Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Περί Ερμηνείας [Βασίλης Λαμπρόπουλος] ( III )

./..

Εφόσον το έργο είναι μια έμπρακτη εκφορά γνώμης για τη θεσμικότητα της τέχνης, η όποια άξια του εξαρτάται από την ισχύ αυτής της γνώμης να λειτουργήσει μέσα στο νομοθετημένο πλαίσιο και να επιτύχει τούς σκοπούς της - εξαρτάται, δηλαδή, από τη σημασία της γνώμης του για το θεσμικό status της τέχνης. Επομένως η ποιότητα δεν είναι μια έμφυτη ιδιότητα του έργου, αλλά το αποτέλεσμα της αντ-αγωνιστικής σχέσης του προς εκείνα που κρίνει — η απόδοση του δικαίου σε μια από τις αντίμαχες δυνάμεις. Η ποιότητα ταυτίζεται με την απήχηση της άποψης του καλλιτεχνήματος για την τέχνη: είναι η νομοθετική εξουσία που κερδίζει (ή όχι) το έργο μέσα από το επικοινωνιακό παιχνίδι του καλλιτεχνικού φαινομένου, και με την οποία δικαιούται να κρίνει ρητά άλλα έργα — δηλαδή να χρησιμοποιείται «επίσημα» ως κανών μετρήσεως. (Εκείνο το έργο που επιβλήθηκε και κατέκτησε το δικαίωμα να κρίνει διαχρονικά, διαχωρικά και διαπολιτισμικά κάθε άλλο, ακόμα και μεταγενέστερο, αποκαλείται κοινώς «αριστούργημα». Το αριστούργημα είναι το μνημείο της ιστορίας των ερμηνειών του). Η ποιότητα είναι, λοιπόν, η κύρια υπαρκτική κατηγορία του έργου: το έργο υφίσταται ως ποιότητα, ως αξιολόγηση της θεσμικότητας της τέχνης και άξια υπό διαρκή αναθεώρηση. Το ίδιο το καλλιτέχνημα είναι μια κρίση για άλλες ποιότητες και η κρίση αυτή υπόκειται με τη σειρά της σε κρίσεις παρόμοιας φύσης {παρόλο που επιδιώκει να τις προλάβει ή να τις καταστείλει).

Η πορεία του Ρομαντισμού (από τον ιδεαλισμό ως το Μοντερνισμό) είναι η μακρά διαδικασία εσωτερίκευσης — δηλαδή μυθολόγησης — της ποιότητας, η προσπάθεια να παρασταθεί η ποιότητα όχι ως σχέση, αλλά σαν εσωτερική, εγγενής, αυθύπαρκτη ιδιότητα — η νέα, τρομερή και μοναδική ομορφιά — ώστε η έλλειψη του έργου, η κατάσταση της διαρκούς αναστολής του, να φανεί σαν παρουσία. Η συμπλεγματικότητα αυτής της προσπάθειας εκδηλώθηκε με τη σαρωτική επανεμφάνιση της έννοιας της επίδρασης, η οποία ανέκυψε ως σύνδρομο της μνημειακής αντίληψης της παράδοσης-ως-ιστορίας, δηλαδή του πολιτισμού. Η επίδραση γίνεται αντικείμενο δέους (και λογοκρισίας και τρομοκρατίας, από σημειωτική άποψη) όταν ένα καθολικό αίσθημα ανασφάλειας και καθυστέρησης — η κατάθλιψη του ύστερου και όψιμου — βαραίνει πάνω στην παράδοση και επιβάλλει σαν πρώτιστο αξιολογικό μέτρο την καινοτομία — τη θραύση και απάρνησή της — και σαν αντίστοιχη αισθητική αρχή την πρωτοτυπία, το «γνώρισμα της μεγαλοφυΐας». Στο πνευματικό αυτό κλίμα της Καταδίκης και της εξορίας (που συνοψίζει περιεκτικά ο ρομαντικός έρωτας) υπάγεται και ο ολοφυρμός, ο μηδενισμός και ο ναρκισσισμός της Κριτικής. Ρομαντισμός είναι η αναδίπλωση των λέξεων στον εαυτό τους.

Η τέχνη ως ανταγωνιστική δημιουργία / συνέργεια είναι ένα σοβαρό και απεγνωσμένο παιχνίδι ρητορικών τακτικών σε βάρος της μεταφυσικής της γραμμής, ένα παιχνίδι με τα ονόματα, τα  σχήματα λόγου, τις κατηγορίες και τις έννοιες βασισμένο στους κανόνες των αισθητικών συμβάσεων, οι όποιοι διαρκώς τροποποιούνται και αλλάζουν κάτω από την ισχυρή ερμηνεία των πιο εφευρετικών και δυναμικών παικτών. Κάθε πολιτιστικό περιβάλλον συγκροτείται από μια σύγκρουση κωδίκων και ιδιωμάτων, η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί παρά σε βάρος του πνεύματος και της τέχνης, γιατί αύτη συνιστά το δράμα και το δυναμικό της κουλτούρας. Άρα προορισμός του παιχνιδιού είναι η συνέχιση και ανακαίνισή του, η ανανέωση του ενδιαφέροντος της απόλαυσης, της έκπληξης, του συναρπασμού — του αγώνα.

Εκείνο το έργο που, παρόλη τη μαχητικότητά του, μαρτυρεί επίγνωση της παιγνιώδους φύσης του, το έργο που δεν κλείνεται στην άποψή του — όσο ενδιαφέρουσα και επιβλητική και αν είναι αυτή — παρά μένει «ανοιχτό» σε πολλαπλές και ετερόκλητες αναγνώσεις, παρακινεί (αλλ)έπάλληλες αντίπαλες ερμηνείες. Το ανοιχτό έργο χαρακτηρίζεται από πληθωρική περίσσεια ακριβώς επειδή πρώτο του μέλημα δεν είναι η ποιότητα — δηλαδή η νίκη – αλλ’ ίσως η διαθεσιμότητα της ποιότητας — δηλαδή οι όροι του παιχνιδιού: περισσεύει από την τέχνη {παρόλο που εκεί ανήκει αναπόδραστα), από το είδος του, από την ιστορία του, από κάθε χρήση του. Δεν επιτρέπει να αξιοποιηθεί. Εφόδιο έχει την απροκάλυπτη αυτογνωσία του και κύρια στρατηγική: να επισύρει έμμεσα, αλλά και επίμονα και ευφάνταστα, την προσοχή στη φύση του, στη δική του συμβατικότητα (και όχι μόνο σε εκείνη του έργου που κρίνει). Με τον τρόπο αυτό προκαταλαμβάνει κάθε κρίση, και μάλιστα εκείνη της Κριτικής. Το ανοιχτό έργο δεν είναι επαναστατικό ούτε εχθρεύεται την παράδοση: δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ή υποδειγματική μέθοδο, αλλά σε αμφιβολία και αβεβαιότητα. Ανοιχτό είναι το έργο που προ(σ)καλεί τη βία της ερμηνείας και δε δελεάζει με δόξα και ασφάλεια τους εξηγητές ή άλλους αρμοδίους.

Κάθε έργο εγγυάται αναρίθμητες αναγνώσεις και κάθε ανάγνωση μπορεί να αποδειχθεί παρ-ανάγνωση και παρ-εξήγηση βάση μια διαφορετική διάταξη των στοιχείων του έργου. Το έργο από μόνο του δε σημαίνει τίποτε, δεν επικαλείται κάποια ουσία εκτός του κώδικα και του θεσμού: υπονομεύει έμμεσα τους ισχυρισμούς του — στο βαθμό που κάνει και το αντίθετο. Η ανάγνωση δεν είναι η αποκρυπτογράφηση ενός μηνύματος ή η αποκάλυϋη κάποιας αλήθειας, παρά η παραγωγή διαφορών και η απόδοση νοήματος στο έργο από τη θέληση της δυνάμεως του ερμηνευτή που θέλει να το καταλάβει. Η ερμηνεία δεν ενδιαφέρεται να τηρήσει την τελεολογία του έργου, όπως αυτή υποθετικά εκφράζεται στις προθέσεις, το περιεχόμενο ή τη δομή του, αλλά επιδιώκει με την ενεργητική συμμετοχή της να του αποδώσει αυτή σκοπό και λόγο ύπαρξης. Βέβαια, η εννοιολογική απροσδιοριστία του έργου οδηγεί τον αποδέκτη στον απέραντο λαβύρινθο της ερμηνευτικής δραστηριότητας, απ’ όπου δεν υπάρχει διαφυγή ή απαλλαγή. Η
μόνη απάντηση στην οριακή απορία και στο όνειρο της εξόδου — δηλαδή της εγκόσμιας αναφοράς — είναι η βία και η ελευθερία της εγκατανόησης: η νέα δημιουργία. Όσο για τη σωτηρία, αυτή δεν δίδεται στον κόσμο τούτο.

Η τέχνη είναι η πιο παράλογη και ένδοξη μάχη που δίνει ο νους κατά της θνητότητας απαντώντας στο αναπάντητο με το ανόητο, το έργο. Το αίτημα της μονιμότητας και της διάρκειας, η ανάγκη εξαγοράς της ζωής μέσα στη λύτρωση, εκφράζεται με απαράμιλλη σαφήνεια στην πάλη διεκδίκησης της καλλιτεχνικότητας: η αποσιώπηση του θεσμού είναι η προσπάθεια καταξίωσης της επιβολής μιας έλλογης τάξης και αναβολής του θανάτου. Το καλλιτέχνημα αγωνίζεται με τους ρητορικούς του τρόπους να αποφύγει το τέλος επινοώντας ένα ουτοπικό παρόν. Το παιχνίδι της αισθητικής επικοινωνίας καθώς και κάθε άλλη νοητική δραστηριότητα, οριοθετείται από τις αντίπαλες έννοιες του χρόνου και της αλήθειας οι όποιες διεκδικούν τη σκηνή της εμπειρίας: ό,τι κερδίζει η μια, αφαιρείται από την άλλη. Όμως οι προϋποθέσεις του παιχνιδιού δεν καθορίζονται από τις συνθήκες ή τη συνείδηση του ατόμου, αλλά δίδονται γραμματικά. Αυτό συνεπάγεται ότι κανείς ισχυρισμός, όσο και αν είναι σφοδρός ή απόλυτος, δεν μπορεί να κατακτήσει τη θεσμική ασυλία και να γίνει από τρόπος (γλώσσας) τόπος (βίωσης). Συνεπάγεται. επίσης, ότι η ζήτηση της εξουσίας θα παραμείνει η ανεξάλειπτη πηγή της κοινωνικής βίας, γιατί αποτελεί το θηριώδες ψέμα που ο άνθρωπος αντιτάσσει στη φθορά — ύβρις, αλλά πάντως απεγνωσμένη επίκληση αθανασίας που καμιά πεφωτισμένη εξήγηση δε θα ήταν ικανή να αποσβέσει. Απομένει παρά ταύτα, ανοιχτή η δυνατότητα επαναληπτικής κατάργησης του θεσμού που Θέτει εαυτόν ως εικόνα και σκοπό τον κόσμου. Η ερμηνεία δεν εξηγεί - επαναφέρει στο προσκήνιο την ιστορικότητα της εμπειρίας, ανυπέρβλητη όσο και απαράδεκτη. Δείχνει ότι η εξουσία διεκδικεί την αλήθεια και η τέχνη τη χρονικότητα για να διαψεύσουν τη γλώσσα και να μετριάσουν τον τρόμο του θανάτου.

Ο πόθος του καλλιτεχνήματος να υπάρξει και να αναγνωριστεί διαμεσολαβείται από άλλα καλλιτεχνήματα. Το έργο διαβάζεται με έργα και από άλλα έργα: διαμεσολαβεί σχέσεις παραληπτών. Έτσι ο κριτικός λόγος δε βρίσκεται έξω από την τέχνη άλλα αποτελεί συστατική προϋπόθεση της λειτουργίας της. Οι δημιουργοί είναι κάθε φορά δυο: εκείνος που κατασκευάζει και εκείνος που οικειοποιείται το έργο. Γι’ αυτό η ερμηνευτική κρίση είναι ανάγκη να υπερβεί το αίσθημα μειονεξίας, που επέφερε η Κριτική, και να διεκδικήσει το ρόλο που της επιφυλάσσει το παιχνίδι: δεν υπερτερεί ούτε υπόκειται στη λεγόμενη «δημιουργική παραγωγή». Εκείνο, όμως, που προέχει να κατανοήσει είναι ότι
I) είναι δευτερογενής, όχι ως προς την τέχνη, αλλά ως προς τη διατύπωση κρίσης, αφού η ίδια η τέχνη είναι άσκηση κριτικής, και 
II) είναι αλλογενής, αφού δεν κρίνει την τέχνη με τους όρους της (όπως κάνει η ίδια), αλλά με άλλους, διάφορους, που προέρχονται από άλλα συστήματα λόγου, δηλαδή άλλα καθεστώτα συμβάσεων.

Η Ερμηνευτική αντικρίνει μια κρίση για την τέχνη καλλιτεχνικά διατυπωμένη. Ο ρόλος της δεν πρέπει να είναι διαιτητικός, ρόλος πού καθορίζει ποιός παίζει σωστά και ποιος νικά στο παιχνίδι της αισθητικής επικοινωνίας, γιατί ως σκοπός του παιχνιδιού δεν πρέπει ποτέ να επιτραπεί η νίκη και επικράτηση. Χρέος της Ερμηνευτικής δεν είναι να επιλύει κατά αρέσκεια τις διαφορές μεταξύ καλλιτεχνών (όπως κάνει η Κριτική) αλλά να τις προβάλλει και να τις εκθέτει στην κρίση των άλλων. Σημασία δεν έχει «τι λέει» το έργο, αλλά τι κάνει, δηλαδή πώς σχετίζεται με άλλα. Το γλωσσικό παιχνίδι είναι ο τρόπος μας να παριστάνουμε. «Στο πράγμα αποδίδουμε ως κατηγόρημα αυτό πού βρίσκεται μέσα στον τρόπο παράστασης του». Το τι σημαίνεται αποτελεί απλώς μια λειτουργία του πώς σημαίνουμε. Γι’ αυτό η Ερμηνευτική δεν πρέπει να υποθάλπει την οικειότητα του έργου, αλλά να το κάνει αλλόκοτο και παράδοξο, προβάλλοντας όχι τις αντιστοιχίες, αλλά τις διαφορές, όχι τις υποκαταστάσεις, αλλά τις συσχετίσεις, όχι τις ενώσεις, αλλά τις αποσυνδέσεις — όχι την ενότητα, αλλά τον κερματισμό. Η Ερμηνευτική οφείλει να υπερασπίζεται το παιχνίδι και να φροντίζει για τη συντήρηση και ανανέωση του, καθιστώντας την ενότητα και την ακολουθία του προβληματική.

Το ερμηνευτικό ερώτημα είναι: ποια είναι η δομή, ποιο είναι το γεγονός της κατανόησης; Αντικείμενο της Ερμηνευτικής δεν είναι το έργο, αλλά οι τρόποι της πραγμάτωσης του — όχι το καλλιτέχνημα, αλλά το αισθητικό γεγονός. Η Ερμηνευτική απορρίπτει την αντικειμενικότητα — είτε αύτη αναφέρεται στην ύπαρξη των έργων είτε στην ιστορική τους τοποθέτηση. Η ερμηνεία ασκείται σε σημεία και δίδεται με σημεία˙ πρόκειται για σημειωτική μετάφραση: όταν ερμηνεύω, αλλάζω σημειωτικό επίπεδο. Ερμηνεία δεν είναι η υπακοή σε έναν επικοινωνιακό κανόνα, αλλά μια προσωπική χρήση του, που δεν αποκλείει την παράβαση. Η συμμόρφωση προς ένα κανόνα είναι μια πρακτική: δεν ακολουθεί κανείς ένα κανόνα ιδιωτικά. Η χρήση ενός κανόνα είναι ομιλία και εκδήλωση προσωπικής ελευθερίας: εκφέρεται και απευθύνεται. Βέβαια, κάθε ερμηνεία επιτρέπεται από τη δυνατότητα άλλων και γίνεται πάντα σε βάρος άλλων, αφού προϋποθέτει επιλογή και απόρριψη: αυτή είναι η βία που δραστηριοποιεί τα  έργα. Πρέπει όμως, να πάψει να θεωρείται σαν ένα από τα  στάδια της χρήσης — όπως η ανάλυση, η ταξινόμηση, η αποτίμηση, κλπ — και να ταυτιστεί με ένα ιδιαίτερο είδος της: την αλληγόρηση. Το άλλο του έργου, που εμπραγματώνει το ίδιο / είναι του, είναι η αλληγορική ερμηνεία.

Ο νους εργάζεται και πραγματεύεται επινοώντας και συνδυάζοντας αναλογίες: δεν υπάρχει κατανόηση χωρίς αναλογία. Όμως οι αναλογίες δεν είναι εγγενείς στα πράγματα, παρά μόνο στη σύνταξη. Αν η Ερμηνευτική ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ζωτικότητα της κρίσης παρά για την εγκυρότητα της γνώσης, τότε δεν μπορεί να αποδεχθεί αναλογικά πρότυπα, όπως η πραγματικότητα, η αυθεντικότητα ή η ποιότητα, αλλά πρέπει να καλλιεργήσει τη διαρκή απελευθέρωση της νοηματοδότησης από ταυτιστικές αποδόσεις. Όταν η Κριτική θορυβηθεί επαρκώς και αντιληφθεί ότι αναπόφευκτα αποτελεί μέρος του σοβαρού παιχνιδιού της τέχνης, τότε θα μεταβληθεί σε μια Ερμηνευτική της ικανότητας του ανθρώπου να ανταποκρίνεται στο αισθητικό γεγονός, μια Ερμηνευτική της αισθητικής ανταπόκρισης. Χρέος της Φιλοσοφικής Ερμηνευτικής είναι η κατανόηση της κατανόησης: η ρήξη με τους θεσμούς που διαμεσολαβούν το αληθές και το ιερό θεματοποιώντας τη θεμελιακή αυθαιρετότητα των επικοινωνιακών συμβάσεων. Η αισθητική ερμηνεία, ειδικότερα, υποδεικνύει με ποιο έμπρακτα τρόπο ένας ενεργητικός αναγνώστης / παραλήπτης έκρινε τη θεσμικότητα της τέχνης, επισημαίνοντας ότι και αυτός υπάγεται σε αυτή, αφού τη διεκδικεί για λογαριασμό του. Η Ερμηνευτική υπονομεύει την αθωότητα, την καθαρότητα και τη φυσικότητα τις προϋποθέσεις της αναλογικής κρίσης.

./..

Δεν υπάρχουν σχόλια: