Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η Ιουλία [Άννα Παυλίδου]



Η Ιουλία.

Η Ιουλία, χρόνια τώρα, είναι σκιά που σβήνει στον έξω τοίχο της κουζίνας, πίσω απ’ τις γλάστρες με τα φούλια.

Αρχή της άνοιξης.

Στα κλαδιά φουσκώνουν καινούργια φύλλα,
ο κήπος γεμίζει χρώματα.
Όμως τα φούλια έχουν χρόνια ν’ ανθίσουν.
Από τότε που η Ιουλία ξέχασε να τους μιλάει.
Πρώτα ξέχασε το όνομα του τόπου που κρατάει το παιδί της μακριά, πάνω από δέκα χρόνια.
Μνημονεύει μόνον την πεθυμιά του ταξιδιού που θα τους ανταμώσει…
Στην αρχή παίδευε την καρδιά μήπως θυμηθεί, κι ο νους, θυμωμένος, γλίστρησε πρώτος στην αυλή.
Κατόπιν ρωτούσε και μάζευε από όλους μας μικρές άχρηστες πληροφορίες:
«τι φαγητό σας φίλεψα στην κουζίνα, την μέρα του Ιούνη που γυρίσατε με το πρώτο ενδεικτικό;»
ή
«εκείνο το καλοκαίρι που πονούσε το στομάχι σας από τα πολλά μελίκκοκα που φάγατε, έβρεχε ή έκανε ζέστη;»
Με όποια απάντηση, μεθοδικά, επίμονα, υπομονετικά κρατούσε το δικό της ημερολόγιο για τα παιδικά μας χρόνια, τις χαρές, τις επιτυχίες, τις πορείες μας.
Ακριβώς την επόμενη στιγμή, έβρισκε τις λέξεις έξω από τις προτάσεις, έβρισκε τα πρόσωπα να μην κουμπώνουν στις εικόνες. Κουράστηκε, σώπασε οριστικά κι αγάπησε τα βράδια…

Ένα τέτοιο βράδυ, σιωπηλό,  την πήρε απ’ το χέρι η Παναγιά. Την χτένισε, της κούμπωσε την ζακέτα, της έδειξε στους ώμους της, που έγερναν, πώς οι κόμποι μεγάλωναν φτερά, την έβγαλε βόλτα στις βραγιές.

«Να Ιουλία, εκεί νοτίζει ο τοίχος, έκλαψες, πίσω απ’ το σκάσιμο του ασβέστη μένει κρυμμένο το γέλιο σου, η νοικοκυροσύνη σου στον κήπο απλώνει, εδώ τα όνειρα, δίπλα οι αγάπες κι οι πληγές, μπορείς να τ’ αγγίξεις! Θυμάσαι;»

Η Ιουλία κοιτάζει, λησμονά το κορμί σε μια πολυθρόνα, παίρνει αγκαλιά μια καρδιά που δεν αναγνωρίζει και δραπετεύει στις ραγισματιές του τοίχου, σκιά, πίσω απ’ τις γλάστρες με τα φούλια.
Στα εραλδικά τοπία, που οι καιροί σκαλίζουν στους σοβάδες, ψηλαφητά ακολουθεί την άκρη της χαμένης Μνήμης.
Στον χρόνο που δαμάζει τα κορμιά, μάταια ακουμπά σημάδια μιας ζωής που ανελέητα σβήνει.
Χάνει ένα – ένα τα κλειδιά  και σαν  την πάχνη, αθόρυβα, αχνίζει στην Λήθη…

Φέτος, αρχή της άνοιξης, παράκαιρα ένα μικρό φούλι μπουμπουκιάζει:
Σ’ ένα ανθάκι ψιθυρίζει η Παναγιά το όνομα της χώρας των Αγγέλων. Κι αυτό γενναία ξεμυτίζει.
Ένας απ’ τους παρόντες το ακουμπά στης Ιουλίας τα χέρια.
Εκείνη χαμογελά. Αποχαιρετά τις φιλόξενες ραγισματιές, τις γλάστρες με τα φούλια, τα βράδια που την αγάπησαν.
Δοκιμάζει μ’ εμπιστοσύνη τα φτερά της και ξεκινά  το ποθητό ταξίδι, ακολουθώντας το άρωμα και την ηλιαχτίδα.

Φέτος, ένα πρωινό, αρχή της άνοιξης…



Δεν υπάρχουν σχόλια: