Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

The Song of Hiawatha - 19 - The Ghosts [Henry W. Longfellow]


19. Τα Φαντάσματα

Ποτέ ο ιπτάμενος γύπας,
Στο θήραμά του στην έρημο,
Στον άρρωστο ή πληγωμένο βίσονα, δε σκύβει,
Αλλά όταν ένας άλλος γύπας,
Απ’ το ψηλό του εναέριο παρατηρητήριο, παρακολουθώντας
Την προς τα κάτω βουτιά βλέπει, ακολουθεί˙
Κι ένας τρίτος το δεύτερο καταδιώκει,
Απ’ τον αόρατο αιθέρα έρχονται,
Ένα στίγμα πρώτα και μετά το όρνιο,
Μέχρι που ο αέρας απ’ τα φτερά σκοτεινιάζει.

Έτσι και με τις καταστροφές, μία μόνη της ποτέ δεν έρχεται˙
Αλλά σα να παρακολουθούσανε και να περιμένανε,
Η μια των άλλων τις κινήσεις ανιχνεύοντας,
Μόλις η πρώτη καταπέσει,
Οι άλλες, σχηματίζοντας αγέλη,
Γύρω απ’ το άρρωστο και πληγωμένο θύμα τους, διαδοχικά ακολουθούνε,
Σα σκιά πρώτα και μετά σα λύπη,
Μέχρι ο αέρας, απ’ την αγωνία, σκοτεινιάσει.

Τώρα, πάνω απ’ όλες τις θλιβερές χώρες του Βορρά,
Ο δυνατός Peboan, ο Χειμώνας,
Πάνω απ’ τις λίμνες και τα ποτάμια εξέπνεε,
Τα νερά τους πετρώνοντας,
Απ’ τα μαλλιά του, τις νιφάδες χιονιού, τίναζε,
Μέχρι που οι πεδιάδες στο λευκό στρωθήκανε,
Ένα ενιαίο συνεχόμενο επίπεδο σχηματίζοντας,
Σα να ‘χε σκύψει ο Δημιουργός,
Και με το χέρι του, πέρα ως πέρα να τo 'χε λειάνει.

Μες στ’ απέραντο και θρηνώδες δάσος,
Ο κυνηγός στα χιονοπέδιλά του, περιπλανιότανε˙
Στο χωριό οι γυναίκες δουλεύανε,
Tο αραποσίτι κοπανούσανε ή τα ελαφήσια δέρματα κατεργαζόντουσαν˙
Και οι νέοι άντρες μαζί,
Στον πάγο το θορυβώδες παιχνίδι με τη μπάλα παίζανε,
Στην πεδιάδα με τα χιονοπέδιλά τους χορεύανε.

Ένα σκοτεινό απόγευμα, μετά το ηλιοβασίλεμα,
Η Γελαστό Νερό, στο καλύβι της,
Μαζί με τη γριά Nokomis καθόντουσαν,
Για τα βήματα του Hiawatha περιμένανε,
Προς το σπίτι απ’ το κυνήγι να επιστρέψει.

Τα πρόσωπά τους απ’ τη φωτιά του τζακιού λάμπανε,
Με βυσσινί ραβδώσεις τα χρωμάτιζε,
Της γριάς Nokomis τα μάτια
Σαν το υδάτινο χρώμα του φεγγαρόφωτος φέγγανε,
Της Γελαστό Νερό τα μάτια
Σαν την αντανάκλαση του ηλιόφωτος στο νερό ακτινοβολούσανε˙
Και οι σκιές τους πίσω τους,
Ζαρωμένες, στις γωνίες του καλυβιού (πέφτανε),
Και από πάνω τους ο κυματιστός καπνός ανέβαινε
Και στην καπνοδόχο στριμωχνότανε.

Στη συνέχεια, το παραπέτασμα της πόρτας εισόδου.
Απ’ το τίποτα, αργά σηκώθηκε·
Για μια στιγμή, η φωτιά, φωτεινότερα έλαμψε,
Και για μια στιγμή ο κυματιστός καπνός εκτράπηκε,
Καθώς δυο γυναίκες σιγανά μπήκανε,
Την πόρτα εισόδου απρόσκλητες περάσανε,
Χωρίς μια λέξη για χαιρετισμό,
Χωρίς σημάδι αναγνώρισης,
Στην πιο απόμακρη γωνιά καθίσανε
Και χαμηλά ανάμεσα στις σκιές μαζευτήκανε.

Από τη θωριά τους και τα ενδύματά τους:
Άγνωστες στο χωριό φαινόντουσαν·
Πολύ χλωμές και καταβεβλημένες αυτές δείχνανε,
Όπως εκεί λυπημένα και σιωπηλά καθόντουσαν,
Τρέμοντας και με τις σκιές έχοντας μαζευτεί.

Μήπως ο άνεμος πάνω απ’ την  καπνοδόχο ήτανε
Που κάτω στο καλύβι μουρμούριζε;
Μήπως της Koko-koho, της κουκουβάγιας, η στριγκή φωνή
Απ’ το μελαγχολικό δάσος ήτανε;
Σίγουρα μια φωνή στη σιωπή ακούστηκε:
"Αυτά πτώματα σ’ ενδύματα ντυμένα είναι,
Αυτά φαντάσματα που ‘ρχονται,
Απ’ το βασίλειο του Ponemah,
Απ’ τη χώρα του Επέκεινα, να σας κυνηγήσουνε είναι!"

Στο σπίτι τώρα ο Hiawatha,
Απ’ το κυνήγι στο δάσος,
Με το χιόνι στις κοτσίδες του,
Και μ’ ένα κόκκινο ελάφι στους ώμους του, ήρθε.
Κάτω, στα πόδια της Γελαστό Νερό,
Το άψυχο φορτίο του έριξε˙
Πιο ευγενή και πιο όμορφο αυτή τον σκεφτότανε,

Κι απ’ την πρώτη φορά ακόμη, τότε που ‘χε έρθει ερωτικά να τη διεκδικήσει,
Τότε που πρώτος, ένα ελάφι μπροστά της κάτω έριξε,
Ως ένδειξη των επιθυμιών του,
Ως μια υπόσχεση για τα μελλούμενα.

Κατόπιν αυτός γύρισε και τις ξένες είδε,
Με τις σκιές μαζεμένες και ζαρωμένες (καθόντουσαν)˙
Αναρωτήθηκε: "Αυτές ποιες είναι;
Ποιους παράξενους καλεσμένους η Minnehaha έχει;"
Αλλά τις ξένες δεν αμφισβήτησε,
Μονάχα καλωσόρισμα τους απεύθυνε
Και στο κατάλυμά του: φαγητό και θέση δίπλα στο τζάκι τους προσέφερε.

Όταν το βραδινό γεύμα ετοιμάστηκε,
Και το ελάφι είχε σε μερίδες χωριστεί,
Αμφότερες οι ωχρές επισκέπτριες, οι ξένες,
Απ’ ανάμεσα στις σκιές ξεπηδήσανε ,
Στις εκλεκτές μερίδες επάνω πέσανε,
Τα κομμάτια του λευκού λίπους απ’ τ’ αρσενικό ελάφι αρπάζανε,
Τη Γελαστό Νερό,
Από σύζυγο του Hiawatha, πέρα κάνοντας˙
Χωρίς να ρωτήσουνε, χωρίς να ευχαριστήσουνε,
Αφού λαίμαργα τις μπουκιές καταβροχθίσανε,
Πίσω ανάμεσα στις σκιές,
Στη γωνία του καλυβιού, γρήγορα γυρίσανε.

Ο Hiawatha ούτε λέξη δεν είπε,
Η Nokomis ούτε μια κίνηση δεν έκανε,
Η Γελαστό Νερό ούτε μια χειρονομία δεν έκανε˙
Στα χαρακτηριστικά των προσώπων τους καμία αλλαγή δε συνέβηκε˙  
Μονάχα η Minnehaha μαλακά ψιθύρισε
Λέγοντας: "Πεινασμένες είναι˙
Ας τις αφήσουμε, για να τ’ απολαύσουνε, ό,τι καλύτερο γι’ αυτές να κάνουνε˙
Ας τις αφήσουμε να φάνε, γιατί πεινασμένες είναι."

Πολλές μέρες ξημερώσανε και σκοτεινιάσανε,
Πολλές νύχτες το φως της ημέρας τινάξανε,
Όπως το πεύκο τις μεσονύχτιες νιφάδες του χιονιού
Απ’ τα κλαδιά του αποτινάζει˙
Μέρα με τη μέρα οι επισκέπτριες,
Στο καλύβι, ακίνητες και σιωπηλές καθόντουσαν˙
Αλλά τη νύχτα, είτε καταιγίδα είχε είτε αστροφεγγιά είχε,
Μες στο δάσος αυτές πηγαίνανε,
Στο καλύβι ξύλα για τη φωτιά φέρνανε,
Κουκουνάρια πεύκων για ν’ ανάψει φέρνανε,
Μα πάντα θλιμμένες και πάντα σιωπηλές ήτανε.

Και κάθε φορά που ο Hiawatha,
Απ’ το ψάρεμα ή το κυνήγι, επέστρεφε,
Όταν το βραδινό γεύμα ετοιμαζότανε,
Και το γεύμα είχε σε μερίδες χωριστεί,
Απ’ τη σκοτεινή γωνιά τους γλιστρώντας,
Οι ωχρές επισκέπτριες, οι ξένες, ερχόντουσαν,
Στις εκλεκτές μερίδες επάνω πέφτανε,
Τη Γελαστό Νερό, πέρα κάνοντας˙
Και χωρίς μια επίπληξη ή μια ερώτηση,
Πίσω ανάμεσα στις σκιές, γρήγορα γυρίζανε.

Ούτε μια φορά ο Hiawatha,
Με μια λέξη ή μια ματιά, τις είχε μεμφθεί·
Ούτε μια φορά η γριά Nokomis,
Χειρονομία αδημονίας έκανε·
Ούτε μια φορά η Γελαστό Νερό
Δυσαρέσκεια για την προσβολή έδειξε.
Όλα σιωπηλά αυτοί τα υπομείνανε,
Ότι τα δικαιώματα του φιλοξενούμενου και του ξένου,
Ότι η αρετή της δωρεάν προσφοράς,
Με μια ματιά δε μπορούσε να μειωθεί,
Με μια λέξη δε μπορούσε να παραβιαστεί.

Μια φορά τα μεσάνυχτα ο Hiawatha,
Πάντοτε προσεκτικός, πάντοτε άγρυπνος,
Στο καλύβι του, που αμυδρά φωτισμένο ήτανε,
Δίπλα στους δαυλούς που ακόμη καίγανε,
Δίπλα στη φωτιά του τζακιού που έφεγγε και τρεμόπαιζε
Ένας στεναγμός, τακτά επαναλαμβανόμενος, ακουγότανε.

Απ’ την κλίνη του ο Hiawatha σηκώθηκε,
Απ’ την από μαλλιαρές προβιές βίσονα (κλίνη του σηκώθηκε),
Το παραπέτασμα από ελαφήσιο δέρμα παραμέρισε,
Τις ωχρές επισκέπτριες, τις σκιές, είδε,
Στις κλίνες τους όρθιες να στέκονται,
Στη μεταμεσονύχτια σιωπή αυτές να κλαίνε.

Και αυτός είπε: «Ω! φιλοξενούμενες!
Γιατί οι καρδιές σας τόσο πληγωμένες είναι
Ώστε με λυγμούς, τα μεσάνυχτα, εσείς να κλαίτε;
Μήπως, ενδεχομένως, η γριά Nokomis
Ή η σύζυγός μου, η Minnehaha μου,
Σας έχουνε αδικήσει ή μήπως πάλι, από έλλειψη καλοσύνης,
Αποτύχαμε στα καθήκοντα μας να σας φιλοξενήσουμε, και θλιμμένες είστε;"

Τότε οι σκιές το κλάμα σταματήσανε,
Τους λυγμούς και τους θρήνους σταματήσανε,
Και με ευγενείς φωνές αυτές είπανε:
"Φαντάσματα πεθαμένων είμαστε,
Ψυχές από κείνους που κάποτε μαζί σας ήτανε.
Απ’ του Chibiabos τα μέρη:
Εδώ, να σας δοκιμάσουμε έχουμε έρθει,
Εδώ, να σας προειδοποιήσουμε έχουμε έρθει.

"Κραυγές θλίψης και θρήνοι,
Σε μας, στα Νησιά του Ευλογημένου, φτάνουνε·
Κραυγές αγωνίας απ’ τους ζωντανούς, φτάνουνε,
Τους πεθαμένους φίλους τους, πίσω καλώντας,
Με ανώφελη λύπη εμάς μελαγχολώντας.
Ως εκ τούτου, να σας δοκιμάσουμε έχουμε έρθει·
Κανείς σας δε μας ξέρει, κανείς σας δε μας έχει προσέξει.
Ένα βάρος για σας μονάχα είμαστε,
Και πως οι πεθαμένοι, εμείς βλέπουμε,
Θέση μεταξύ των ζωντανών δεν έχουνε.

"Αυτό, Ω! Hiawatha! σκέψου.
Γι’ αυτό σ’ όλους τους ανθρώπους να μιλήσεις:
Πως αυτοί, στο εξής και για πάντα,
Τις ψυχές των πεθαμένων,
Στα Νησιά του Ευλογημένου,
Με θρήνους, να μην τις μελαγχολούνε.

"Με τέτοια βαριά φορτία να μη φορτώνετε
Τους τάφους αυτών που θάβετε,
Φορτία όπως γούνες και χάντρες,
Φορτία όπως κατσαρόλες και βραστήρες,
Γιατί τα πνεύματα από το βάρος τους εξαντλούνται.
Μόνο τροφή δώστε τους να μεταφέρουνε,
Μόνο φωτιά δώστε τους να φωτίζουνε.

"Τέσσερις μέρες το ταξίδι των πνευμάτων,
Προς τη γη των φαντασμάτων και των σκιών, διαρκεί,
Τέσσερα τα μοναχικά βράδια στους καταυλισμούς (του δρόμου τους) είναι·
Τέσσερις φορές πρέπει οι φωτιές (στους καταυλισμούς) ν’ αναφτούνε.
Ως εκ τούτου, όταν οι νεκροί θαμμένοι είναι,
Μια φωτιά, καθώς η νύχτα πλησιάζει, ν’ αφήνετε,
Για τέσσερις φορές (μετά την κηδεία διαδοχικές) πάνω στον τάφο να την ανάβετε,
Ώστε στην ψυχή, στο ταξίδι της,
Η χαρούμενη φωτιά να μην της λείψει,
Να μη της χρειαστεί στο σκοτάδι να ψηλαφίζει.  

"Αντίο, ευγενή Hiawatha!
Εμείς σε δοκιμασία σ’ είχαμε βάλει,
Την υπομονή σου σε δοκιμασία είχαμε βάλει,
Με το προσβλητικό της παρουσίας μας,
Με τις αισχρές μας πράξεις,
Και μεγάλο και ευγενή σε βρήκαμε.
Στη μεγάλη δοκιμασία πουθενά δεν απέτυχες.
Στον πολύ σκληρό αγώνα ποτέ δε δείλιασες."

Όταν σταματήσανε, ένα ξαφνικό σκοτάδι έπεσε
Και το σιωπηλό καλύβι πλήρωσε.
O Hiawatha ένα θρόισμα άκουσε
Σαν την ενδυμασία του καθώς απ’ αυτόν σύρεται,
Το παραπέτασμα της πόρτας εισόδου άκουσε
Από ‘να αόρατο χέρι να σηκώνεται,
Την παγωμένη ανάσα του νυχτερινού αέρα ένιωσε,
Και για μια στιγμή το φως των αστεριών είδε·
Αλλά τα φαντάσματα πια δεν τα ξανάδε,
Τα περιπλανώμενα πνεύματα,
Απ’ το βασίλειο του Ponemah,
Από τη χώρα του Επέκεινα, πια δεν τα ξανάδε.


XIX. The Ghosts

Never stoops the soaring vulture
On his quarry in the desert,
On the sick or wounded bison,
But another vulture, watching
From his high aerial look-out,
Sees the downward plunge, and follows;
And a third pursues the second,
Coming from the invisible ether,
First a speck, and then a vulture,
Till the air is dark with pinions.

So disasters come not singly;
But as if they watched and waited,
Scanning one another's motions,
When the first descends, the others
Follow, follow, gathering flock-wise
Round their victim, sick and wounded,
First a shadow, then a sorrow,
Till the air is dark with anguish.

Now, o'er all the dreary North-land,
Mighty Peboan, the Winter,
Breathing on the lakes and rivers,
Into stone had changed their waters.
From his hair he shook the snow-flakes,
Till the plains were strewn with whiteness,
One uninterrupted level,
As if, stooping, the Creator
With his hand had smoothed them over.

Through the forest, wide and wailing,
Roamed the hunter on his snow-shoes;
In the village worked the women,
Pounded maize, or dressed the deer-skin;
And the young men played together
On the ice the noisy ball-play,
On the plain the dance of snow-shoes.

One dark evening, after sundown,
In her wigwam Laughing Water
Sat with old Nokomis, waiting
For the steps of Hiawatha
Homeward from the hunt returning.

On their faces gleamed the firelight,
Painting them with streaks of crimson,
In the eyes of old Nokomis
Glimmered like the watery moonlight,
In the eyes of Laughing Water
Glistened like the sun in water;
And behind them crouched their shadows
In the corners of the wigwam,
And the smoke in wreaths above them
Climbed and crowded through the smoke-flue.

Then the curtain of the doorway
From without was slowly lifted;
Brighter glowed the fire a moment,
And a moment swerved the smoke-wreath,
As two women entered softly,
Passed the doorway uninvited,
Without word of salutation,
Without sign of recognition,
Sat down in the farthest corner,
Crouching low among the shadows.

From their aspect and their garments,
Strangers seemed they in the village;
Very pale and haggard were they,
As they sat there sad and silent,
Trembling, cowering with the shadows.

Was it the wind above the smoke-flue,
Muttering down into the wigwam?
Was it the owl, the Koko-koho,
Hooting from the dismal forest?
Sure a voice said in the silence:
"These are corpses clad in garments,
These are ghosts that come to haunt you,
From the kingdom of Ponemah,
From the land of the Hereafter!"

Homeward now came Hiawatha
From his hunting in the forest,
With the snow upon his tresses,
And the red deer on his shoulders.
At the feet of Laughing Water
Down he threw his lifeless burden;
Nobler, handsomer she thought him,
Than when first he came to woo her,
First threw down the deer before her,
As a token of his wishes,
As a promise of the future.

Then he turned and saw the strangers,
Cowering, crouching with the shadows;
Said within himself, "Who are they?
What strange guests has Minnehaha?"
But he questioned not the strangers,
Only spake to bid them welcome
To his lodge, his food, his fireside.

When the evening meal was ready,
And the deer had been divided,
Both the pallid guests, the strangers,
Springing from among the shadows,
Seized upon the choicest portions,
Seized the white fat of the roebuck,
Set apart for Laughing Water,
For the wife of Hiawatha;
Without asking, without thanking,
Eagerly devoured the morsels,
Flitted back among the shadows
In the corner of the wigwam.

Not a word spake Hiawatha,
Not a motion made Nokomis,
Not a gesture Laughing Water;
Not a change came o'er their features;
Only Minnehaha softly
Whispered, saying, "They are famished;
Let them do what best delights them;
Let them eat, for they are famished."

Many a daylight dawned and darkened,
Many a night shook off the daylight
As the pine shakes off the snow-flakes
From the midnight of its branches;
Day by day the guests unmoving
Sat there silent in the wigwam;
But by night, in storm or starlight,
Forth they went into the forest,
Bringing fire-wood to the wigwam,
Bringing pine-cones for the burning,
Always sad and always silent.

And whenever Hiawatha
Came from fishing or from hunting,
When the evening meal was ready,
And the food had been divided,
Gliding from their darksome corner,
Came the pallid guests, the strangers,
Seized upon the choicest portions
Set aside for Laughing Water,
And without rebuke or question
Flitted back among the shadows.

Never once had Hiawatha
By a word or look reproved them;
Never once had old Nokomis
Made a gesture of impatience;
Never once had Laughing Water
Shown resentment at the outrage.
All had they endured in silence,
That the rights of guest and stranger,
That the virtue of free-giving,
By a look might not be lessened,
By a word might not be broken.

Once at midnight Hiawatha,
Ever wakeful, ever watchful,
In the wigwam, dimly lighted
By the brands that still were burning,
By the glimmering, flickering firelight
Heard a sighing, oft repeated,

From his couch rose Hiawatha,
From his shaggy hides of bison,
Pushed aside the deer-skin curtain,
Saw the pallid guests, the shadows,
Sitting upright on their couches,
Weeping in the silent midnight.

And he said: "O guests! why is it
That your hearts are so afflicted,
That you sob so in the midnight?
Has perchance the old Nokomis,
Has my wife, my Minnehaha,
Wronged or grieved you by unkindness,
Failed in hospitable duties?"

Then the shadows ceased from weeping,
Ceased from sobbing and lamenting,
And they said, with gentle voices:
"We are ghosts of the departed,
Souls of those who once were with you.
From the realms of Chibiabos
Hither have we come to try you,
Hither have we come to warn you.

"Cries of grief and lamentation
Reach us in the Blessed Islands;
Cries of anguish from the living,
Calling back their friends departed,
Sadden us with useless sorrow.
Therefore have we come to try you;
No one knows us, no one heeds us.
We are but a burden to you,
And we see that the departed
Have no place among the living.

"Think of this, O Hiawatha!
Speak of it to all the people,
That henceforward and forever
They no more with lamentations
Sadden the souls of the departed
In the Islands of the Blessed.

"Do not lay such heavy burdens
In the graves of those you bury,
Not such weight of furs and wampum,
Not such weight of pots and kettles,
For the spirits faint beneath them.
Only give them food to carry,
Only give them fire to light them.

"Four days is the spirit's journey
To the land of ghosts and shadows,
Four its lonely night encampments;
Four times must their fires be lighted.
Therefore, when the dead are buried,
Let a fire, as night approaches,
Four times on the grave be kindled,
That the soul upon its journey
May not lack the cheerful firelight,
May not grope about in darkness.

"Farewell, noble Hiawatha!
We have put you to the trial,
To the proof have put your patience,
By the insult of our presence,
By the outrage of our actions.
We have found you great and noble.
Fail not in the greater trial,
Faint not in the harder struggle."

When they ceased, a sudden darkness
Fell and filled the silent wigwam.
Hiawatha heard a rustle
As of garments trailing by him,
Heard the curtain of the doorway
Lifted by a hand he saw not,
Felt the cold breath of the night air,
For a moment saw the starlight;
But he saw the ghosts no longer,
Saw no more the wandering spirits
From the kingdom of Ponemah,
From the land of the Hereafter.


Όλο το πρωτότυπο στα αγγλικά: εδώ από το www.gutenberg.org/ebooks
Η απόδοση στα ελληνικά είναι του Γιώργου Πρίμπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: