XCIII
My village is the loneliness, and I
Am as the travellers through the Syrian sand,
That for a moment see the warning hand
Of one who breasted up the rock, their spy.
Το χωριό μου είναι η μοναξιά, κι εγώ
Είμαι σαν τους ταξιδιώτες μέσ’ από την άμμο τής Συρίας,
Που για μια στιγμή βλέπουν το προειδοποιητικό χέρι
Εκείνου που ορθώθηκε στο βράχο, τον κατάσκοπό τους.
XCIV
Where is the valiance of the folk who sing
These valiant stories of the world to come?
Which they describe, forsooth! as if it swum
In air and anchored with a yard of string.
Πού είναι η ανδρεία τού λαού που τραγουδά
Αυτές τις γενναίες ιστορίες τού κόσμου που έρχεται;
Που τις περιγράφουν, πραγματικά σα να κολυμπούσαν
Στον αέρα αγκυροβολημένοι με μια γιάρδα σπάγκο.
XCV
Two merchantmen decided they would battle,
To prove at last who sold the finest wares;
And while Mahomet shrieked his call to prayers,
The true Messiah waved his wooden rattle.
Δυο εμπορικά πλοία αποφασίσανε να ναυμαχήσουν,
Για να αποδείξουν επιτέλους ποιο πουλούσε τα καλύτερα εμπορεύματα•
Κι ενώ ο Μωάμεθ ούρλιαζε το κάλεσμα για προσευχές,
Ο αληθινός Μεσσίας κουνούσε το ξύλινό του κρόταλο.
XCVI
Perchance the world is nothing, is a dream,
And every noise the dreamland people say
We sedulously note, and we and they
May be the shadows flung by what we seem.
Ίσως ο κόσμος να ‘ναι ένα τίποτα, ένα όνειρο,
Και κάθε θόρυβος που οι άνθρωποι τής ονειρικής γης λένε
Προσεκτικά παρατηρούμε, και εμείς και αυτοί
Μπορεί να ‘ναι οι σκιές που πετιούνται απ’ αυτό που φαινόμαστε.
Πηγή: gutenberg.org
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου