεν
φτάνουν δυο ποτάμια να σβήσουν τις φωτιές, δεν φτάνει μια θάλασσα να σβήσει
τους καημούς. Δεν φτάνει…
Την πόρτα την έβρισκα ανοιχτή. Έτσι είναι πάντα οι πόρτες της αγάπης. Τα
παράθυρα τα πετροβολούσα. Συνωμοτούσαμε με το φεγγάρι. Ήμασταν συνεννοημένοι
πότε θα ‘βγαινε εκείνο, πότε εγώ.
Τώρα το δάκρυ μιας πεταλούδας στάζει στο πηγάδι της μοναξιάς, της
αδικημένης αγάπης. Δεν φτάνουν δυο ρυάκια δακρύων να ζωογονήσουν μια μαραμένη
άνοιξη. Δεν φτάνουν δυο ποτάμια, δεν φτάνει μια θάλασσα.
25 Ιουλίου 2009
Από τη συλλογή διηγημάτων:
Διαβάστε τη εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου