Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

H "Αφιέρωση" που προηγείται του έργου "Faust" [Johann Wolfgang von Goethe]

σε μετάφραση Αριστομένη Προβελέγγιου, 1924

ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ

Πάλιν προσέρχεσθε, σκιαί, με αβεβαίαν πτήσιν,
αι άλλοτε εις το θολόν εμφανισθείσαι όμμα. 
Να δοκιμάσω άραγε να σε δεσμεύσω; κλίσιν 
προς τα αρχαία όνειρα αισθάνομαι ακόμα; 
Εικόνες ομιχλογενείς, πώς με πολιορκείτε! 
Έστω! της φαντασίας μου σεις ας κυριαρχείτε. 
Αισθάνομαι το στήθος μου νεανικώς να πάλλει 
υπό την μαγικήν πνοήν, ήτις σας περιβάλλει.

Σεις τας εικόνας ημερών μου φέρετε ωραίων, 
και αναβαίνουν προσφιλείς σκιαί από το σκότος˙ 
ως παλαιά παράδοσις, λησμονημένη πλέον, 
μαζί σας ανατέλλουσι φιλία, έρως πρώτος˙ 
ανανεούτ’ η αλγηδών, αντιλαλούν οι θρήνοι
του βίου την απατηλήν και σκολιάν πορείαν, 
τους φίλους μνημονεύουσιν, οίτινες την γλυκείαν 
ελπίδα απολέσαντες, κοιμώνται εν ειρήνη.

Τα τελευταία άσματα δεν ακροώντ’ εκείνοι, 
προς ους τα πρώτα έψαλα ποτέ˙ διεσκορπίσθη
το πλήθος όπερ έσπευδεν εδώ εν ευφρόσυνη, 
η πρώτη αχ! απήχησις αυτών εξηνεμίσθη. 
Τώρα προ πλήθους αντηχεί ο πόνος μου αγνώστου, 
πιέζει την καρδίαν μου κι αυτός ο έπαινος του, 
και όσους έτερψα ποτέ, εάν ακόμη ζώσι, 
διεσπαρμένοι επί γης το βήμα των πλανώσι.

Πόθος αρχαίος έξυπνα σφοδρός και με αρπάζει 
προς το σεμνόν βασίλειον πνευμάτων σιγαλέων˙ 
ως λύρα τώρα Αιολική το άσμα μου στενάζει, 
εις τόνον αδιόριστον και ασαφή εκπνέον˙ 
λαμβάνει με φρικίασις˙ εις δάκρυ δάκρυ πίπτει, 
η δύσκαμπτος καρδία μου πραΰνεται, κλονείται˙ 
ό,τι κατέχω, ως σκιά μακράν μου ανακύπτει, 
ό,τι παρήλθε, ζωντανόν ενώπιον μου κείται.



























σε μετάφραση Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, 1991

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Τρεμουλιαστές μορφές έρχεστε πίσω 
σεις που νωρίς είδε η ματιά η θολή. 
Να δοκιμάσω εδώ να σας κρατήσω; 
Τρέφει η καρδιά μια ελπίδα απατηλή; 
Ορμάτε! Να με αδράξετε ας αφήσω, 
ως βγαίνετε από αντάρα γύρω αχνή˙ 
σπαράζοντας το στήθος ξανανιώνει 
στη μαγική πνοή που σας φουντώνει.

Βλέπω εικόνες καιρών ευτυχισμένων, 
κι αγαπητοί ίσκιοι βγαίνουν μπρος˙ σα μια 
ηχώ μύθων παλιών μισοσβησμένων, 
αγάπη πρώτη και φιλία ξυπνά˙ 
ο πόνος ξαναζεί, τον μπερδεμένον 
της ζωής δρόμο ο θρήνος πάει ξανά,
και μου λέει τους καλούς, που γελασμένοι 
στην ευτυχία τους, πριν μου είναι χαμένοι.

Όσοι τους έχω τα πρώτα ειπωμένα, 
τα κατόπι τραγούδια δε θ’ ακούν˙ 
τα πλήθη, πάνε πια τα ευλογημένα, 
οϊμέ σβησμένοι οι πρώτοι αχοί σωπούν. 
Ο πόνος μου αντηχεί σε πλήθη ξένα 
που με τρομάζουν κι όταν με παινούν, 
κι όσους έχει ο σκοπός μου ευχαριστήσει, 
ακόμα αν ζουν, στον κόσμο έχουν σκορπίσει.

Καημός ξεμαθημένος πια με αδράζει 
κατά τη σφαίρα αυτή τη μυστική, 
το τραγούδι μου τώρα τρεμουλιάζει 
με αχό θολό σαν άρπα αιολική˙ 
ρίγος με αρπά, δάκρυ στο δάκρυ στάζει, 
και μαλακώνει κι η καρδιά η σκληρή˙ 
ό,τι έχω το θωρώ μακριά στα βάθη, 
και ζωντανό μού γίνεται ό,τι εχάθη.





Δεν υπάρχουν σχόλια: