13 Μαρτίου 2014

Στο ορφανοτροφείο ελεφάντων της Πιναβέλα (Pinnawala) στη Σρι Λάνκα [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]






















Στο ορφανοτροφείο ελεφάντων της Πιναβέλα (Pinnawala) στη Σρι Λάνκα.

Η προστασία των ελεφάντων πρέπει να αναφέρουμε ότι κατέχει σημαντική θέση από παλιά, σε βάθος χιλιετιών, στη Σρι Λάνκα, όπου σήμερα ζουν πάνω από το 10% του πληθυσμού των ασιατικών ελεφάντων. Ο χαρακτηρισμός των ελεφάντων και η  κατανομή τους  σε  κάστες, όπως επίσης και η διαχείριση των αιχμαλωτισμένων ελεφάντων, έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αρχαίων πραγματειών. Τα μοτίβα άλλωστε των ζώων αυτών, χρησιμοποιούνται ευρέως στις τέχνες της  χώρας από την αρχαιότητα. Πρόκειται για ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σκαλίσματα πάνω σε πέτρες και ξυλόγλυπτα, ωραία παραδείγματα των οποίων μπορεί κάποιος να δει στις αρχαίες πόλεις της Σρι Λάνκα, όπως την Πολοναρούβα, την Anuradhapura, την Kandy, καθώς και σε σύγχρονους τόπους λατρείας. Στην αρχαία ιστορία, οι αιχμάλωτοι ελέφαντες σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιούνταν για εργασία, στον πόλεμο και σε  θρησκευτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Είναι γνωστό βεβαίως ότι οι ελέφαντες κατέχουν κεντρική θέση στις δύο κύριες θρησκείες της χώρας,  τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Ο ελέφαντας θεωρείται σύμβολο σωματικής και ψυχικής δύναμης, ευφυΐας, υπευθυνότητας, καλής τύχης και ευημερίας. Σε πολλές εκδηλώσεις βρίσκονται κι αυτοί εκεί παρόντες, όπως για παράδειγμα τον Αύγουστο στην πόλη της Kandy, όπου παρελαύνουν μέχρι και εκατό ελέφαντες πλούσια στολισμένοι, μαζί με χιλιάδες τυμπανιστές, μουσικούς, χορευτές, φορείς δάδας,  και τόσους άλλους. Το αποκορύφωμα αυτής της τελετουργίας (Perahera) στην  Kandy είναι η τελετουργική έκθεση του δοντιού του Βούδα που μεταφέρεται στην πλάτη ενός ελέφαντα από την υψηλότερη βεβαίως κάστα. Οι ελέφαντες στη Σρι Λάνκα προστατεύονται δυνάμει του Νόμου Προστασίας της Πανίδας και της Χλωρίδας. Η σύλληψη ή η θανάτωση ενός άγριου ελέφαντα, επιφέρει υψηλό πρόστιμο ή φυλάκιση πολλών ετών ή και τα δύο ακόμα. Ρωτώντας μαθαίνω ότι ο  αριθμός των άγριων ελεφάντων σε όλο ετούτο το νησί των εξήντα πέντε χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, το 2011, υπολογίστηκε σε σχεδόν έξι χιλιάδες.


Η εξωτερική διακόσμηση του χώρου, είναι σαφής και κατατοπιστική. 

Από πλευράς κλιματολογικών συνθηκών, το νοτιοδυτικό κομμάτι του νησιού είναι γνωστό ως η υγρή ζώνη, η  οποία δέχεται βροχοπτώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ  το υπόλοιπο τμήμα της Σρι Λάνκα έχει εποχιακές βροχοπτώσεις και είναι γνωστό ως η ξηρή ζώνη. Τα βουνά στο κέντρο του νησιού υψώνονται σε ύψος περίπου 2500 μέτρων. Η φυσική βλάστηση όπως είναι αναμενόμενο εξαρτάται από το κλίμα της κάθε περιοχής, με άφθονα τροπικά δάση στην υγρή ζώνη. Πριν από την ανθρώπινη παρουσία εδώ, το μεγαλύτερο μέρος της χώρας καλυπτόταν από πυκνά καταπράσινα δάση και ελέφαντες οι οποίοι κατοικούσαν πιθανότατα σε ολόκληρο το νησί. Ο αριθμός τους εκείνες τις εποχές, υπολογίζεται σε πάνω από δέκα χιλιάδες. Η έλευση των ανθρώπων και ειδικά η άνοδος του ονομαζόμενου υδραυλικού πολιτισμού, με βάση την αρδευόμενη γεωργία στην ξηρή ζώνη πριν από 2500 χρόνια,  προκάλεσε σημαντικές περιβαλλοντικές αλλαγές και είναι πολύ πιθανό ότι επηρέασε τον αριθμό και την κατανομή των ελεφάντων.  Παρά ταύτα,  η μετατόπιση της καλλιέργειας σε άλλα εδάφη και η κατασκευή  αναρίθμητων δεξαμενών γλυκού νερού για καινούργιες αρδευόμενες εκτάσεις, εμπλούτισαν το περιβάλλον για τους ελέφαντες, επιτρέποντας υψηλότερες πυκνότητες ζώων σε περιορισμένες  περιοχές, με μεγάλο αριθμό ελεφάντων να χρησιμοποιείται ως οικόσιτα για τοπική χρήση, αλλά  και εξαγωγή. Και  η άνοδος, όμως, και η πτώση των βασιλείων και η μετατόπιση των κέντρων πολιτισμού, είχαν ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πληθυσμών των ελεφάντων. Ο αρχαίος πολιτισμός κατέρρευσε και η ξηρή ζώνη είχε εγκαταλειφθεί σε μεγάλο βαθμό γύρω από το 13ο αιώνα.  Πριν από αυτό το χρονικό όριο, η ανθρώπινη παρουσία στην υγρή ζώνη ήταν μάλλον αραιή και η οποία καλυπτόταν κυρίως από ώριμα δάση.
      Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή στην κατανομή και στον αριθμό των ελεφάντων  στην ιστορία της Σρι Λάνκα, κατά πάσα πιθανότητα συνέβη κατά τη διάρκεια της αποικιακής περιόδου, από το 1505 έως το 1948. Τότε, η υγρή ζώνη κατοικήθηκε σε μεγάλο βαθμό και  μετατράπηκε σε γεωργική έκταση για καφέ, τσάι, καουτσούκ και καρύδες, με αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού τους στην προαναφερθείσα περιοχή. Κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος,  η πυκνότητα και ο αριθμός των ελεφάντων αυξήθηκαν  στην ξηρά ζώνη, λόγω της αναγέννησης των οικοτόπων και των αμέτρητων  ταμιευτήρων νερού που είχαν φτιαχτεί. Η εκ νέου ανάπτυξη και εγκατάσταση κατοίκων στην ξηρή ζώνη με βάση την αρδευόμενη γεωργία, ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα με την κατασκευή μεγάλων ταμιευτήρων νερού, την αποκατάσταση των συστημάτων της αρχαίας άρδευσης και την επανεγκατάσταση των ανθρώπων, η οποία επιταχύνθηκε με την ανεξαρτησία της Σρι Λάνκα το 1948 και συνεχίζεται αμείωτη μέχρι και σήμερα. Έτσι βρίσκονται ελέφαντες σχεδόν σε ολόκληρη την ξηρή  ζώνη, μια περιοχή η οποία καλύπτει περίπου το 60% του νησιού. Οι αναπτυξιακές αυτές δραστηριότητες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην πυκνότητα και την κατανομή των ελεφάντων, με μόνιμους οικισμούς και καλλιέργειες στις οποίες αποκλείονται εντελώς τα μεγάλα αυτά ζώα. Παρόλα αυτά, πολλοί ελέφαντες δεν περιορίζονται στις προστατευόμενες περιοχές, αλλά βρίσκονται και έξω απ’ αυτές, όπου τα τρόφιμα και το νερό είναι πιο άφθονα.  Ωστόσο, οι καλύτερες ευκαιρίες στις μέρες μας για την παρατήρησή τους, είναι τα εθνικά πάρκα, όπου τα ζώα έχουν συνηθίσει στην παρουσία των τουριστών. 
       Η κύρια απειλή για τους ελέφαντες στη Σρι Λάνκα είναι, σήμερα, η μετατροπή εκτάσεων σε οικισμούς και μόνιμες καλλιέργειες. Η εισροή ανθρώπων σε περιοχές που κατοικούνταν από ελέφαντες, οδηγεί σε αυξημένη αλληλεπίδραση και συγκρούσεις οι οποίες οδηγούν στο θάνατο πάνω από διακόσιους ελέφαντες ετησίως και δυστυχώς με αυξητική τάση. Οι περισσότεροι θάνατοι ελεφάντων προκαλούνται από πυροβολισμούς από τους αγρότες οι οποίοι υπερασπίζονται τις καλλιέργειές τους και από κάποιες έξυπνες και θανατηφόρες παγίδες. Οι συνηθέστερα δεχόμενες επιθέσεις καλλιέργειες, είναι αυτές με καλαμπόκι, ζαχαροκάλαμο, λαχανικά όπως κολοκύθα, γλυκιά πατάτα, φασόλια, όσπρια και φρούτα όπως μπανάνα, καρπούζι και μάνγκο, ενώ τα τελευταία χρόνια μπήκαν στο στόχαστρο των ελεφάντων και οι κοκοφοίνικες και τα τικ δέντρα, τα οποία προκαλούν συγκριτικά υψηλές οικονομικές απώλειες στους κατοίκους της χώρας. Παρομοίως, συχνά αναφέρονται ζημιές σε σπίτια και αποθήκες με σιτηρά, από απελπισμένους κατοίκους οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές και τη μανία των ελεφάντων. Την τελευταία δεκαετία προστέθηκαν και θάνατοι ανθρώπων από τους ελέφαντες και ως αιτίες αναφέρονται η μέθη, το περπάτημα ή η ιππασία ποδηλάτων και μοτοσικλετών σε περιοχές με ελέφαντες μέσα στη νύχτα και κατά τη διάρκεια  αντιμετώπισης των επιδρομών των ελεφάντων στα σπίτια.

    Οι αιχμάλωτοι τώρα ελέφαντες έχουν μακριά ιστορία στον πολιτισμό της Σρι Λάνκα από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι βασιλιάδες διατηρούσαν  μεγάλους στάβλους ελεφάντων που αριθμούσαν κάποιες χιλιάδες, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων ελεφάντων  πολέμου. Οι τεχνικές για το πώς θα ελέγχουν τους αιχμάλωτους ελέφαντες, αποτελούσε μέρος της εκπαίδευσης των αρχόντων στη Σρι Λάνκα. Αρχικά όλοι οι ελέφαντες ανήκαν στο βασιλιά, αλλά στην αποικιακή περίοδο, οι πορτογάλοι  και ολλανδοί  ηγεμόνες κράτησαν στα χέρια τους για ευνόητους λόγους το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας όλων των εξημερωμένων ελεφάντων. Αργότερα οι Ολλανδοί επέτρεψαν σε κάποιους τοπικούς οπλαρχηγούς να κρατήσουν ένα ή δύο ελέφαντες, με αντάλλαγμα βεβαίως την σύλληψη με θηλιές και καταβολή άγριων ελεφάντων στους αποικιοκράτες ως φόρο τιμής. Επί του παρόντος, οι ελέφαντες κρατούνται σε ναούς, από ιδιώτες, σε Εθνικούς Ζωολογικούς Κήπους και στο Ορφανοτροφείο της Πιναβέλα. Εκτός του ότι τους παρέχεται φροντίδα, κάποιες φορές κάνουν εργασίες όπως μεταφορά βαριών αντικειμένων, κυρίως ζωοτροφών.



Κοπάδι ελεφάντων μέσα στο φυσικό χώρο του ορφανοτροφείου.

Κάπου δεκατρία χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης Kegalle της επαρχίας  Sabaragamuwa της Σρι Λάνκα, βρίσκεται η Πιναβέλα, ένα μικρό χωριό το οποίο δεν θα το ήξερε σίγουρα κανείς, εάν δεν βρισκόταν εκεί ένα περίεργο ορφανοτροφείο, το οποίο φιλοξενεί, ανατρέφει και θεραπεύει μικρούς, κατά κανόνα, άγριους ασιατικούς ελέφαντες. Σήμερα βρίσκονται εδώ κάπου εβδομήντα ελέφαντες από τρεις γενιές. Το ορφανοτροφείο ιδρύθηκε αρχικά το 1975 από το Τμήμα Διατήρησης Άγριας Ζωής της Σρι Λάνκα (Sri Lanka Department of Wildlife Conservation, DWC), με αντικειμενικό σκοπό να προσφέρει φροντίδα και προστασία σε πολλά μικρά ορφανά που δεν είχαν απογαλακτιστεί και βρέθηκαν από κάποιους ευαισθητοποιημένους να περιπλανούνται μόνα και αβοήθητα μέσα στα πυκνά δάση της Σρι Λάνκα. Ορισμένες φορές τα μικρά ελεφαντάκια εγκαταλείπονται από τη μητέρα τους, μερικές φορές πέφτουν σε λάκκους και φαράγγια στην αναζήτησή τους για το πολυπόθητο  νερό κατά τη διάρκεια της περιόδου ξηρασίας, ενώ τέλος μερικά ορφανά εκτοπίζονται από το πρωτόγονο περιβάλλον που ζουν λόγω των έργων ανάπτυξης της περιοχής.
Αρχικά το ορφανοτροφείο βρισκόταν αλλού, μάλλον άλλαξε θέση πολλάκις, ώσπου τελευταία μεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε σε μια μεγάλης έκτασης φυτεία στο χωριό Πιναβέλα, δίπλα στον ποταμό Maha Oya. Τον πρώτο καιρό, το ορφανοτροφείο είχε πέντε μωρά ελέφαντες οι οποίοι σχημάτισαν έτσι τον πρωταρχικό πυρήνα του. Σταδιακά βέβαια προστέθηκαν κι άλλοι που βρέθηκαν μόνοι κι έρημοι στα δάση της περιοχής, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιοι μεταφέρθηκαν από τις αγέλες της ευρύτερης περιοχής της Πιναβέλα. Από τότε όμως, έχουν ανατραφεί κι αυτοί που γεννήθηκαν φυσικά εδώ. Προσέλκυσε σιγά-σιγά ντόπιους και ξένους επισκέπτες, αφού έγινε ταυτόχρονα και τουριστικό αξιοθέατο, τα έσοδα από τους οποίους συνέβαλαν αποτελεσματικά στη διατήρηση της απρόσκοπτης λειτουργίας  του ορφανοτροφείου. Το 1978, το ορφανοτροφείο πέρασε στην ευθύνη του υπεύθυνου Τμήματος των  Εθνικών Ζωολογικών Κήπων της Σρι Λάνκα και σύντομα τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα αναπαραγωγής των ελεφάντων. 
Το ορφανοτροφείο είναι ανοικτό για το κοινό καθημερινά  και όλα τα έσοδα χρησιμοποιούνται για τη φροντίδα των ελεφάντων. Οι επισκέπτες του πάρκου μπορούν να δουν τη φροντίδα και την καθημερινή ρουτίνα των ελεφάντων, όπως το τάισμα με μπιμπερό των μικρών, το πλύσιμο και το μπάνιο τους στο διπλανό ποταμό. Φυσικά το προσωπικό του ορφανοτροφείου κάνει ότι μπορεί για να ανακουφίσει τα διάφορα προβλήματα που ανακύπτουν. Δεν φαίνεται να ενοχλούνται από τις δραστηριότητες των επισκεπτών. Αντιθέτως μάλλον τις συμπεριλαμβάνουν με έξυπνο τρόπο μέσα στις δικές τους υποχρεώσεις. Όλοι οι ελέφαντες ζουν ελεύθεροι ως αγέλη κατά τη διάρκεια της ημέρας σε ένα χώρο λίγων σχετικά στρεμμάτων. Η τροφή τους βρίσκεται σε πάγκους ή πάνω σε τσιμεντένιες πλάκες. Φύλλα, χορτάρι, καρποί, καρύδες, φοίνικες, γρασίδι, αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της τροφής των ελεφάντων. Κάθε ενήλικο ζώο απαιτεί περίπου 76 κιλά αυτής της πράσινης ύλης την ημέρα και επιπλέον δύο με τρία κιλά τρόφιμα  από μια σακούλα που περιέχει πίτουρο ρυζιού και αραβόσιτο. Βεβαίως εδώ λαμβάνει χώρα και πραγματοποιείται και η αναπαραγωγή ορισμένων ελεφάντων. Το φυσικό περιβάλλον, η φροντίδα και η σίτισή τους, ευνοεί τις προσπάθειες και το πρόγραμμα αναπαραγωγής βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το 1984, όταν γεννήθηκε το πρώτο μωρό. Η αποστολή όμως του ορφανοτροφείου, δεν εστιάζεται μόνο στα προαναφερθέντα. Πολλοί ελέφαντες αφέθηκαν ή δόθηκαν σε ναούς, ιδιώτες και άλλους φορείς τα τελευταία χρόνια. 



Οι ηλικίες των ελεφάντων, ποικίλουν αφού εδώ γεννήθηκαν πολλοί τις τελευταίες δεκαετίες.

Βρίσκεσαι εδώ μετά από ενενήντα χιλιόμετρα αριστερής οδήγησης, κατάλοιπο των αποικιοκρατών Βρεττανών,  από το Κολόμπο, την πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα, μέσα από στενούς, αλλά ανεκτικούς δρόμους, γεμάτους πράσινα δέντρα και άφθονες στροφές. Η κύρια περιοχή, ενώ προηγουμένως ήταν άγνωστη και ανεξερεύνητη από τους περισσότερους, τελευταία έχει αποκτήσει επίσης κάποια μικρά καταστήματα, εστιατόρια, αναψυκτήρια και κτίρια, συμπεριλαμβανομένων μικρών καταλυμάτων ύπνου και κτηνιατρικές εγκαταστάσεις. Είδε το πρώην μικρό χωριουδάκι της να μεταμορφώνεται σε ένα ενδιαφέροντα και ελκυστικό τουριστικό προορισμό, τόσο για τους κατοίκους της χώρας, αλλά και για τους ξένους που είχαν την ευκαιρία και τύχη και βρέθηκαν στο μεγάλο καταπράσινο νησί. Η επιλογή του συγκεκριμένου μέρους μάλλον δεν ήταν τυχαία, αφού βρίσκεται κοντά στον προαναφερθέντα ποταμό με ότι συνεπάγεται αυτό.




Κατηφορίζοντας μέσα απ’ τους δρόμους του χωριού για τον ποταμό.

Το μικρό λεωφορείο σταματά ακριβώς απέναντι από την είσοδο του χώρου, σ’ ένα σκονισμένο ξέφωτο που περιτριγυρίζεται από μπόλικα μαγαζάκια, καφετέριες, παράγκες μικροπωλητών με τροπικά φρούτα και εμφιαλωμένο νερό,  και κινητικούς κατοίκους, ντόπιους και ξένους.  Η διέλευση του δρόμου σχετικά εύκολη, παρά την αυξημένη κίνηση των πάσης φύσεως τροχοφόρων. Βοηθά δεόντως η ούτως ή άλλως μικρή ταχύτητα που επιτρέπεται, αλλά και η παρουσία πολλών σκύλων ξαπλωμένων στις παρυφές των δρόμων, οι οποίοι κάποιες στιγμές αποφασίζουν να διασχίσουν το δρόμο χωρίς δισταγμό και προφυλάξεις, ωσάν να τελούν υπό διαλογισμό ή να βρίσκονται σε κατάσταση νιρβάνα, αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα,  και οι οποίοι βεβαίως είναι άκρως σεβαστοί από τους βουδιστές κατοίκους, όχι μόνον εδώ αλλά και σε όλους τους δρόμους  της χώρας.




Για μπάνιο και ξεδίψασμα!

Τρεις φορές όμως, συνήθως,  την ημέρα οδηγούνται στο ποτάμι με τη φροντίδα των υπαλλήλων για να πιουν νερό και να λουστούν, όπως ήδη αναφερθήκαμε. Ίσως είναι το πλέον θεαματικό μέρος ετούτης της επίσκεψης. Η θέα των τεράστιων ζώων μέσα στον κάθετο και στενό δρόμο που οδηγεί στο ποτάμι, είναι πραγματικά μοναδική. Ο ήχος των πατημασιών τους, ο όγκος τους, ο φόβος των ιδιοκτητών των μικρών μαγαζιών αριστερά και δεξιά του δρόμου, κάποιους να φοβούνται μην καταστρέψουν τα τεράστια ζώα, χωρίς να το θέλουν φυσικά, την περιουσία τους, είναι μέσα στην ημερήσια διάταξη. Κι ακόμα ο αριθμός των εμβρόντητων επισκεπτών από το μοναδικό θέαμα  πάνω από τον ποταμό σε μια καφετέρια, να προσπαθούν να αποτυπώσουν στον ψηφιακό κόσμο τους με τις κάμερες και μηχανές τους, το κοπάδι να κατηφορίζει ανεξέλεγκτο, μάλλον, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των  υπαλλήλων του ορφανοτροφείου, είναι από μόνο του άκρως  ομολογουμένως ελκυστικό σκηνικό! 


Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών

Ελληνόγλωσση

-Μητσάκης Κωνσταντίνος: Σρι Λάνκα: Το νησί του Βούδα. Έθνος. 26 Αυγούστου 2011.
-Πασχάλη Μαρία: Σρι Λάνκα: Από το Κάντι ως τη Νουβάρα Ελίγια. Το ΒΗΜΑ. 18 Μαρτίου 2012.

Ξενόγλωσση

-Fernando P., Wickramanayake E., Weerakoon D., Jayasinghe LKA, Gunawardene M., Janaka H.K.: Perceptions and patterns in humanelephant conflict in old and new settlements in Sri Lanka: insights for mitigation and management. Biodiversity and Conservation.2005; 14: 2465-2481.
-Fernando P., Janaka H.K., Prasad T., Pastorini J.: Identifying elephant movement patterns by direct observation. Gajah. 2010; 33: 41-46.
-Leimgruber P., Gagnon J.B., Wemmer C., Kelly D.S., Songer M.A., Selig E.R.: Fragmentation of Asia’s remaining wildlands: implications for Asian elephant conservation. Animal Conservation. 2003; 6: 347-359.
-Olivier R.: Distribution and status of the Asian elephant. Oryx. 1978; 14: 379-424.
-Prithiviraj Fernando, Jayantha Jayewardene, Tharaka Prasad, W. Hendavitharana, and Jennifer Pastorini: Current Status of Asian Elephants in Sri Lanka. Gajah; 2011; 35:  93-103.


Δεν υπάρχουν σχόλια: