LXXXVI
You strut in piety the while you take
That pilgrimage to Mecca. Now beware,
For starving relatives befoul the air,
And curse, O fool, the threshold you forsake.
Καμαρωτός βαδίζεις με ευσέβεια καθώς εκπληρώνεις
Το θρησκευτικό σου αυτό ταξίδι στη Μέκκα. Μόνο τώρα πρόσεχε,
Τους πεινασμένους συγγενείς που βρομίζουν τον αέρα,
Και καταριούνται, Ω ανόητε, την πύλη που εγκαταλείπεις.
LXXXVII
How man is made! He staggers at the voice,
The little voice that leads you to the land
Of virtue; but, on hearing the command
To lead a giant army, will rejoice.
Πώς είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος! Παραπαίει στη φωνή,
Στη μικρή φωνή που σε οδηγεί στη γη
Της αρετής· αλλά, ακούγοντας την εντολή
Που οδηγεί έναν τεράστιο στρατό, θα αποκριθεί.
LXXXVIII
Behold the cup whereon your slave has trod;
That is what every cup is falling to.
Your slave--remember that he lives by you,
While in the form of him we bow to God.
Να το κύπελλο που πάτησε ο σκλάβος σου·
Έτσι γίνεται κάθε κύπελλο.
Ο σκλάβος σου – θυμήσου ότι ζει από σένα,
Ενώ με τη μορφή του υποκλινόμαστε στο Θεό.
LXXXIX
The lowliest of the people is the lord
Who knows not where each day to make his bed,
Whose crown is kept upon the royal head
By that poor naked minister, the sword.
Ο πιο ταπεινός τού λαού είναι ο κύριος
Που δεν ξέρει πού να στρώσει κάθε μέρα το κρεβάτι του,
Το στέμμα τού οποίου φυλάσσεται στο βασιλικό κεφάλι
Από τούτον τον φτωχό γυμνό φροντιστή, το σπαθί.
XC
Which is the tyrant? say you. Well, 'tis he
That has the vine-leaf strewn among his hair
And will deliver countries to the care
Of courtesans – but I am vague, you see.
Ποιος είναι ο τύραννος; ρωτάς. Λοιπόν, αυτός είναι
Που αμπελόφυλλα σκορπισμένα έχει στα μαλλιά του ανάμεσα
Και θα παραδώσει χώρες να τις φροντίζουν
Πόρνες – αλλά είμαι βλέπετε ασαφής.
XCI
The dwellers of the city will oppress
Your days: the lion, a fight-thirsty fool,
The fox who wears the robe of men that rule--
So run with me towards the wilderness.
Οι κάτοικοι τής πόλης θα καταπιέζουν
Τις μέρες σου: το λιοντάρι, ένας ανόητος για μάχη διψασμένος,
Η αλεπού που φορά τη ρόμπα των ανδρών που κυβερνούν –
Τρέξε λοιπόν μαζί μου προς την ερημιά.
XCII
Our wilderness will be the laughing land,
Where nuts are hung for us, where nodding peas
Are wild enough to press about our knees,
And water fills the hollow of our hand.
Ο ερημότοπός μας θα ‘ναι η γη τού γέλιου,
Κει που κρέμονται για μας ξηροί καρποί, και που τα μπιζέλια που κουνιούνται
Είναι αρκετά άγρια για να πιέζουνε τα γόνατά μας,
Και το νερό γεμίζει τις παλάμες μας.
Πηγή: gutenberg.org
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου