Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

The Song of Hiawatha - 20 - The Famine [Henry W. Longfellow]


20. Ο Λιμός

Ω! ο πιο μακρύς και θλιβερός χειμώνας ήρθε!
Ω! ο πιο κρύος και σκληρός χειμώνας ήρθε!
Και παχύτερο από ποτέ,
Στις λίμνες και τα ποτάμια, το στρώμα του πάγου ήτανε,
Και σ’ ολόκληρο το τοπίο, ψηλότερο από ποτέ:
Το στρώμα του χιονιού που ‘χε πέσει, ήτανε,
Το στρώμα του χιονιού που τα πάντα κάλυπτε
Και μες στο δάσος και τριγύρω στο χωριό είχε σωρευτεί.
Με δυσκολία, στο καλύβι του θαμμένος,
Ο κυνηγός ένα πέρασμα μπορούσε ν’ ανοίξει·
Με τα ψευτογάντια του και τα χιονοπέδιλά του,
Μάταια μες στο δάσος περπατούσε,
Κάποιο πουλί ή ζώο αναζητώντας μα κανένα δε βρήκε,
Κανένα ίχνος ελαφιού ή κουνελιού δεν είδε,
Πάνω στο χιόνι κανένα χνάρι δεν παρατήρησε,
Μες στο απαίσιο, λαμπερό δάσος έπεσε
Κι απ’ την αδυναμία δε μπορούσε να σηκωθεί,
Εκεί: απ’ το κρύο και την πείνα χάθηκε.

Ω! η πείνα κι ο πυρετός!
Ω! η ερήμωση απ’ το λιμό!
Ω! ο μαρασμός απ’ τον πυρετό!
Ω! ο θρήνος των παιδιών!
Ω! η αγωνία των γυναικών!

Σ’ ολόκληρη τη γη αρρώστια και πείνα υπήρχε·
Πεινασμένος ο αέρας γύρω τους ήτανε,
Πεινασμένος ο ουρανός από πάνω τους ήτανε,
Και τα πεινασμένα στους ουρανούς αστέρια,
Σαν τα μάτια των λύκων, πάνω τους αγριοκοιτάζανε!

Στου Hiawatha το καλύβι,
Δύο άλλοι επισκέπτες ήρθανε,
Σαν τα φαντάσματα σιωπηλοί και ζοφεροί ήτανε,
Δεν περιμένανε να προσκληθούνε,
Στην πόρτα εισόδου δε διαπραγματευτήκανε,
Χωρίς λέξη καλωσορίσματος εκεί καθόντουσαν,
Στη θέση της Γελαστό Νερό καθόντουσαν˙
Με ωχρά και απλανή μάτια,
Στο πρόσωπο της Γελαστό Νερό κοιτάζανε.

Και ο πρώτος είπε:
"Ιδού εγώ! ο Bukadawin, ο Λιμός είμαι!"
Kαι ο δεύτερος είπε:
"Ιδού εγώ! ο Ahkosewin, ο Πυρετός είμαι!"

Και η ωραία Minnehaha,
Όπως την κοιτούσανε επίμονα, ανατρίχιασε,
Στα λόγια που αυτοί αρθρώσανε, ανατρίχιασε,
Σιωπηλή στο κρεβάτι της ξάπλωσε,
Το πρόσωπό της σκέπασε, αλλά απάντηση δεν έδωσε˙
Τρέμοντας και κρυώνοντας καθώς έκαιγε, εκεί κείτονταν,
Υπό τα βλέμματα που αυτοί της ρίχνανε,
Υπό τις φοβερές λέξεις που αυτοί εκστομίσανε.

Προς το άδειο δάσος
Ο τρελαμένος Hiawatha όρμησε˙
Στην καρδιά του θανατηφόρα θλίψη υπήρχε,
Στο πρόσωπό του ακαμψίας σφίξιμο υπήρχε˙
Στο μέτωπό του, ο ιδρώτας της αγωνίας πήγασε,
Αλλά πάγωσε και κάτω δεν έπεσε.

Με γούνες τυλιγμένος και για κυνήγι οπλισμένος,
Με το δυνατό από δέντρο φλαμουριάς τόξο του,
Με τη φαρέτρα του βέλη γεμάτη,
Με τα Minjekahwun, τα ψευτογάντια του,
Μες στο αχανές άδειο δάσος,
Με τα χιονοπέδιλά του αυτός φορώντας, μέσα μπήκε.

"Ω! Μεγάλο Πνεύμα, Δυνατό!"
Αυτός με το πρόσωπο στραμμένο προς τα πάνω,
Εκείνη την πικρή ώρα της αγωνίας, κραύγασε,
"Ω! Πατέρα! Στα παιδιά σου τροφή δώσε,
Τροφή δώσε μας γιατί αλλιώς θα χαθούμε!
Τροφή για τη Minnehaha δώσε μου,
Για τη Minnehaha μου που πεθαίνει!"

Πέρα ως πέρα στο δάσος των μακρινών αντίλαλων,
Πέρα ως πέρα στο αχανές άδειο δάσος,
Η κραυγή της απόγνωσης ηχούσε,
Αλλά απάντηση,
Πέρα απ’ την ηχώ της κραυγής,
Πέρα απ’ την ηχώ του δάσους:
"Minnehaha! Minnehaha!", καμία δεν υπήρξε.

Όλη τη μέρα ο Hiawatha,
Σ’ εκείνο το μελαγχολικό δάσος, περιπλανιότανε,
Μέσ’ απ’ τις σκιές των λοχμών του οποίου,
Στις ευχάριστες μέρες του καλοκαιριού,
Εκείνου του αξέχαστου καλοκαιριού,
Προς το σπίτι του τη νεαρή γυναίκα του,
Απ’ των Dacotahs τη χώρα, είχε φέρει·
Όταν τα πουλιά στις λόχμες τραγουδούσανε,
Και τα ρυάκια γελούσανε και ακτινοβολούσανε,
Κι ο αέρας πλήρης αρωμάτων ήτανε,
Κι η ωραία Γελαστό Νερό,
Με σταθερή φωνή είχε πει:
"Εγώ εσένα, Ω! σύζυγέ μου, θ’ ακολουθήσω!"

Μες στο καλύβι με τη Nokomis,
Μαζί με τους ζοφερούς επισκέπτες που την παρακολουθούσανε,
Μαζί με το Λιμό και τον Πυρετό,
Αυτή, η Αγαπημένη, ξαπλωμένη ήτανε,
Αυτή, η ετοιμοθάνατη Minnehaha.

"Ακούστε!" αυτή είπε, "Τη βιάση ακούω,
Το βρυχηθμό και  την ορμή ακούω,
Τους καταρράκτες του Minnehaha, ακούω,
Από μακριά να με καλούνε, ακούω!"
"Όχι, παιδί μου!" η γριά Nokomis είπε,
"Ο νυχτερινός αέρας μέσ’ απ’ τα πεύκα είναι!"
"Κοιτάξτε!" αυτή είπε˙ "Τον πατέρα μου,
Μοναχικό στην πόρτα εισόδου να στέκεται, βλέπω,
Απ’ το καλύβι του, στων Dacotahs τη χώρα,
Προς εμένα να γνέφει, βλέπω!"
"Όχι, παιδί μου!" η γριά Nokomis είπε.
"Ο καπνός που κυματίζει είναι και πως σου γνέφει νομίζεις!"
"Αχ!" αυτή είπε, "Τα μάτια του Pauguk,
Μες στο σκοτάδι, εμένα αγριοκοιτάζουνε,
Μπορώ, τα παγωμένα του δάχτυλα,
Μες στο σκοτάδι, τα δικά μου πως σφίγγουνε να νιώσω!
Hiawatha! Hiawatha!"

Κι o απελπισμένος Hiawatha,
Μακριά μες στο δάσος,
Μίλια μακριά στα βουνά ανάμεσα,
Την ξαφνική κραυγή αγωνίας άκουσε,
Τη φωνή της Minnehaha άκουσε,
Μες στο σκοτάδι να τον καλεί:,
"Hiawatha! Hiawatha!"
Πάνω από έρημες και αδιάβατες χιονισμένες εκτάσεις,
Κάτω από κλαδιά απ’ το χιόνι παραφορτωμένα,
Προς το σπίτι ο Hiawatha έσπευδε,
Μ’ άδεια χέρια και με βαριά καρδιά έσπευδε,
Τη Nokomis να βογκά και να θρηνεί άκουσε:
"Θρηνολογώ! Θρηνολογώ!
Ας ήτανε για σένα να ‘χα χαθεί,
Ας ήτανε νεκρή όπως εσύ να ‘μουνα!
Θρηνολογώ! Θρηνολογώ!"

Και μες στο καλύβι αυτός όρμησε,
Τη γριά Nokomis είδε
Αργά, πέρα δώθε, να κουνιέται και να θρηνεί,
Την ωραία Minnehaha του,
Νεκρή και παγωμένη μπροστά του να κείτεται, είδε,
Και η καρδιά του μέσα του ξέσπασε
Και τέτοια κραυγή αγωνίας άρθρωσε,
Που το δάσος στέναξε και ανατρίχιασε,
Που και τα ίδια τ’ αστέρια στους ουρανούς τιναχτήκανε  
Και με την αγωνία του τρέμανε.

Στη συνέχεια κάτω κάθισε,
Ακίνητος κι άφωνος στο κρεβάτι της Minnehaha κάθισε,
Στα πόδια της Γελαστό Νερό κάθισε,
Στα πρόθυμα εκείνα πόδια,
Που ποτέ πια ανάλαφρα να τον συναντήσουνε θα ‘ρθούνε,
Που ποτέ πια ανάλαφρα πίσω του θα ‘ρθούνε, κάθισε.

Και με τα δυο του χέρια αυτός, το πρόσωπό του κάλυψε,
Για επτά ολάκερα μερόνυχτα εκεί έμεινε,
Χωρίς φωνή, ακίνητος και χωρίς συνείδηση
Για το πότε μέρα και πότε νύχτα ήτανε.

Κατόπιν αυτοί τη Minnehaha θάψανε˙
Μες στο χιονισμένο δάσος,
Έναν τάφο, βαθύ και σκοτεινό,
Κάτω απ’ τα θρηνώδη κώνεια, της φτιάξανε˙
Τα πλουσιότερα της ενδύματα της φορέσανε,
Στους από ερμίνα χιτώνες της την περιτυλίξανε,
Μ’ άσπρο, όπως οι ερμίνες της, χιόνι τη σκεπάσανε˙
Έτσι αυτοί τη Minnehaha θάψανε.

Και τη νύχτα μια φωτιά τον τάφο της φώτιζε,
Για τέσσερα διαδοχικά βράδια ανάφτηκε,
Για το ταξίδι της ψυχής της,
Προς τα Νησιά του Ευλογημένου, ανάφτηκε.
Απ’ την πόρτα εισόδου του, ο Hiawatha,
Να καίει στο δάσος την έβλεπε,
Τα  ζοφερά κώνεια να φωτίζει, την έβλεπε˙
Απ’ το κρεβάτι της αγρύπνιας σηκωνότανε,
Απ’ το κρεβάτι της Minnehaha σηκωνότανε,
Στην πόρτα εισόδου καθότανε κι επαγρυπνούσε,
Πως δε μπορούσε να χαθεί,

Πως δε μπορούσε στο σκοτάδι να την αφήσει.
"Αντίο!" αυτός είπε,
"Αντίο Minnehaha! Ω! Γελαστό Νερό εσύ!
Η καρδιά μου ολόκληρη μαζί σου θάφτηκε,
Όλες οι σκέψεις μου εσένα ακολουθούνε!
Στο μόχθο εσύ ποτέ να μην επιστρέψεις,
Εδώ που υποφέρουμε εσύ ποτέ να μην επιστρέψεις,
Όπου ο Λιμός και ο Πυρετός
Την καρδιά φθείρουνε και το σώμα σπαταλάνε.
Το έργο μου σύντομα θα ολοκληρωθεί,
Τα βήματά σου σύντομα,
Προς τα Νησιά του Ευλογημένου,
Προς το Βασίλειο του Ponemah,
Προς τη Χώρα του Επέκεινα, θ’ ακολουθήσω!"


XX. The Famine

Oh the long and dreary Winter!
Oh the cold and cruel Winter!
Ever thicker, thicker, thicker
Froze the ice on lake and river,
Ever deeper, deeper, deeper
Fell the snow o'er all the landscape,
Fell the covering snow, and drifted
Through the forest, round the village.
Hardly from his buried wigwam
Could the hunter force a passage;
With his mittens and his snow-shoes
Vainly walked he through the forest,
Sought for bird or beast and found none,
Saw no track of deer or rabbit,
In the snow beheld no footprints,
In the ghastly, gleaming forest
Fell, and could not rise from weakness,
Perished there from cold and hunger.

Oh the famine and the fever!
Oh the wasting of the famine!
Oh the blasting of the fever!
Oh the wailing of the children!
Oh the anguish of the women!

All the earth was sick and famished;
Hungry was the air around them,
Hungry was the sky above them,
And the hungry stars in heaven
Like the eyes of wolves glared at them!

Into Hiawatha's wigwam
Came two other guests, as silent
As the ghosts were, and as gloomy,
Waited not to be invited
Did not parley at the doorway
Sat there without word of welcome
In the seat of Laughing Water;
Looked with haggard eyes and hollow
At the face of Laughing Water.

And the foremost said: "Behold me!
I am Famine, Bukadawin!"
And the other said: "Behold me!
I am Fever, Ahkosewin!"

And the lovely Minnehaha
Shuddered as they looked upon her,
Shuddered at the words they uttered,
Lay down on her bed in silence,
Hid her face, but made no answer;
Lay there trembling, freezing, burning
At the looks they cast upon her,
At the fearful words they uttered.

Forth into the empty forest
Rushed the maddened Hiawatha;
In his heart was deadly sorrow,
In his face a stony firmness;
On his brow the sweat of anguish
Started, but it froze and fell not.

Wrapped in furs and armed for hunting,
With his mighty bow of ash-tree,
With his quiver full of arrows,
With his mittens, Minjekahwun,
Into the vast and vacant forest
On his snow-shoes strode he forward.

"Gitche Manito, the Mighty!"
Cried he with his face uplifted
In that bitter hour of anguish,
"Give your children food, O father!
Give us food, or we must perish!
Give me food for Minnehaha,
For my dying Minnehaha!"

Through the far-resounding forest,
Through the forest vast and vacant
Rang that cry of desolation,
But there came no other answer
Than the echo of his crying,
Than the echo of the woodlands,
"Minnehaha! Minnehaha!"

All day long roved Hiawatha
In that melancholy forest,
Through the shadow of whose thickets,
In the pleasant days of Summer,
Of that ne'er forgotten Summer,
He had brought his young wife homeward
From the land of the Dacotahs;
When the birds sang in the thickets,
And the streamlets laughed and glistened,
And the air was full of fragrance,
And the lovely Laughing Water
Said with voice that did not tremble,
"I will follow you, my husband!"

In the wigwam with Nokomis,
With those gloomy guests that watched her,
With the Famine and the Fever,
She was lying, the Beloved,
She, the dying Minnehaha.

"Hark!" she said; "I hear a rushing,
Hear a roaring and a rushing,
Hear the Falls of Minnehaha
Calling to me from a distance!"
"No, my child!" said old Nokomis,
"`T is the night-wind in the pine-trees!"
"Look!" she said; "I see my father
Standing lonely at his doorway,
Beckoning to me from his wigwam
In the land of the Dacotahs!"
"No, my child!" said old Nokomis.
"`T is the smoke, that waves and beckons!"
"Ah!" said she, "the eyes of Pauguk
Glare upon me in the darkness,
I can feel his icy fingers
Clasping mine amid the darkness!
Hiawatha! Hiawatha!"

And the desolate Hiawatha,
Far away amid the forest,
Miles away among the mountains,
Heard that sudden cry of anguish,
Heard the voice of Minnehaha
Calling to him in the darkness,
"Hiawatha! Hiawatha!"

Over snow-fields waste and pathless,
Under snow-encumbered branches,
Homeward hurried Hiawatha,
Empty-handed, heavy-hearted,
Heard Nokomis moaning, wailing:
"Wahonowin! Wahonowin!
Would that I had perished for you,
Would that I were dead as you are!
Wahonowin! Wahonowin!"

And he rushed into the wigwam,
Saw the old Nokomis slowly
Rocking to and fro and moaning,
Saw his lovely Minnehaha
Lying dead and cold before him,
And his bursting heart within him
Uttered such a cry of anguish,
That the forest moaned and shuddered,
That the very stars in heaven
Shook and trembled with his anguish.

Then he sat down, still and speechless,
On the bed of Minnehaha,
At the feet of Laughing Water,
At those willing feet, that never
More would lightly run to meet him,
Never more would lightly follow.

With both hands his face he covered,
Seven long days and nights he sat there,
As if in a swoon he sat there,
Speechless, motionless, unconscious
Of the daylight or the darkness.

Then they buried Minnehaha;
In the snow a grave they made her
In the forest deep and darksome
Underneath the moaning hemlocks;
Clothed her in her richest garments
Wrapped her in her robes of ermine,
Covered her with snow, like ermine;
Thus they buried Minnehaha.

And at night a fire was lighted,
On her grave four times was kindled,
For her soul upon its journey
To the Islands of the Blessed.
From his doorway Hiawatha
Saw it burning in the forest,
Lighting up the gloomy hemlocks;
From his sleepless bed uprising,
From the bed of Minnehaha,
Stood and watched it at the doorway,
That it might not be extinguished,

Might not leave her in the darkness.
"Farewell!" said he, "Minnehaha!
Farewell, O my Laughing Water!
All my heart is buried with you,
All my thoughts go onward with you!
Come not back again to labor,
Come not back again to suffer,
Where the Famine and the Fever
Wear the heart and waste the body.
Soon my task will be completed,
Soon your footsteps I shall follow
To the Islands of the Blessed,
To the Kingdom of Ponemah,
To the Land of the Hereafter!"


Όλο το πρωτότυπο στα αγγλικά: εδώ από το www.gutenberg.org/ebooks
Η απόδοση στα ελληνικά είναι του Γιώργου Πρίμπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: