Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

The Song of Hiawatha - 21 - The White Man's Foot [Henry W. Longfellow]



21. Το Πόδι του Λευκού Ανθρώπου

Στο κατάλυμά του σ’ ένα ποτάμι δίπλα,
Ακριβώς δίπλα σ’ ένα ποτάμι παγωμένο,
Ένας γέρος άντρας, λυπημένος και μοναχικός, καθότανε.
Τ’ άσπρα του μαλλιά σα μια στιβάδα χιονιού ήτανε·
Θαμπά και σιγανά η φωτιά του έκαιγε,
Και ο γέρος άντρας τιναζότανε κι έτρεμε,
Μες στο Waubewyon του τυλιγμένος,
Μες στη λευκού δέρματος κουβέρτα του τυλιγμένος,
Τίποτ’ άλλο παρά την θύελλα,
Καθώς αυτή κατά μήκος του δάσους βρυχιούνταν, δεν άκουγε,
Τίποτ’ άλλο παρά τη χιονοθύελλα,
Καθώς αυτή στροβιλοζότανε και σφύριζε και (τα πάντα) παράσερνε, δεν έβλεπε.

Όλα τα κάρβουνα λευκά με στάχτες ήτανε,
Και η φωτιά αργοπέθαινε,
Καθώς ένας νεαρός άντρας, ανάλαφρα κινούμενος,
Απ’ την πόρτα εισόδου (στο κατάλυμα) εισήλθε.
Κόκκινα με το αίμα της νιότης τα μάγουλά του ήτανε,
Μαλακά τα μάτια του, σαν τ’ αστέρια την Άνοιξη, ήτανε,
Το μέτωπό του με χορτάρια δεμένο ήτανε·
Μ’ αρωματικά χορτάρια και διακοσμητικά φτερά δεμένο,
Στα χείλια του ένα όμορφο χαμόγελο διαγραφότανε,
Ολάκερο το κατάλυμα με ηλιόφως πληρώνοντας,
Στο χέρι του ένα μάτσο άνθη κρατούσε
Ολάκερο το κατάλυμα με γλυκύτητα πληρώνοντας.

"Αχ, γιε μου!" ο γέρος άντρας αναφώνησε,
"Τα μάτια μου, στη θέασή σου, ευτυχισμένα είναι.
Εδώ, στην ψάθα δίπλα μου, κάθισε,
Εδώ, δίπλα στη φωτιά που αργοπεθαίνει, κάθισε,
Μαζί τη νύχτα ας περάσουμε,
Τις παράξενες περιπέτειές σου,
Απ’ τις χώρες που εσύ έχεις ταξιδέψει, να μου πεις·
Για την ανδρεία μου,
Για τα πολλά μου θαυμαστά έργα, εγώ θα σου πω."

Απ’ το θηκάρι του αυτός, την πίπα του της ειρήνης τράβηξε,
Πολύ παλιά και παράξενα διαμορφωμένη ήτανε·
Από κόκκινη πέτρα ο σωλήνας της πίπας φτιαγμένος ήτανε,
Και ο κορμός (της πίπας) από καλάμι με φτερά φτιαγμένος ήτανε·
Με φλοιό ιτιάς το σωλήνα γέμισε,
Επάνω σ’ αυτόν ένα κομμάτι κάρβουνο που ‘καιγε τοποθέτησε,
Στον φιλοξενούμενό του, τον ξένο, το ‘δωσε,
Και με τέτοιο τρόπο ξεκίνησε να μιλάει:
"Την ανάσα μου όταν γύρω μου εκπνέω,
Όταν επάνω σ’ όλο το τοπίο φυσάω:
Όλα τα ποτάμια ακίνητα μένουνε
Και σκληρό σαν την πέτρα το νερό γίνεται!"

Κι ο νεαρός άντρας, χαμογελώντας, απάντησε:
"Την ανάσα μου όταν γύρω μου εκπνέω,
Όταν επάνω σ’ όλο το τοπίο φυσάω:
Λουλούδια επάνω σ’ όλα τα λιβάδια φυτρώνουνε,
Προς τα μπρος τα ποτάμια, τραγουδώντας, ορμάνε!"

"Όταν τις γερασμένες μου κοτσίδες κουνάω,"
O γέρος άντρας, απειλητικά συνοφρυωμένος, είπε,
"Όλ’ η γη με χιόνι καλύπτεται·
Όλα τα φύλλα, απ’ όλα τα κλαδιά,
Πέφτουνε και ξεθωριάζουνε και πεθαίνουνε και μαραίνονται,
Γιατί όταν φυσάω, και να!, δεν υπάρχουνε.
Απ’ τα νερά και τις ελώδεις εκτάσεις,
Η άγρια χήνα και o ερωδιός, σηκώνονται
Και σε απόμακρες περιοχές πετάνε,
Γιατί όταν μιλάω, και να!, δεν υπάρχουνε.
Κι οπουδήποτε τα βήματά μου περιπλανηθούνε,
Όλα τ’ άγρια θηρία του δάσους,
Σε τρύπες και σπηλιές, κρύβονται,
Και η γη σαν υαλώδης πυρόλιθος γίνεται!"

"Όταν τις κυματιστές μου μπούκλες κουνάω,"
Ο νεαρός άντρας, μαλακά γελώντας, είπε,
"Καταιγίδες βροχής, ζεστές κι ευπρόσδεκτες, πέφτουνε,
Τα φυτά, με χαρά, τα κεφάλια τους ψηλά σηκώνουνε,
Πίσω προς τις λίμνες τους και τις ελώδεις εκτάσεις τους,
Η άγρια χήνα και o ερωδιός, επιστρέφουνε,
Προς το σπίτι του, το ταχύτατο χελιδόνι, εξακοντίζεται,
Το γαλαζοπούλι και ο κοκκινολαίμης τραγουδάνε,
Κι οπουδήποτε τα βήματά μου περιπλανηθούνε,
Σ’ όλα τα λιβάδια τ’ άνθη κυματίζουνε,
Σ’ όλα τα δάση μουσικές ηχούνε,
Κι όλα τα δέντρα με πράσινο φύλλωμα γεμίζουνε!"

Ενόσω αυτοί μιλούσανε, η νύχτα αναχώρησε:
Απ’ τα μακρινά μέρη του Wabun,
Απ’ τ’ ασημένιο λαμπερό του κατάλυμα,
Σαν ένας πολεμιστής ενδεδυμένος και βαμμένος,
Ο ήλιος ήρθε και είπε: "Να εγώ,
Ο Gheezis, ο μεγάλος ήλιος, να εγώ!"

Τότε η γλώσσα του γέρου άντρα άφωνη έμεινε
Κι ο αέρας ζεστός κι ευχάριστος έγινε,
Και στο καλύβι επάνω,
Το γαλαζοπούλι κι ο κοκκινολαίμης, γλυκά τραγουδούσανε,
Και (τ’ αέρα) το ρεύμα να ψιθυρίζει άρχισε,
Κι ένα άρωμα, απ’ τα χορτάρια που φυτρώνανε,
Μες σ’ όλο το κατάλυμα ευγενικά πλανιότανε.

Και ο Segwun, ο νεαρός ξένος,
Πιο ευδιάκριτα, υπό το φως της μέρας,
Το παγωμένο πρόσωπο μπροστά του είδε˙
Του Peboan, του Χειμώνα, ήτανε!

Απ’ τα μάτια του δάκρυα τρέχανε,
Σαν τα ρυάκια απ’ τις (παγωμένες) λίμνες που λιώνουνε τρέχανε,
Και το σώμα του ζάρωνε και συρρικνωνότανε
Καθώς ο ήλιος κραυγάζοντας ανέβαινε,
Μέχρι που μες στον αέρα ξεθώριασε,
Μέχρι που μες στο χώμα εξαφανίστηκε,
Και ο νεαρός άντρας μπροστά του,
Στο τζάκι του καλυβιού,
Εκεί που η φωτιά είχε καπνίσει σιγοκαίοντας,
Το πρώτο της Άνοιξης λουλούδι είδε,
Την Ομορφιά της Άνοιξης είδε,
Του Miskodeed, της πορτουλακίδας, το άνθος είδε.

Έτσι, στη χώρα του Βορρά,
Μετά από εκείνη την ανήκουστη ψυχρότητα,
Εκείνος ο ανυπόφορος Χειμώνας έφυγε,
H Άνοιξη, μ’ όλο της το μεγαλείο, ήρθε,
Μ’ όλα της τα πουλιά κι όλα της τ’ άνθη ήρθε,
Μ’ όλα της τα λουλούδια, τα φύλλα και τα χορτάρια ήρθε.

Με τον άνεμο προς το βορρά ταξιδεύανε,
Σε μεγάλα σμήνη, σα βέλη, πετούσανε,
Σαν τεράστια βέλη τους ουρανούς διασχίζανε,
Το Mahnahbezee, ο κύκνος, περνούσε,
Και μιλώντας όπως ένας άνθρωπος μιλάει˙
Και σε μεγάλες γραμμές που κυματίζανε και καμπτόντουσαν,
Όπως οι χορδές του τόξου στα δύο ανοιγοκλείνανε,
Το Waw-be-wawa, η λευκή χήνα, ήρθε˙
Και ζευγάρια ή ένα-ένα πετώντας,
Το Mahng τo παγοβούτι , με τα ηχηρά φτερά, ήρθε,
Το Shuh-shuh-gah, ο μπλε ερωδιός, ήρθε,
Και το Mushkodasa, ο αγριόγαλος, ήρθε.

Στις λόχμες και τα λιβάδια,
Το Owaissa, το γαλαζοπούλι, σύριζε,
Στις κορφές των καταλυμάτων,
Το Opechee, ο κοκκινολαίμης, τραγουδούσε,
Στη σκεπή των πεύκων,
Το Omemee,το περιστέρι, γουργούριζε˙
Και ο καταλυπημένος Hiawatha
Άφωνος στην απέραντη θλίψη του ήτανε,
Τις φωνές τους να τον καλούνε άκουγε,
Μπροστά στη ζοφερή του πόρτα εισόδου πήγε,
Στάθηκε και προς τον ουρανό ατένισε,
Πάνω στη γη και στα νερά ατένισε.

Απ’ τις μακρινές στην ανατολή περιπλανήσεις του,
Απ’ τις περιοχές που πρώτες το πρωινό φως βλέπουνε,
Απ’ τη λαμπερή χώρα του Wabun,
Προς την πατρίδα του, τώρα, ο Iagoo επέστρεφε,
Ο μεγάλος ταξιδευτής, ο μεγάλος καυχησιάρης,
Γεμάτος με νέες και παράξενες περιπέτειες,
Με πολλά θαύματα και πολλά ερωτηματικά, επέστρεφε.

Και οι άνθρωποι του χωριού
Αυτόν ακούγανε,
Καθώς, για τις θαυμαστές του περιπέτειες, τους μιλούσε,
Και γελώντας του με τέτοιο τρόπο απαντούσανε:
"Ουγκ! Αυτός πραγματικά ο Iagoo είναι!
Κανένας άλλος τέτοια θαύματα δε βλέπει!"

Αυτός είπε πως ένα νερό,
Μεγαλύτερο από τη Μεγάλη Λίμνη, είχε δει,
Απ’ τη Gitche Gumee πλατύτερο, είχε δει,
Και τόσο πολύ πικρό που κανένας δε μπορούσε να το πιει!
O καθένας με τον κάθε άλλο, οι πολεμιστές, κοιτιόντουσαν,
Η καθεμιά με την κάθε άλλη, οι γυναίκες, κοιτιόντουσαν,
Χαμογελάσανε και είπανε: "Έτσι δε γίνεται να ‘ναι!"
"Όχι!" είπανε, "Έτσι δε γίνεται να ‘ναι!"

"Επάνω απ’ αυτό", αυτός είπε, "επάνω απ’ αυτό το νερό,
Ένα μεγάλο κανό με φτερά ήρθε,
Ένα κανό με φτερά που πετώντας ήρθε,
Μεγαλύτερο από ‘να άλσος με πεύκα ήτανε,
Ψηλότερο από τις πιο ψηλές κορφές των δέντρων ήτανε!"
Και οι γέροι άντρες και οι γυναίκες
O καθένας με τον κάθε άλλο κοιτιόντουσαν και χαχανίζανε˙
"Όχι!" είπανε, "Αυτό δεν το πιστεύουμε!"

"Απ’ το στόμα του", αυτός είπε, "για να με χαιρετήσει,
To Waywassimo, ο κεραυνός, βγήκε,
Και το Annemeekee, η βροντή, βγήκε!"
Και οι πολεμιστές και οι γυναίκες,
Με το φτωχό Iaggo δυνατά γελάσανε˙
"Όχι!" είπανε, "Μα τι ιστορίες μας λέει!"

"Και μ’ αυτό", αυτός είπε, "ένας λαός ήρθε,
Με το μεγάλο κανό με φτερά", αυτός είπε,
"Μια εκατοντάδα πολεμιστές ήρθανε˙
Όλων τα πρόσωπα βαμμένα λευκά ήτανε
Και τα πηγούνια τους καλυμμένα με μαλλιά ήτανε!"
Και οι πολεμιστές και οι γυναίκες,
Σαν τα κοράκια στις κορφές των δέντρων,
Σαν τις κουρούνες στα κώνεια,
Γελάγανε και χλευάζοντας ουρλιάζανε,
"Όχι!" είπανε, "Μα τι ψέματα μας λέει!
Μη νομίσεις πως θα τα πιστέψουμε!"

Μόνον ο Hiawatha δε γέλασε,
Αλλά σοβαρά μίλησε
Και, στα γιουχαΐσματα τους και τις προσβολές τους, απάντησε:
"Όλα όσα ο Iagoo μας λέει, αλήθεια είναι·
Σ’ όραμα τα ‘χω δει,
Τα μεγάλα κανό με τα φτερά έχω δει,
Τους ανθρώπους με τα λευκά πρόσωπα έχω δει,
Τον ερχομό των γενειοφόρων αυτών ανθρώπων,
Απ’ τα ξύλινα πλοία,
Απ’ τις περιοχές του πρωινού,
Απ’ τη λαμπερή χώρα του Wabun, έχω δει.

" Του Μεγάλου Πνεύματος, του Δυνατού,
Του Μεγάλου Πνεύματος, του Δημιουργού,
Το θέλημα να ‘ρθούνε εδώ είναι.
Με το μήνυμά του σε μας τους στέλνει.
Οπουδήποτε αυτοί κινούνται, πριν απ’ αυτούς:
Το Ahmo, η μύγα με το κεντρί, σε σμήνη πέταξε,
Η μέλισσα που φτιάχνει το μέλι, σε σμήνη πέταξε·
Οπουδήποτε αυτοί πατούνε, κάτω απ’ αυτούς:
Ένα άγνωστό μας λουλούδι φύεται,
Στην ευλογία του Ποδιού του Λευκού Ανθρώπου φύεται.

"Τους ξένους, λοιπόν, ας καλωσορίσουμε,
Ως φίλους μας και ως αδελφούς μας ας τους χαιρετίσουμε,
Και το δεξί μας χέρι, της καρδιάς και της φιλίας το χέρι,
Όταν θα ‘ρθούνε να μας δούνε, ας τους δώσουμε.
Το Μεγάλο Πνεύμα, το Δυνατό,
Σ’ όραμα μου, αυτά μου είπε.

"Σ’ εκείνο τ’ όραμα, επίσης,
Όλα τα μυστικά του μέλλοντος,
Των μακρινών ημερών που πρόκειται να ‘ρθούνε, εγώ είδα.
Των άγνωστων πολυπληθών εθνών
Τις πορείες προς τη δύση, εγώ είδα.
Όλ’ η γη μ’ ανθρώπους είχε γεμίσει,
Ανήσυχους, αγωνιστές, να μοχθούνε, να ποθούνε,
Γλώσσες πολλές να μιλάνε,
Κι ακόμη, με μια καρδιά στα στήθη τους να χτυπάει, να αισθάνονται.
Στα δάση τα τσεκούρια τους αντηχούσανε,
Οι πόλεις τους σ’ όλες τις κοιλάδες καπνίζανε,
Πάνω απ’ όλες τις λίμνες και τα ποτάμια
Τα μεγάλα τους από κεραυνό κανό ορμούσανε,

"Στη συνέχεια, ένα πιο σκοτεινό και πιο θλιβερό όραμα,
Ασαφές σα σύννεφο, μπροστά μου πέρασε·
Το έθνος μας διασκορπισμένο εγώ είδα,
Όλες οι συμβουλές μου είχανε ξεχαστεί,
Αποδυναμωμένα κι αναμεταξύ τους να μάχονται,
Τ’ απομεινάρια των λαών μας, εγώ είδα:
Προς τα δυτικά, άγρια και θρηνώντας,
Σαν τα σύννεφα μιας θύελλας,
Σαν τα μαραμένα φύλλα του φθινοπώρου, να σαρώνονται!"

Σχόλιο: Οι λόγοι που οδηγήσανε στο ολοκαύτωμα των προκολομβιανών πολιτισμών στην αμερικανική ήπειρο, που τις παραμονές της άφιξης των ευρωπαίων αριθμούσανε πολύ πάνω από 100 εκατομμύρια ανθρώπους, και μπροστά στο οποίο κάθε άλλο παλαιότερο ή νεότερο ολοκαύτωμα και γενοκτονία ωχριά, είναι κυρίως δύο:
-από τη μία οι θρύλοι, που συναντιόντουσαν σε λαούς κατά μήκος όλης της αμερικανικής ηπείρου, για τους ανθρώπους που θα ‘ρθούνε από την ανατολή. Λαούς που θα τους έχουνε στείλει οι θεοί τους,
-από την άλλη, και αυτό ήτανε ίσως το σημαντικότερο, η ειλικρίνειά τους (δηλαδή η ταύτιση των σκέψεων τους και των επιθυμιών τους με το λόγο τους) και η πραγματική φιλική τους διάθεση προς τον ξένο. Δυστυχώς γι’ αυτούς βρεθήκανε απέναντι: στους γερμανικής καταγωγής Αγγλοσάξονες και τους Ίβηρες (κυρίως τους Ισπανούς) < Ευρασιάτες φορείς της πατριαρχικής αφύσικης ιδεοληψίας, συνειδητά ανειλικρινείς, κανίβαλους των φυσικών πόρων και αυτοανακηρυχθέντες ως εξουσιαστές των πάντων. Οι ινδιάνοι που βρισκόντουσαν στα μέρη που καταλάβανε οι Ίβηρες αποδεκατιστήκανε αλλά η Καθολική Εκκλησία επέστρεψε το μη βιολογικό ολοκληρωτικό αφανισμό σε όσους ασπάζονταν τον καθολικισμό και την υποδούλωσή τους. Στις περιοχές όμως των σημερινών ΗΠΑ και του Καναδά, οι Αγγλοσάξονες, δεν αρκεστήκανε στον προσηλυτισμό και την υποδούλωση, αλλά καταφέρανε, μες σε τέσσερις αιώνες, το ολοκαύτωμα των ινδιάνων των περιοχών αυτών. Αξίζει να θυμίσουμε πως γύρω στο 1700 μ.Χ. οι Αγγλοσάξονες τους προσφέρανε, σα "δώρο καλής θέλησης", εκατομμύρια κουβέρτες βουτηγμένες στην ευλογιά. Οι ινδιάνοι μαθημένοι να είναι ειλικρινείς δε μπορούσανε να υποψιαστούνε ότι κάτι κακό είχανε σχεδιάσει και να αρνηθούνε την προσφορά και μες σε ελάχιστους μήνες πολλά εκατομμύρια σκοτωθήκανε από την αρρώστια αυτή. Εκατομμύρια σκοτωμένοι/ δολοφονημένοι που θα πρέπει να προστεθούνε σε όσους είχανε σκοτωθεί κι εξακολουθούσανε να σκοτώνονται από τα υπόλοιπα μολυσματικά νοσήματα που τους κολλούσανε. Μακράν η χειρότερη πράξη βιολογικού πολέμου που έχει ποτέ συμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας.     


XXI. The White Man's Foot

In his lodge beside a river,
Close beside a frozen river,
Sat an old man, sad and lonely.
White his hair was as a snow-drift;
Dull and low his fire was burning,
And the old man shook and trembled,
Folded in his Waubewyon,
In his tattered white-skin-wrapper,
Hearing nothing but the tempest
As it roared along the forest,
Seeing nothing but the snow-storm,
As it whirled and hissed and drifted.

All the coals were white with ashes,
And the fire was slowly dying,
As a young man, walking lightly,
At the open doorway entered.
Red with blood of youth his cheeks were,
Soft his eyes, as stars in Spring-time,
Bound his forehead was with grasses;
Bound and plumed with scented grasses,
On his lips a smile of beauty,
Filling all the lodge with sunshine,
In his hand a bunch of blossoms
Filling all the lodge with sweetness.

"Ah, my son!" exclaimed the old man,
"Happy are my eyes to see you.
Sit here on the mat beside me,
Sit here by the dying embers,
Let us pass the night together,
Tell me of your strange adventures,
Of the lands where you have travelled;
I will tell you of my prowess,
Of my many deeds of wonder."

From his pouch he drew his peace-pipe,
Very old and strangely fashioned;
Made of red stone was the pipe-head,
And the stem a reed with feathers;
Filled the pipe with bark of willow,
Placed a burning coal upon it,
Gave it to his guest, the stranger,
And began to speak in this wise:
"When I blow my breath about me,
When I breathe upon the landscape,
Motionless are all the rivers,
Hard as stone becomes the water!"

And the young man answered, smiling:
"When I blow my breath about me,
When I breathe upon the landscape,
Flowers spring up o'er all the meadows,
Singing, onward rush the rivers!"

"When I shake my hoary tresses,"
Said the old man darkly frowning,
"All the land with snow is covered;
All the leaves from all the branches
Fall and fade and die and wither,
For I breathe, and lo! they are not.
From the waters and the marshes,
Rise the wild goose and the heron,
Fly away to distant regions,
For I speak, and lo! they are not.
And where'er my footsteps wander,
All the wild beasts of the forest
Hide themselves in holes and caverns,
And the earth becomes as flintstone!"

"When I shake my flowing ringlets,"
Said the young man, softly laughing,
"Showers of rain fall warm and welcome,
Plants lift up their heads rejoicing,
Back unto their lakes and marshes
Come the wild goose and the heron,
Homeward shoots the arrowy swallow,
Sing the bluebird and the robin,
And where'er my footsteps wander,
All the meadows wave with blossoms,
All the woodlands ring with music,
All the trees are dark with foliage!"

While they spake, the night departed:
From the distant realms of Wabun,
From his shining lodge of silver,
Like a warrior robed and painted,
Came the sun, and said, "Behold me
Gheezis, the great sun, behold me!"

Then the old man's tongue was speechless
And the air grew warm and pleasant,
And upon the wigwam sweetly
Sang the bluebird and the robin,
And the stream began to murmur,
And a scent of growing grasses
Through the lodge was gently wafted.

And Segwun, the youthful stranger,
More distinctly in the daylight
Saw the icy face before him;
It was Peboan, the Winter!

From his eyes the tears were flowing,
As from melting lakes the streamlets,
And his body shrunk and dwindled
As the shouting sun ascended,
Till into the air it faded,
Till into the ground it vanished,
And the young man saw before him,
On the hearth-stone of the wigwam,
Where the fire had smoked and smouldered,
Saw the earliest flower of Spring-time,
Saw the Beauty of the Spring-time,
Saw the Miskodeed in blossom.

Thus it was that in the North-land
After that unheard-of coldness,
That intolerable Winter,
Came the Spring with all its splendor,
All its birds and all its blossoms,
All its flowers and leaves and grasses.

Sailing on the wind to northward,
Flying in great flocks, like arrows,
Like huge arrows shot through heaven,
Passed the swan, the Mahnahbezee,
Speaking almost as a man speaks;
And in long lines waving, bending
Like a bow-string snapped asunder,
Came the white goose, Waw-be-wawa;
And in pairs, or singly flying,
Mahng the loon, with clangorous pinions,
The blue heron, the Shuh-shuh-gah,
And the grouse, the Mushkodasa.

In the thickets and the meadows
Piped the bluebird, the Owaissa,
On the summit of the lodges
Sang the robin, the Opechee,
In the covert of the pine-trees
Cooed the pigeon, the Omemee;
And the sorrowing Hiawatha,
Speechless in his infinite sorrow,
Heard their voices calling to him,
Went forth from his gloomy doorway,
Stood and gazed into the heaven,
Gazed upon the earth and waters.

From his wanderings far to eastward,
From the regions of the morning,
From the shining land of Wabun,
Homeward now returned Iagoo,
The great traveller, the great boaster,
Full of new and strange adventures,
Marvels many and many wonders.

And the people of the village
Listened to him as he told them
Of his marvellous adventures,
Laughing answered him in this wise:
"Ugh! it is indeed Iagoo!
No one else beholds such wonders!"

He had seen, he said, a water
Bigger than the Big-Sea-Water,
Broader than the Gitche Gumee,
Bitter so that none could drink it!
At each other looked the warriors,
Looked the women at each other,
Smiled, and said, "It cannot be so!"
"Kaw!" they said, "it cannot be so!"

O'er it, said he, o'er this water
Came a great canoe with pinions,
A canoe with wings came flying,
Bigger than a grove of pine-trees,
Taller than the tallest tree-tops!
And the old men and the women
Looked and tittered at each other;
"Kaw!" they said, "we don't believe it!"

From its mouth, he said, to greet him,
Came Waywassimo, the lightning,
Came the thunder, Annemeekee!
And the warriors and the women
Laughed aloud at poor Iagoo;
"Kaw!" they said, "what tales you tell us!"

In it, said he, came a people,
In the great canoe with pinions
Came, he said, a hundred warriors;
Painted white were all their faces
And with hair their chins were covered!
And the warriors and the women
Laughed and shouted in derision,
Like the ravens on the tree-tops,
Like the crows upon the hemlocks.
"Kaw!" they said, "what lies you tell us!
Do not think that we believe them!"

Only Hiawatha laughed not,
But he gravely spake and answered
To their jeering and their jesting:
"True is all Iagoo tells us;
I have seen it in a vision,
Seen the great canoe with pinions,
Seen the people with white faces,
Seen the coming of this bearded
People of the wooden vessel
From the regions of the morning,
From the shining land of Wabun.

"Gitche Manito, the Mighty,
The Great Spirit, the Creator,
Sends them hither on his errand.
Sends them to us with his message.
Wheresoe'er they move, before them
Swarms the stinging fly, the Ahmo,
Swarms the bee, the honey-maker;
Wheresoe'er they tread, beneath them
Springs a flower unknown among us,
Springs the White-man's Foot in blossom.

"Let us welcome, then, the strangers,
Hail them as our friends and brothers,
And the heart's right hand of friendship
Give them when they come to see us.
Gitche Manito, the Mighty,
Said this to me in my vision.

"I beheld, too, in that vision
All the secrets of the future,
Of the distant days that shall be.
I beheld the westward marches
Of the unknown, crowded nations.
All the land was full of people,
Restless, struggling, toiling, striving,
Speaking many tongues, yet feeling
But one heart-beat in their bosoms.
In the woodlands rang their axes,
Smoked their towns in all the valleys,
Over all the lakes and rivers
Rushed their great canoes of thunder.

"Then a darker, drearier vision
Passed before me, vague and cloud-like;
I beheld our nation scattered,
All forgetful of my counsels,
Weakened, warring with each other:
Saw the remnants of our people
Sweeping westward, wild and woful,
Like the cloud-rack of a tempest,
Like the withered leaves of Autumn!"


Όλο το πρωτότυπο στα αγγλικά: εδώ από το www.gutenberg.org/ebooks
Η απόδοση στα ελληνικά είναι του Γιώργου Πρίμπα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: