07 Μαρτίου 2015

To Ξύπνημα, από το Siddhartha του Hermann Hesse [μετ. Λία Ζουργού]



ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Όταν πια ο Σιντάρτα άφησε το άλσος όπου είχε μείνει ο τέλειος Βούδας και ο Γκοβίντα, αισθάνθηκε ότι σ' αυτό το άλσος άφηνε και τη μέχρι τώρα ζωή του και ότι χωριζόταν από τον εαυτό του. Σκεφτόταν συνέχεια, καθώς περπατούσε αργά αυτό ακριβώς το αίσθημα που τον είχε καταλάβει ολότελα. Σκεφτόταν βαθιά, βυθιζόταν σ’ αυτό το αίσθημα σαν να βυθιζόταν σε νερό, μέχρι να αγγίξει τον πάτο, μέχρι εκεί που οι αιτίες εξηγούνται, γιατί του φαινόταν ότι σκέψη σημαίνει να γνωρίζεις τις αιτίες και έτσι μόνο τα αισθήματα γίνονται γνώση και δεν πάνε χαμένα, αλλά αποκτούν οντότητα και αρχίζουν να ακτινοβολούν το περιεχόμενο τους.

Περπατώντας αργά ο Σιντάρτα σκεφτόταν. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια νέος αλλά είχε γίνει άνδρας. Κατάλαβε ότι κάτι τον είχε εγκαταλείψει, όπως το φίδι αφήνει το παλιό του δέρμα, ότι κάτι δεν υπήρχε πια μέσα του, κάτι που τον συνόδευε σ’ όλη τη νιότη του, κάτι που του ανήκε: η επιθυμία να έχει δασκάλους και να ακούει διδασκαλίες. Τον τελευταίο δάσκαλο, που βρήκε στο δρόμο του, ακόμα κι αυτόν, τον ανώτατο και το σοφότατο δάσκαλο, τον Άγιο, τον Βούδα, τον είχε αφήσει, έπρεπε να τον αποχωριστεί, δεν μπορούσε να δεχθεί τη διδασκαλία του.

Προχωρώντας πιο αργά ακόμα, σκεφτόταν και αναρωτιόταν: "Τί είναι λοιπόν αυτό, που ήθελες να μάθεις από τους δασκάλους και τις διδασκαλίες και που δεν μπόρεσαν να στο μάθουν ακόμα κι αυτοί που σου έμαθαν τόσα;" Και το βρήκε: Ήταν το Εγώ που ήθελα να μάθω, το νόημα και την ουσία του. Ήταν το Εγώ, από το οποίο ήθελα να γλυτώσω, το οποίο ήθελα να καταδαμάσω. Δεν μπόρεσα όμως να το νικήσω, μπόρεσα μόνο να το ξεγελάσω και να ξεφύγω, μπόρεσα μόνο να του κρυφτώ. Πράγματι, τίποτα στον κόσμο δεν απασχόλησε τόσο πολύ τη σκέψη μου όσο αυτό, το Εγώ, αυτό το αίνιγμα, ότι ζω, ότι είμαι ένας, μονάχος και διαφορετικός από τους άλλους, ότι είμαι ο Σιντάρτα. Και για τίποτε άλλο στον κόσμο δεν ξέρω λιγότερα απ’ ό,τι για μένα τον ίδιο, τον Σιντάρτα".

Προχωρούσε αργά και σκεφτόταν˙ ξαφνικά στάθηκε, καθώς κατάλαβε αυτή τη σκέψη και αμέσως μια άλλη σκέψη ξεπήδησε απ’ αυτή, καινούργια, που έλεγε: "Το ότι δεν ξέρω τίποτα για μένα, το ότι ο Σιντάρτα μου είναι τόσο άγνωστος και ξένος, οφείλεται σ’ ένα και μοναδικό πράγμα: Φοβόμουν τον εαυτό μου, ήθελα να του ξεφύγω. Αναζητούσα τον Άτμαν, αναζητούσα τον Βράχμαν, ήμουν πρόθυμος να κομματιάσω και να ξεφλουδίσω το Εγώ μου όπως έναν καρπό, για να βρω στον πυρήνα τον Άτμσν, τη ζωή, το θεϊκό, το έσχατο. Έχανα όμως τον εαυτό μου.

Ο Σιντάρτα σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του, ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του και ένα βαθύ αίσθημα τον κατέλαβε μέχρι τις άκρες των δακτύλων του σα να ξυπνούσε από έναν ύπνο γεμάτο όνειρα. Και άρχισε να τρέχει, να τρέχει γρήγορα, σαν κάποιον που έχει να κάνει πολλά πράγματα.

"Τώρα δε θ’ αφήσω να μου ξεφύγει ο Σιντάρτα", σκέφτηκε, και έπαιρνε βαθιές αναπνοές. "Δε θ’ αρχίσω πάλι τη ζωή μου με τον Άτμαν και με τον πόνο του κόσμου. Δε θέλω πια να βασανίζω και να σκοτώνω τον εαυτό μου, για να βρω τάχα πίσω από τα ερείπια ένα μυστικό. Δεν μπορεί πια να με διδάσκει ούτε η Βέδα Γιόγκα, ούτε η Βέδα Αθάρβα, ούτε οι ασκητές, ούτε καμιά άλλη διδασκαλία. Από τον εαυτό μου θέλω να μάθω, θέλω να γίνω μαθητής του και θέλω να γνωρίσω τον εαυτό μου, το μυστικό που λέγεται Σιντάρτα".

Κοίταξε γύρω του σαν να έβλεπε τον κόσμο για πρώτη φορά, όμορφο, πολύχρωμο, περίεργο, αινιγματικό. Εδώ, ήταν γαλάζιος, αλλού κίτρινος, αλλού πράσινος. Τα σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό, ο ποταμός που κυλούσε, το πυκνό δάσος και το βουνό, όλα ήταν όμορφα, όλα ήταν μαγικά και γεμάτα μυστήριο και ανάμεσα τους αυτός, ο Σιντάρτα, που είχε ξυπνήσει, αναζητώντας τον εαυτό του. Όλ’ αυτά τα κίτρινα και τα γαλάζια, τον ποταμό και το δάσος, τα έβλεπε ο Σιντάρτα για πρώτη φορά. Δεν ήταν πια η μαγεία του Μάρα, δεν ήταν το πέπλο της Μάγια, δεν ήταν πια παράλογη και τυχαία η πολλαπλότητα των φαινομένων του κόσμου, που την περιφρονούσαν οι βαθυστόχαστοι βραχμάνες και την αψηφούσαν ψάχνοντας την ενότητα. Το γαλάζιο ήταν γαλάζιο, ο ποταμός ήταν ποταμός και μέσα και στο γαλάζιο και στον ποταμό και τον ίδιο τον Σιντάρτα ζούσε κρυφά το Ένα και το Θείο. Ο χαρακτήρας και η ουσία του ήταν τα ίδια, αλλού κίτρινο, κι αλλού γαλάζιο. Εκει ο ουρανός και δάσος και εδώ Σιντάρτα. Το νόημα και η ουσία δεν ήταν κάπου πίσω από τα πράγματα, αλλά μέσα σ’ αυτά, μέσα σ’ όλα.

"Πόσο κουφός και ανόητος ήμουν", σκεφτόταν ανοίγοντας το βήμα του. "Όταν κάποιος διαβάζει κάποιο γραφτό και θέλει να συλλάβει το νόημα του δεν περιφρονεί τα σημεία και τα γράμματα και δεν τα ονομάζει πλάνη, σύμπτωση ή κενό, αλλά τα διαβάζει, τα μελετάει και προσέχει αυτά τα γράμματα. Εγώ όμως που ήθελα να διαβάσω το βιβλίο του κόσμου και το βιβλίο της δικιάς μου ύπαρξης περιφρόνησα, για χάρη κάποιου φανταστικού νοήματος, τα σημεία και τα γράμματα, θεώρησα τον κόσμο των φαινομένων πλάνη, ονόμασα τα μάτια και τη γλώσσα μου τυχαία και ανάξια φαινόμενα. Όμως αυτό πέρασε πια, ξύπνησα, και σήμερα ξαναγεννήθηκα".

Και ενώ ο Σιντάρτα έκανε αυτές τις σκέψεις, έμεινε ξαφνικά ακίνητος, σαν να αντίκρισε ένα φίδι, και τότε κατάλαβε κι αυτό˙ αυτός που πράγματι είχε ξυπνήσει και είχε ξαναγεννηθεί έπρεπε να ξεκινήσει τη ζωή του εντελώς από την αρχή. Όταν το ίδιο πρωί άφηνε πίσω του το άλσος Γεταβάνα, το άλσος εκείνου του Υπέροχου ξυπνώντας και παίρνοντας ήδη το δρόμο για τον εαυτό του, σκοπός ήταν, και του φαινόταν φυσικό και αυτονόητο, μετά τη περίοδο της ασκητείας του, να γυρίσει στην πατρίδα του και στον πατέρα του. Τώρα όμως, αυτή ακριβώς τη στιγμή, που στάθηκε σαν να βρισκόταν κάποιο φίδι στο δρόμο του, κατάλαβε και αυτό το πράγμα ακόμα: "Δεν είμαι πια ασκητής, δεν είμαι πια ιερέας, δεν είμαι πια βραχμάνος. Και τί θα κάνω στο σπίτι και στον πατέρα μου; Θα μελετώ; Θα θυσιάζω; Θα ασκούμαι στην περισυλλογή; Όλα αυτά πέρασαν, όλα αυτά δε βρίσκονται πια στο δρόμο μου".

Ο Σιντάρτα έμεινε να στέκεται ακίνητος, και για μια στιγμή και όσο κρατάει μια ανάσα πάγωσε η καρδιά του, ένιωσε να παγώνει το στήθος του σαν μικρού ζώου κι ένιωσε σαν πουλί ή σαν λαγός, όταν είδε πόσο μόνος είναι. Για χρόνια ήταν χωρίς πατρίδα και δεν το είχε νιώσει. Τώρα το αισθάνθηκε. Πάντα, ακόμα και στην πιο βαθιά περισυλλογή, ήταν γιος του πατέρα του, ήταν βραχμάνος, υψηλά ιστάμενος, άνθρωπος του πνεύματος. Τώρα ήταν μόνο ο Σιντάρτα, που είχε ξυπνήσει, τίποτα άλλο. Πήρε βαθιά αναπνοή και για μια στιγμή πάγωσε και ανατρίχιασε. Κανένας δεν ήταν τόσο μόνος όσο αυτός. Κανένας αριστοκράτης που δεν ανήκει στους αριστοκράτες, κανένας τεχνίτης που δεν ανήκει στους τεχνίτες αλλά μοιράζεται τη ζωή τους και μιλάει τη γλώσσα τους γιατί δεν μπορεί να ζήσει με τους δικούς του, κανένας βραχμάνος που δεν υπολογίζεται σαν τέτοιος και δεν μπορεί να ζήσει μαζί τους, κανένας ασκητής που δε βρίσκει πια καταφύγιο στις τάξεις των σαμάνων, ακόμα και ο χαμένος στο δάσος ερημίτης δεν είναι τόσο μόνος, ανήκει κι αυτός σε κάποια ομάδα που τον περιβάλλει και που είναι γι’ αυτόν πατρίδα. Ο Γκοβίντα έγινε μοναχός και χιλιάδες μοναχοί είναι αδέλφια του, φορούν τη φορεσιά του, πιστεύουν την πίστη του, μιλούν τη γλώσσα του. Αυτός όμως, ο Σιντάρτα, πού ανήκει;

Αυτή τη στιγμή, που ο κόσμος γύρω του έλειωσε, που στάθηκε μονάχος σαν αστέρι στον ουρανό, αυτή τη στιγμή που η καρδιά του πάγωσε και το θάρρος του τον εγκατέλειψε, ο Σιντάρτα αντιστάθηκε και υψώθηκε πιο δυνατός, πιο Σιντάρτα από πριν. Το ένιωσε, αυτή ήταν η τελευταία φρίκη του ξυπνήματος, ο τελευταίος σπασμός της γέννας. Και αμέσως προχώρησε πάλι, γρήγορα και ανυπόμονα, όχι προς το σπίτι, όχι προς τον πατέρα, όχι πια προς τα πίσω.



Δεν υπάρχουν σχόλια: