Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Χρήστος Τουμανίδης - Οι Ελεγείες της Ανατολής




Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το τριακοστό έβδομο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων: την  ποιητική συλλογή "Οι Ελεγείες τηςΑνατολής" του Χρήστου Τουμανίδη.





Για το εξαιρετικά, συνεπές έργο του Χρήστου Τουμανίδη

Ο ‘Αγγελος Τερζάκης στο «Χαμένο Ουρανό» επισημαίνει τη διαφορετικότητα στην έκφραση του «ωραίου.» Διατυπώνει την αναγνώρισή του εμπρός στο φαινόμενο, παραδέχεται πως τούτο το τελευταίο υπερβαίνει επάρκειες, ισορροπίες ψυχών και σωμάτων. Αναγνωρίζει στην έκφραση του «ωραίου» μια γλώσσα, μια ξεχωριστή και ανεπανάληπτη αντίληψη του κόσμου, μια προσέγγιση με άλλα λόγια της υπερβατικότητάς του. Εμπρός σε τούτη την προλογική επισήμανση, ας προσθέσουμε την προσδιοριστική περιγραφή του Κοσμά Πολίτη, περί της έννοιας του συμβόλου, ως μια εικόνα ή ένα μοτίβο, οριζόμενο ως πραγματικό, του οποίου όμως το ενδιαφέρον υπερβαίνει τις εξειδικευμένες αναφορές, για τις οποίες επιστρατεύεται. Κάνοντας λόγο περί λογοτεχνίας, ετούτο υπερβαίνει το νόημα του κειμένου και αναλαμβάνει πια να εκφράσει ένα σύμπλεγμα νοημάτων πέρα και έξω από το λογοτεχνικό υλικό. Οι επισημάνσεις αυτές, ίσως αποδειχτούν ιδιαίτερα σημαντικές, προκειμένου να αποκρυπτογραφηθεί το λιτό και ουσιώδες σκίτσο του Στεφανάκη που μας εισάγει στη συλλογή «Κεριά Θυέλλης» του Μακεδόνα Χρήστου Τουμανίδη. Θα μπορούσε βεβαίως κανείς να εκφράσει μια βαθύτατη αμφιβολία, όσον αφορά την ανταπόκριση του σχεδίου στην εκτεταμένη, ποιητική δραστηριότητα του Τουμανίδη. Συμβαίνει όμως κάποιες φορές, η συμπύκνωση του νοήματος σε ένα σχέδιο να συνιστά μια ακριβοδίκαιη σύνοψη, ένα είδος πετυχημένης διατριβής πάνω στο θέμα της σιωπής, την έλλειψη δηλαδή εκείνη στην οποία τείνει διαρκώς η ποιητική λειτουργία. Στρέφοντας το βλέμμα στην πολυετή παρουσιά του Χρήστου Τουμανίδη στη στιχουργική, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως το σκίτσο του απρόσωπου άνδρα που πιθανόν να διαθέτει μια ολότελα σπασμένη καρδιά και βαδίζει με το αργό βήμα του αιώνιου το ανηφορικό, ολάνθιστο μονοπάτι, κατάκοπος μα ακέραιος και περήφανος δεν μπορεί παρά να συμβαδίζει απόλυτα με τη διαύγεια και την ακηλίδωτη έκφραση που χαρακτηρίζει ήδη από το 1978 τη στιχουργική του Τουμανίδη.
«Οι ελεγείες της Ανατολής», έργο εκδοθέν το 2013, «Με της αφής τα μάτια» δυο χρόνια νωρίτερα, «Κεριά Θυέλλης» του 2005, «Αντίστιξη των άστρων», του 1997, «Η ώρα του λιμανιού» το 1987 και τα «Αστάθμητα» του 1978, συνιστούν τις ποιητικές εργασίες του Χρήστου Τουμανίδη. Μιλούμε λοιπόν για έναν δημιουργό αφοσιωμένο στο έργο του, συνεπή και απρόσκοπτο στην παρουσία του. Η επισήμανση αυτή δεν συμπληρώνει απλά τη συστατική παρουσίαση του Χρήστου Τουμανίδη, αλλά επιβεβαιώνει πως υφίστανται άνθρωποι, ολότελα δοσμένοι στην τέχνη τους, πρόσωπα αφιερωμένα στη διαμόρφωση μιας ορισμένης αισθητικής, στην εξομολόγηση του προσωπικού μύθου, ο οποίος τυχαίνει κάποτε να λαμβάνει μια διευρυμένη αναφορικότητα.
Στις τελευταίες συλλογές του Χρήστου Τουμανίδη διαπιστώνουμε έναν ποιητικό λόγο σαφέστερα κοινωνικό, μια θεματολογία εξειδικευμένη. Η υπαινικτικότητα της ποίησης, τούτο το προαπαιτούμενο στέκει αμήχανο στο περιθώριο των στιχουργημάτων. Το κέρδος ετούτων των έργων, η βαθύτερη αποκάλυψή τους, πέρα από την υιοθέτηση  μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης και μη διαδεδομένης θεματικής στην ελληνική, λογοτεχνική σκηνή, συνιστά η επαλήθευση του θάρρους. Αναγνωρίζεται δηλαδή στον ποιητή και επιβεβαιώνεται η ύπαρξη εκείνης της θεμελιώδους προϋπόθεσης η οποία έπεται της θέλησης μα προηγείται πάντοτε της γραφής. Μιλούμε για το θάρρος του δημιουργού να στραφεί δίχως πολιτικές εξειδικεύσεις, χωρίς να λαμβάνει με σαφήνεια τη μια ή την άλλη, πολιτική θέση εμπρός στο διαχρονικό φαινόμενο του σύγχρονου, σπαραζόμενου, αραβικού κόσμου. Η ανατολή του νέου αιώνα σε τίποτε δεν θυμίζει τον ονειρικό και πολιτιστικά πλούσιο τόπο των λαογραφιών και των περιηγητικών μαρτυριών. Ο λόγος του Τουμανίδη εντάσσεται στα όρια της ποιητικής φόρμας, εντούτοις όμως παραμένει διαρκώς υπαρξιακός, άλλοτε πολιτικός, οδηγώντας τον αναγνώστη στην αναγκαιότητα της ταύτισης του αισθητικού με το ηθικό. Αποτέλεσμα ετούτης της αποκαλυπτικής, όσο και προφανά ηθελημένης κλίσης του ποιητή είναι η διαμόρφωση ενός λόγου απολογητικού και συνάμα οξύτερου, κοινωνικά εναρμονισμένου σε βαθμό απόλυτο με την ευαίσθητη θεματολογία της συλλογής.
 «Οι ελεγείες της Ανατολής» θέτουν σιωπηρά εκ νέου το ζήτημα της πολιτιστικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ των δύο κόσμων και ίσως η κατηγορηματική στάση του Τουμανίδη απέναντι στις πρακτικές της δύσης, σχετικά πάντα με τον ανατολικό κόσμο να φανερώνει τη ροπή του ίδιου του δημιουργού, μια παρόμοια δηλαδή αίσθηση με εκείνη που διχάζει τον ελληνισμό και θέτει υπό αμφισβήτηση το δόγμα που θέλει τον σύγχρονο Έλληνα, προσκείμενο στο δυτικό τρόπο ζωής και συλλογιστικής. Η τελευταία, λοιπόν συλλογή του Χρήστου Τουμανίδη θα μπορούσαμε να πούμε πως διαφεύγει του υπαρξιακού χαρακτήρα των προηγούμενων πονημάτων και μοιάζει να συνιστά την εκπλήρωση ενός είδους καθήκοντος,-χαρακτηριστικό ευαίσθητων και επίκαιρων δημιουργών-, να αποθανατίσει, καθώς οι ζωγραφικές, εφιαλτικές αναπαραστάσεις,  το τραγικό παρόν της Μέσης Ανατολής. Μία πραγματικότητα ολότελα διάφορη προς το χαρακτήρα του ήμερου παρελθόντος και της μεταφυσικής, σχεδόν κατάνυξης με την οποία προίκισε η ανατολική φιλοσοφία τον ανθρώπινο νου.
Στην περίπτωση της ποιητικής συλλογής «Με της αφής τα μάτια», εκδοθείσα το 2011, με αφορμή το αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού «Φάρφουλας» για την αφή, ο Χρήστος Τουμανίδης, δύο χρόνια πριν αναλάβει την πολιτική δράση στις ανατολικές περιοχές, εκφράζει το λόγο του μέσα στα όρια της σωματοποίησης. Με άλλα λόγια καθίσταται σωματικός, στο βαθμό εκείνον που επιβάλλει η αφή και υποβάλλει η δυναμική των ποιημάτων του. Στη συλλογή αυτή ανιχνεύονται, πέρα από προσωπικές, ίσως συναισθηματικές ομολογίες, οι δημιουργικές αφετηρίες ή καλύτερα οι ποιητικές καταβολές. Ένα είδος δηλαδή σήμανσης προς τα πρόσωπα και τις αισθητικές εκείνες προσεγγίσεις, οι οποίες τελικά διαμόρφωσαν και ολοκλήρωσαν τη θεώρηση του ποιητή. Ο φόρος τιμής προς τη μητέρα, την κομβική ετούτη μορφή του βίου μας, που συνοδοιπορεί και συγκλονίζει το ρυθμό μας με τη σπαρακτική και φυσικά αλτρουιστική της, διαχρονική παρουσία. Και από την άλλη ο Μπόρχες, εκπρόσωπος όχι μόνο της λογοτεχνίας της Αργεντινής, μα και εκπροσωποθεϊστική φωνή της τάσης για μια παραισθητικού τύπου ανάπλαση της πραγματικότητας, κυρίαρχο γνώρισμα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ου αιώνα και εσωτερικής, ευδιάκριτης διάθεσης του ίδιου του Τουμανίδη. Ειδικότερα, θα πρέπει να προσθέσουμε σε τούτο το σημείο πως ήδη από την «Αντίστιξη των άστρων» ο ποιητής μαρτυρά την καταγωγή του, τις ποιητικές καταβολές όπως τις συνιστούν ο Ρίτσος και ο Σολωμός, υπαρξιακοί και πρωτοπόροι οι δυο τους, ενταγμένοι στην εκλέκτική τάξη των σπουδαίων.
Ο Ιάννης Ξενάκης σημειώνει πως η ερμηνεία του κόσμου και των ηχητικών φαινομένων, -επισημαίνει ο ίδιος-, της πραγματικότητας λοιπόν εν συνόλων διατυπώνουμε στην προκειμένη περίπτωση, περί της ποιητικής του Τουμανίδη εμείς, απαιτεί τη μεγέθυνση της αιτιακής αρχής, η βάση της οποίας σχετίζεται με τα προσλαμβάνοντα δεδομένα. Ετούτος ο στόχος, θέτει ως στοχαστική κατ΄επέκταση τη θεώρηση του δημιουργού, καθώς  αρθρώνει έναν λόγο, στα πλαίσια του οποίου το σύμβολο αποκαλύπτει με τη σειρά του τη δυναμική ενός νέου σκοπού με παρόμοια, υπαινικτικά ή συμβολιστικά χαρακτηριστικά, στοιχεία εντοπιότητας της ευρείας, ποιητικής πατρίδας, τα οποία τείνουν πάντοτε προς την αποκρυπτογράφηση του κόσμου και της θέσης μας σε αυτόν.  Ως τέτοια λοιπόν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη πιο ώριμη, ποιητική περίοδο του Εδεσσαίου δημιουργού.
Ενδιαφέρον δε πρόσθετο, λαμβάνει και η σκηνογραφική οπτική του Χρήστου Τουμανίδη, για την οποία θα δούμε πως δεν αποτελεί ένα όψιμο χαρακτηριστικό της ποιητικής του, μα στοιχείο της πορείας ωρίμανσης μιας παρόμοιας θεώρησης. Η λογική της απελπισίας, όπως την επισήμανε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, παραχωρεί εδώ τις τελικές της κορυφές. Η παραδοξολογία της, η οποία με τέτοια ένταση έχει ακμάσει στις προηγούμενες, ποιητικές συλλογές, εδώ ολοκληρώνει τη δυναμική της παρουσία, παραχωρώντας στον ποιητή το δικαίωμα της σοφίας.  Πρόκειται για έναν λόγο ρηματικής και εικαστικής τάξεως, ο οποίος εντάσσεται ολοκληρωτικά στις αρχές του Γιώργου Αριστηνού, και τις επισημάνσεις του για έναν λόγο που εκφράζει όσο ο άνθρωπος πέτυχε και όσων την πραγμάτωση εγκατέλειψε. Έναν λόγο που μιλά με σιωπές, που αντέχει και υποστηρίζει τα χάσματα. Έναν λόγο, ο οποίος πολλές φορές δεν συνιστά μέσο επικοινωνίας, μα στέκει ως κύριος εκφραστής ενός αχώρητου αισθήματος.
Η αντίστροφη, χρονικά παρουσίαση των ποιητικών συλλογών του Χρήστου Τουμανίδη οδηγεί στο αρχικό έργο «Αστάθμητα» του 1978. Πρόκειται για τις δημιουργίες με τις οποίες ο ποιητής συστήνεται στο ελληνικό κοινό. Δεδομένης της νεαρής ηλικίας του δημιουργού το έτος έκδοσης των στιχουργημάτων, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε την αντιστρόφως ανάλογη ωριμότητα, το βάθος, αλλά και τη διάφανη επιρροή της αναγκαίας μεταστροφής του ποιητικού λόγου, όπως εκφράστηκε από τη λεγόμενη «γενιά του 1970.»
Οι ποιητές, οι οποίοι εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα την περίοδο τούτη, στρέφονται με διαύγεια σε εσωτερικότερες δημιουργίες, αρνούμενοι οριστικά την πικρία των εκπροσώπων της μεταπολεμικής ποίησης. Αντλώντας από το ποιητικό υλικό των Σαχτούρη, Καρυωτάκη, Λειβαίδτη, απενοχοποιώντας και ενσωματώνοντας την τολμηρή, καλλιτεχνική ελευθεριότητα του Φιλύρα, πιστοποιώντας το οριστικό ρήγμα ανάμεσα στην παράδοση και το σύγχρονο, λογοτεχνικό λόγο, οι εκφραστές της γενιάς του 1970 υιοθετούν οριστικά την πρωτοπορία στο θέμα, το ύφος, τη γλώσσα.Το προχώρημα τούτο της σκέψης θα επιφέρει μία αναγέννηση στο γλωσσικό μέσο, η γλώσσα πάει να πει θα υποστεί μια μετάσταση, ως συνέπεια της μεταβολής αυτής.  Ο νέος νατουραλισμός, ο σύγχρονος ρεαλισμός που προτείνεται από τους ποιητές της περιόδου αυτής ευθυγραμμίζεται με τις συναισθηματικές προβληματικές του αστικού τρόπου ζωής. Η αλλαγή των συνθηκών ζωής, οι νέες δυσχέρειες που παρουσιάζονται στην ελληνική, βιομηχανοποιημένη κοινωνία θα επιφέρουν μία ραγδαία αλλαγή στην ποιητική οπτική και τελικά θα την απελευθερώσουν, λαμβάνοντας υπόψη την οριστική εγκατάλειψη του λανθάνοντος εθνοκεντρισμού, όπως διαπιστώθηκε από την πολιτική και θεματική εκμετάλλευση των λογοτεχνικών και ιδεολογικών αποθεμάτων από την κατά τα άλλα, συντριμμένη γενιά του 1930. Το στοιχείο της διαφοροποίησης του νέου, ποιητικού γίγνεσθαι ταυτίζεται με την έννοια της αισθητικής απόκλισης, η οποία σημειώνεται μεταξύ διαφορετικών οριζόντων προσδοκίας, σημειώνει ο Γιάννης Δάλλας. «Η φωνή που περνά από το σύρμα μες στον τοίχο», «χείλη κλειστά, μάτια κλειστά, «το έξω και το μέσα, δίχως πόρτα», «κολώνες, σύρματα, καπνός, ψεύτικο φως», «δεν έχει τόπο άλλο για δέντρα.» Σηματοδοτήσεις μιας νέας, αστικής εποχής, κεκλεισμένων των θυρών, διαπιστωμένων και αναγκαίων αποκλεισμών. Μια εποχή προπομπός της βαθύτατης εκείνης μοναξιάς, η οποία θα εγκατασταθεί στις ψυχές των ανθρώπων ως φορέας φθοράς και μαρασμού. Η νέα εποχή συμβολοποιείται από τον Χρήστο Τουμανίδη και θεσπίζει η ίδια πια τα δικά της σύμβολα που τη σημαίνουν και την εννοούν.Η συναισθηματική φόρτιση του ποιητή, ο φόβος για την εποχή που μέλλεται, ο εγκλεισμός πίσω από τη «σιδερένια πόρτα», ο θάνατος ο οποίος φέρει τα χαρακτηριστικά του φόβου και του περιορισμού.Θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε συνολικά την ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη ως ένα ακραίο, αισθηματικό φαινόμενο, ενδεικτικό του κόσμου που θα γεννηθεί τελικά, φέροντας τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Ο κοινωνικός θεοφωτισμός εγκαταλείπεται, οι νέοι ποιητές καθώς τα παιδιά των συνοικιακών δραμάτων συνωστίζονται σε ταράτσες γεμάτες φωτισμούς και πλούσιες αύρες και προσωποποιούν με διακριτικότητα ακρότατα σκίτσα ψυχιατρικών σπουδών. Η ποίηση του Τουμανίδη δεν θα μπορούσε να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση, παρά να συνδράμει στην οριστική μεταβολή του ποιητικού υλικού και στην καλλιέργεια της πρωτοπορίας στη φόρμα και το περιεχόμενο. Νεωτερισμός, του οποίου σήμερα απολαμβάνουμε την κορύφωση της ελευθερίας, γεγονός με διττή σημασία, ειδικά αν αναφερόμαστε σε ακαταστάλλαχτες εποχές που δεν μπορούν παρά να συνεπάγονται ασταθείς, καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Οφείλουμε βεβαίως στην περίπτωση του Μακεδόνα ποιητή να αναγνωρίσουμε την προφητική δυναμική, έτσι όπως καταγράφεται με ευκρίνεια και διαχρονικότητα σχεδόν μεταφυσική, στο ποίημα «Οικονομική Κρίσης.» Τούτη η μελλοντική θεώρηση αποδεικνύει πως ο Τουμανίδης διαθέτει το απαραίτητο, εκείνο αισθητήριο προκειμένου να αναλάβει την προφητική διάσταση του ποιητικού ρόλου. Μιλούμε για μια αντίστοιχη διαδικασία με εκείνη η οποία συντελέστηκε από τους εκφραστές της «ποίησης της ήττας», τη συνειδητοποίηση δηλαδή των αδυναμιών τόσο του παρελθόντος , όσο και του μέλλοντος, διαμέσου του βαθύτατου βιώματος και των δύο ετούτων παραμέτρων. Ο Τουμανίδης στέκει κοντά σε τούτη την εποχή, έτσι ώστε να την εκτιμήσει και να την αξιολογήσει στη μελλοντική δυναμική της. Η ευστοχία του κρίνεται εξαιρετική, κατά τον ίδιο εκείνο τρόπο που επισήμανε η Τζίνα Πολίτη στη θεώρηση της αγγλικής λογοτεχνίας. Με μια δηλαδή ευθεία έκπληξη του ίδιου του συντελεστή από την εξέλιξη της  πολιτικής διάστασής του.
Στην περίπτωση του Χρήστου Τουμανίδη δεν θα υπερβάλαμε αν διατυπώναμε την άποψη του Ανδρέα Καραντώνη. Τη  γνώμη εκείνη δηλαδή, η οποία θέλει τη μέθοδο της κριτικής να διακατέχεται από την ίδια  ψυχολογία με τη λειτουργία της ποίησης. Και τούτο διότι ο Τουμανίδης, κατά την τελευταία, ποιητική συλλογή του παραμένει κριτικός, ενώ την ίδια στιγμή, ως ποιητής διαθέτει την υπαινικτικότητα και την ελλειπτικότητα εκείνη που τελικά συμπληρώνει το ίδιο το νόημα της τέχνης του. Η αγνότητα των «Αστάθμητων» δεν επιδέχεται αμφισβητήσεως. Προσπαθώντας κανείς να αρθρώσει λόγο για την ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη συναντά τον ίδιο τον ποιητή, μια φωνή που ξεσχίζεται και καίει σαν το τρυζόνι των «Καθημερινών» του Άγρα. Συναντά τον ποιητή και το είδος του, δημιουργούς ειλικρινείς και ταπεινούς, ικανούς να υπάρχουν ως υπογραφές, κατακόκκινες στα πιο απίθανα σημεία της νύχτας. Έτσι όπως εννόησε πριν από χρόνια ο Θωμάς Γκόρπας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: