Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

The Song of Hiawatha - 22 - Hiawatha's Departure [Henry W. Longfellow]


22. Η Αναχώρηση του Hiawatha

Στην όχθη της Gitche Gumee δίπλα,
Στη λαμπερή Μεγάλη Λίμνη δίπλα,
Στου καλυβιού του την πόρτα εισόδου,
Στο ευχάριστο Καλοκαιρινό πρωινό,
Ο Hiawatha στεκότανε και περίμενε.
Όλος ο αέρας γεμάτος φρεσκάδα ήτανε,
Όλη η γη λαμπερή και χαρούμενη ήτανε,
Και μπροστά του, μέσ’ απ’ το ηλιόφως,
Προς τα δυτικά, στο γειτονικό δάσος,
Το Ahmo, η μύγα με το κεντρί, σε χρυσαφένια σμήνη πέρασε,
Οι μέλισσες που φτιάχνουνε το μέλι περάσανε,
Καυτές, υπό το ηλιόφως τραγουδώντας.

Φωτεινοί πάνω απ’ αυτόν οι ουρανοί λάμπανε,
Ακυμάτιστη μπροστά του η λίμνη κείτονταν˙
Απ’ τα σπλάχνα της ο οξύρρυγχος πήδησε,
Υπό το ηλιόφως σπινθηροβολώντας και αστράφτοντας˙
Το μεγάλο δάσος στις όχθες της στεκότανε
Και στο νερό αντανακλόνταν,
Κάθε κορφή δέντρου τη σκιά της,
Στο μέχρι το βυθό ασάλευτο νερό, έριχνε.

Απ’ του Hiawatha τo μέτωπο
Κάθε ίχνος θλίψης είχε χαθεί,
Όπως η ομίχλη πάνω απ’ το νερό χάνεται,
Όπως η υγρασία πάνω απ’ το λιβάδι χάνεται.
Μ’ ένα χαμόγελο χαράς και θριάμβου,
Μ’ ένα βλέμμα αγαλλίασης,
Όπως κάποιος που σε όραμα
Αυτό που (ποθεί και) πρόκειται να συμβεί, αλλά όχι ακόμη, βλέπει,
Ο Hiawatha στεκότανε και περίμενε.

Προς τον ήλιο αυτός τα χέρια του σήκωσε,
Και τις δυο παλάμες του ενάντια του άπλωσε,
Κι αναμεταξύ των χωρισμένων του δακτύλων
Το ηλιόφως πάνω στα αισθητήρια όργανα του προσώπου του ένιωθε,
Οι γυμνοί του ώμοι απ’ το φως ραβδωνόντουσαν,
Καθώς αυτό μέσ’ από τα κενά, των φύλλων και των κλαδιών μιας βελανιδιάς, πέρναγε
Και πέφτοντας ραβδώσεις δημιουργούσε.

Πάνω απ’ το νερό: σα να επιπλέει σα να πετάει,
Κάτι σ’ ασαφή απόσταση φαινότανε,
Κάτι στου πρωινού την ομίχλη φαινότανε,
Απ’ το νερό ξεπρόβαλε και σηκώθηκε,
Τη μια πως επιπλέει φαινότανε, την άλλη πως πετάει φαινότανε,
Κι όλο και πλησίαζε.

Το Shingebis, το βουτηχτάρι, να ‘τανε;
Ή το Shada, o πελεκάνος, να ‘τανε;
Ή το Shuh-shuh-gah, o ερωδιός, να ‘τανε;
Ή το , Waw-be-wawa, η λευκή χήνα,
Με το νερό, απ’ το γυαλιστερό της λαιμό και τα φτερά της,
Να στάζει και να σπινθηροβολεί, να ‘τανε;

Ούτε η χήνα ούτε το βουτηχτάρι ήτανε,
Ούτε ο πελεκάνος ούτε ο ερωδιός ήτανε,
Πάνω απ’ το νερό, σα να επιπλέει σα να πετάει,
Μες στη λαμπερή υγρασία του πρωινού,
Τίποτε άλλο παρά έν’ από σημύδα κανό με κουπιά,
Πάνω στο νερό τη μία να σηκώνεται την άλλη να βυθίζεται,
Υπό το ηλιόφως να στάζει και να σπινθηροβολεί˙
Και μες σ’ αυτό κάποιοι άνθρωποι,
Απ’ τη μακρινή χώρα του Wabun, ερχόντουσαν,
Απ’ τ’ απώτατα μέρη του πρωινού
Ο αρχηγός, ο μαυροφορεμένος Προφήτης, ήρθε,
Αυτός ο Ιερέας των Προσευχών, το Χλωμό πρόσωπο,
Με τους οδηγούς του και τους συντρόφους του, ήρθε.

Και ο ευγενής Hiawatha,
Με τα χέρια του ψηλά εκτεταμένα,
Πως τους καλωσορίζει έδειχνε,
Πλήρης αγαλλίασης αυτός περίμενε,
Μέχρι που τ’ από σημύδα κανό με τα κουπιά
Στα λαμπερά βότσαλα σούρθηκε
Και στην αμμώδη όχθη τραβήχτηκε,
Μέχρι που ο μαυροφορεμένος αρχηγός, το Χλωμό πρόσωπο,
Με το σταυρό πάνω στο στήθος του,
Στην αμμώδη όχθη αποβιβάστηκε.

Τότε ο χαρούμενος Hiawatha
Δυνατά φώναξε και με τέτοιο τρόπο μίλησε:
"Ω! ξένοι, ο ήλιος όμορφος είναι,
Όταν έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!
Όλοι στην πόλη μας ειρηνικά σας περιμένουνε,
Όλες οι πόρτες μας ανοιχτές για σας είναι˙
Απ’ όλα μας τα καλύβια θα πρέπει να περάσετε,
Το δεξί μας χέρι, αυτό της καρδιάς, σας δίνουμε.

"Ποτέ τόσο εύθυμα η γη δεν άνθισε,
Ποτέ τόσο έντονα ο ήλιος δεν έλαμψε,
Όσο τη σημερινή ημέρα λάμπουνε και ανθίζουνε,
Όταν έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!
Ποτέ τόσο γαλήνια όσο τώρα η λίμνη δεν ήτανε,
Ούτε τόσο απαλλαγμένη από βράχια και συσσωρεύσεις άμμου˙
Λες και τα βράχια με τις συσσωρεύσεις άμμου,
Για να περάσει το από σημύδα κανό σας, απομακρυνθήκανε.

"Ποτέ τόσο γλυκιά κι ευχάριστη γεύση
Ο καπνός δεν είχε,
Ποτέ τόσο όμορφα να τα κοιτάς
Τα πλατιά φύλλα των καλαμποκιών στα χωράφια μας δεν ήτανε,  
Όσο το σημερινό πρωινό σε μας φαίνονται,
Όταν έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!"

Και ο μαυροφορεμένος αρχηγός απάντησε,
Στην ομιλία του, που λιγάκι τραύλιζε,
Με λόγια, στα οποία όμως εξοικειωμένος (ο Hiawatha) δεν ήτανε, είπε:
"Ειρήνη σε σας, Hiawatha, ας είναι,
Ειρήνη σε σένα και στο λαό σου, ας είναι,
Η ειρήνη της προσευχής και η ειρήνη της συγχώρεσης,
Η ειρήνη του Χριστού και η χαρά της Μαρίας!"

Στη συνέχεια, ο γενναιόδωρος Hiawatha,
Στο καλύβι του τους ξένους οδήγησε,
Σε δέρματα από βίσονες τους κάθισε,
Σε δέρματα από ερμίνα τους κάθισε,
Και η προσεκτική γριά Nokomis
Τροφή σε κύπελλα από φιλύρα τους έφερε,
Νερό σε από σημύδα νεροκουτάλες τους έφερε,
Και την πίπα της ειρήνης*,
Γεμισμένη κι αναμμένη για να καπνίσουνε τους έφερε.

*μέχρι και το 20ο κεφάλαιο ο Longfellow έγραφε την "Piece-Pipe" με κεφαλαία γράμματα. Προφανώς για να εκφράσει τη σημαντικότητα του κοινού καπνίσματος όταν επρόκειτο οι ινδιάνοι να συζητήσουνε κάτι. Ήτανε μια ιερή στιγμή ειλικρινούς κατάθεσης των απόψεων του κάθε παρευρισκόμενου και συμμετέχοντος στη συζήτηση. Στα δυο τελευταία, όμως, κεφάλαια ο ποιητής, στα δύο σημεία όπου αναφέρεται, την αποδίδει με μικρά γράμματα.  Ίσως να είναι τυχαίο. Ίσως πάλι ήθελε με τον τρόπο αυτό να τονίσει ότι πια στα εδάφη των ινδιάνων είχε πατήσει το πόδι του ο υποκριτής και ανειλικρινής λευκός άνθρωπος. Εξάλλου την εποχή που έγραψε το ποίημα για τον Hiawatha οι ινδιάνοι, όσοι είχανε απομείνει από αυτούς, διωκόντουσαν, όπως και οι μαύροι δούλοι που είχανε φέρει από την Ανατολική Αφρική, ενίοτε με ακραία απάνθρωπους τρόπους από τους ρατσιστές λευκούς. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Longfellow είχε γράψει και μια ποιητική συλλογή για τη δουλεία: Poems of Slavery.

Όλοι οι γέροι άντρες του χωριού,
Όλοι οι πολεμιστές του έθνους,
Όλοι οι Jossakeeds, οι Προφήτες,
Οι Wabenos, οι μάγοι/ ταχυδακτυλουργοί,
Και οι Medas, οι Θεραπευτές, ήρθανε,
Τιμή στους ξένους να προσφέρουνε·
"Καλά είναι", αυτοί είπανε, "Ω! αδέλφια μας,
Ότι έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!"

Κυκλικά, γύρω απ’ την πόρτα εισόδου,
Σιωπηλά, καπνίζοντας τις πίπες τους καθόντουσαν,
Για τους ξένους κοιτώντας περιμένανε,
Να τους δώσουνε κάποιο μήνυμα περιμένανε,
Μέχρι που ο μαυροφορεμένος αρχηγός, το Χλωμό πρόσωπο,
Απ’ το καλύβι να τους χαιρετήσει βγήκε,
Στην ομιλία του, και λιγάκι τραυλίζοντας,
Με λόγια, στα οποία όμως εξοικειωμένοι αυτοί δεν ήτανε, μίλησε·
"Καλά είναι", αυτοί επαναλάβανε, "Ω! αδέλφια μας,
Ότι έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!"

Κατόπιν ο μαυροφορεμένος αρχηγός, ο Προφήτης,
Στο λαό το μήνυμά του είπε,
Για το σκοπό της αποστολής του είπε,
Για την Παρθένο Μαρία τους είπε
Και για τον ευλογημένο Γιό της, το Σωτήρα, τους είπε,
Πώς σε μακρινές χώρες, πολύ πίσω στο χρόνο,
Σαν κι εμάς στη γη είχανε ζήσει·
Πώς εκείνος νήστεψε, προσευχήθηκε και κόπιασε·
Πώς οι Εβραίοι, η αθεόφοβη φυλή,
Τον εμπαίξανε, τον μαστιγώσανε, τον σταυρώσανε·
Πώς αυτός, από εκεί που τον είχανε τοποθετήσει (νεκρό), σηκώθηκε,
Ξανά μαζί με τους μαθητές του περπάτησε
Και στους ουρανούς αναλήφθηκε.

Και οι ινδιάνοι αρχηγοί απαντήσανε, λέγοντας:
"Το μήνυμά σου εμείς το προσέξαμε,
Τα σοφά σου λόγια εμείς τ’ ακούσαμε,
Τα όσα μας είπες εμείς θα τα σκεφτούμε.
Καλά είναι για μας, Ω! αδέλφια μας,
Ότι έρχεστε από τόσο μακριά για να μας δείτε!"

Μετά αυτοί σηκωθήκανε
Και ο κάθε ένας για το καλύβι του αναχώρησε,
Στους νέους άντρες και στις γυναίκες
Την ιστορία των ξένων είπανε,
Αυτών που ο Κύριος της Ζωής*,
Απ’ τη λαμπερή χώρα του Wabun, τους είχε στείλει.

*ο Longfellow, πιστός χριστιανός ο ίδιος, με τον εμφατικό τρόπο που βάζει στα λόγια των ινδιάνων τον "Κύριο της Ζωής", προσπαθεί να πει - σε μια εποχή που οι ελάχιστοι απομείναντες ινδιάνοι διώκονταν από τους ρατσιστές λευκούς αμερικανούς (μάλιστα σε πολλές περιοχές δινότανε και μια καλή αμοιβή για κάθε κεφάλι ινδιάνου) απλά γιατί ήτανε ινδιάνοι και αντιμετωπίζονταν κτηνωδώς, βασανίζονταν και σκοτώνονταν με φρικτούς τρόπους – στους συμπολίτες τους ότι αυτοί που πια είχανε σχεδόν αφανιστεί ήτανε άνθρωποι όπως όλοι και κάτω από τον ίδιο Θεό με αυτούς και πως εν τέλει όλοι μαζί θα μπορούσανε να συνυπάρξουνε αρμονικά. Αυτό για την εποχή του Longfellow ήτανε μεγάλο τόλμημα. Η επίσημη και η ανώνυμη κριτική απαξίωσε τελείως το ποίημα, αλλά πολύς ήτανε ο κόσμος που το αγάπησε. Μεταξύ άλλων, στους New York Times, σε ανώνυμο κείμενο κατηγορήθηκε ως γραφικός που υπερασπίστηκε μια φυλή που της άξιζε ο αφανισμός!  

Βαρύ απ’ τη ζέστη και σιωπηλό
Το απόγευμα του Καλοκαιριού γινότανε·
Μ’ έναν υπναλέο ήχο το δάσος,
Γύρω απ’ τα αποπνικτικά καλύβια, ψιθύριζε,
Μ’ έναν ήχο του ύπνου το νερό,
Στην αμμουδιά από κάτω του, κυμάτιζε·
Απ’ τα καλαμποχώραφα διαπεραστικά και ακατάπαυστα,
Το Pah-puk-keena, η ακρίδα, τραγουδούσε·
Και οι καλεσμένοι του Hiawatha,
Απ’ τη ζέστη του Καλοκαιριού, κουρασμένοι,
Στο αποπνικτικό καλύβι ελαφρά κοιμόντουσαν.

Σιγά-σιγά πάνω απ’ το τοπίο που σιγόβραζε
Του απογεύματος το σούρουπο και η δροσιά πέφτανε,
Και οι μακριές ηλιαχτίδες του ορίζοντα,
Μες στο δάσος, σα λόγχες εξακοντιζόντουσαν,
Τις ασπίδες της σκιάς διασπώντας,
Μες σε κάθε μια μυστική ενέδρα ορμούσανε,
Την κάθε λόχμη, το κάθε λαγκάδι ή βαθούλωμα ερευνώντας˙
Ακόμη όμως, οι καλεσμένοι του  Hiawatha,
Στο σιωπηλό καλύβι ελαφρά κοιμόντουσαν.

Απ’ τη θέση του ο Hiawatha σηκώθηκε,
Στη γριά Nokomis τον αποχαιρετισμό του προσέφερε,
Χωρίς να ξυπνήσει τους καλεσμένους του, που ελαφρά κοιμόντουσαν,
Ψιθυριστά με τέτοιο τρόπο αυτός μίλησε:

"Ω! Nokomis, εγώ φεύγω,
Για ένα μεγάλο μακρινό ταξίδι,
Για του Ηλιοβασιλέματος τις πύλες,
Για τις περιοχές του Σπιτιού των Ανέμων,
Του Keewaydin, του Βορειοδυτικού Ανέμου, εγώ φεύγω.
Αλλά αυτούς τους φιλοξενούμενους που πίσω μου αφήνω,
Υπό την επιτήρησή σου και τη φύλαξή σου τους αφήνω˙
Ότι κανένα κακό δε θα τους πλησιάσει,
Ότι κανένας φόβος δε θα τους παρενοχλήσει,
Ούτε κίνδυνος ούτε υποψία,
Ούτε, στο κατάλυμα του Hiawatha,
Τροφή ή στέγη θα τους λείψει!"

Προς το χωριό αυτός πήγε,
Σ’ όλους τους πολεμιστές τον αποχαιρετισμό του προσέφερε,
Σ’ όλους τους νέους άντρες τον αποχαιρετισμό του προσέφερε,
Πειστικά με τέτοιο τρόπο αυτός μίλησε:

"Ω! λαέ μου, εγώ φεύγω,
Για ένα μεγάλο μακρινό ταξίδι˙
Πολλά φεγγάρια και πολλοί χειμώνες
Θα ‘χουνε έρθει και θα ‘χουνε χαθεί,
Προτού εγώ και πάλι ξανάρθω να σας δω.
Αλλά πίσω μου τους φιλοξενούμενούς μου αφήνω˙
Τα σοφά τους τα λόγια ακούστε,
Την αλήθεια που αυτοί λένε ακούστε,
Γιατί ο Κύριος της Ζωής,
Απ’ τη χώρα του φωτός και του πρωινού τους έχει στείλει!"

Στην όχθη ο Hiawatha στεκότανε,
Γύρισε και το χέρι του, για τον αποχωρισμό, έσειε˙
Στο καθαρό και φωτεινό νερό
Το από σημύδα κανό του για τον απόπλου αναχώρησε,
Απ’ της όχθης τα βότσαλα,
Προς το νερό, τ’ ώθησε˙
"Προς τα δυτικά! Προς τα δυτικά!" του ψιθύρισε
Και με ταχύτητα προς τα μπροστά όρμησε.

Και ο απογευματινός ήλιος, καθώς κατερχότανε,
Στα σύννεφα, κοκκινίζοντάς τα, φωτιά έβαζε,
Σαν το λειμώνα, τον πλατύ ουρανό, έκαιγε,
Πάνω στο ακυμάτιστο νερό έφυγε,
Μια μακριά τροχιά και ίχνος μεγαλείου αφήνοντας,
Το ρεύμα του οποίου κατέβαινε, όπως έναν ποταμό θα κατέβαινε,
Προς τα δυτικά, προς τα δυτικά, ο Hiawatha,
Υπό το φλογερό ηλιοβασίλεμα κατέπλεε,
Υπό τους πορφυρούς ατμούς κατέπλεε,
Υπό το σούρουπο του απογεύματος κατέπλεε:

Και οι άνθρωποι απ’ την όχθη τον παρατηρούσανε:
Να πλέει, να σηκώνεται και να βυθίζεται,
Μέχρι που το από σημύδα κανό,
Ψηλά, σ’ αυτή τη θάλασσα του μεγαλείου, φάνηκε να σηκώνεται,
Μέχρι που μες σε ατμούς καταβυθίστηκε,
Σιγά-σιγά, σαν τη νέα σελήνη,
Μες στο απόμακρο πορφυρό καταβυθιζότανε.

Και αυτοί είπανε: "Αντίο για πάντα!"
Είπανε: "Αντίο, Ω! Hiawatha!"
Και τα δάση, σκοτεινά και μοναχικά,
Όλο το βάθος του σκοταδιού τους μετακινήσανε,
Αναστενάζοντας: "Αντίο, Ω! Hiawatha!"
Και τα κύματα στην όχθη,
Πάνω στα βότσαλα, κυματίζοντας σηκωθήκανε,
Και με λυγμούς ακουστήκανε: "Αντίο, Ω! Hiawatha!"
Και το Shuh-shuh-gah, ο ερωδιός,
Απ’ τα στέκια του, μεταξύ των βάλτων,
Ούρλιαξε: "Αντίο, Ω! Hiawatha!"

Έτσι ο Hiawatha,
Ο Hiawatha ο Αγαπημένος, αναχώρησε,
Υπό τη δόξα του ηλιοβασιλέματος,
Υπό την ομίχλη του δειλινού,
Για τις περιοχές του Σπιτιού των Ανέμων,
Του Keewaydin, του Βορειοδυτικού Ανέμου,
Για τα Νησιά του Ευλογημένου,
Στο Βασίλειο του Ponemah,
Στη Χώρα του Επέκεινα!


ΤΕΛΟΣ


Ο Henry Wadsworth Longfellow (27 Φεβρουαρίου 1807, Portland, Maine - 24 Μαρτίου 1882, Cambridge, Massachusetts) είναι ένας από του σημαντικότερους Αμερικανούς (ΗΠΑ) ποιητές που το έργο του αναγνωρίστηκε όσο ζούσε. Εργάστηκε ως καθηγητής. Μάλιστα το 1854 παραιτήθηκε από το πανεπιστήμιο του Harvard για να ασχοληθεί με το συγγραφικό του έργο, στο οποίο περιλαμβάνονται μυθιστορήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα.  Επίσης μετέφρασε στα αγγλικά και τη "Θεία Κωμωδία"  του Dante Alighieri. Ήταν ο πρώτος Αμερικανός λογοτέχνης που ασχολήθηκε με τα έθιμα των ινδιάνων. Το "The Song of Hiawatha", ένα από τα σημαντικότερα έργα του, ξεκίνησε να γράφεται τον Ιούνιο του 1854 και εκδόθηκε το Νοέμβριο του 1855. Γράφτηκε σε τροχαϊκό τετράμετρο λόγω της επιρροής που άσκησε το φινλανδικό έπος Kalevala στον Longfellow. Επισκέφτηκε δυο φορές την Ευρώπη και παντρεύτηκε δύο φορές. Το 1831 τη Mart Storer Potter με την οποία ταξίδεψε στην Ευρώπη όπου σπούδασε σουηδικά, δανέζικα, φινλανδικά, ολλανδικά και λογοτεχνία. Η Mart Storer Potter πέθανε το 1835 στον Amsterdam. Το 1843 παντρεύτηκε την Frances Appleton, κόρη πολύ πλούσιου εμπόρου, η οποία το 1861 κάηκε ζωντανή όταν το φόρεμά της πήρε φωτιά από κερί.

---------------------------------------

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει η μετάφραση του σημαντικότατου για την παγκόσμια λογοτεχνία: “The Song of Hiawatha” του Henry W. Longfellow θα παρουσιαστεί, υπολογίζουμε το Σεπτέμβρη του 2014, κατ’ αρχήν ως ebook στα πλαίσια της εκδοτικής παρέμβασης του 24Γράμματα: εν καινώ. Πρώτα θα γίνουνε και όλες οι αναγκαίες γραμματικές, συντακτικές και μεταφραστικές διορθώσεις, στα κείμενα που έχουνε ήδη δημοσιευτεί, καθόσον η προσπάθεια αυτή δεν ήτανε παρά μια πρώτη, εν προόδω της ανάγνωσης, καταγραφή. Ιδιαίτερα ευχαριστώ το φίλο Μπάμπη Χαραλαμπόπουλο για την αγάπη και το ενδιαφέρον με τα οποία αγκάλιασε την προσπάθεια και για το χρόνο που αφιέρωσε και αφιερώνει στην επιμέλεια των εν λόγω διορθώσεων.



XXII. Hiawatha's Departure

By the shore of Gitche Gumee,
By the shining Big-Sea-Water,
At the doorway of his wigwam,
In the pleasant Summer morning,
Hiawatha stood and waited.
All the air was full of freshness,
All the earth was bright and joyous,
And before him, through the sunshine,
Westward toward the neighboring forest
Passed in golden swarms the Ahmo,
Passed the bees, the honey-makers,
Burning, singing in the sunshine.

Bright above him shone the heavens,
Level spread the lake before him;
From its bosom leaped the sturgeon,
Sparkling, flashing in the sunshine;
On its margin the great forest
Stood reflected in the water,
Every tree-top had its shadow,
Motionless beneath the water.

From the brow of Hiawatha
Gone was every trace of sorrow,
As the fog from off the water,
As the mist from off the meadow.
With a smile of joy and triumph,
With a look of exultation,
As of one who in a vision
Sees what is to be, but is not,
Stood and waited Hiawatha.

Toward the sun his hands were lifted,
Both the palms spread out against it,
And between the parted fingers
Fell the sunshine on his features,
Flecked with light his naked shoulders,
As it falls and flecks an oak-tree
Through the rifted leaves and branches.

O'er the water floating, flying,
Something in the hazy distance,
Something in the mists of morning,
Loomed and lifted from the water,
Now seemed floating, now seemed flying,
Coming nearer, nearer, nearer.

Was it Shingebis the diver?
Or the pelican, the Shada?
Or the heron, the Shuh-shuh-gah?
Or the white goose, Waw-be-wawa,
With the water dripping, flashing,
From its glossy neck and feathers?

It was neither goose nor diver,
Neither pelican nor heron,
O'er the water floating, flying,
Through the shining mist of morning,
But a birch canoe with paddles,
Rising, sinking on the water,
Dripping, flashing in the sunshine;
And within it came a people
From the distant land of Wabun,
From the farthest realms of morning
Came the Black-Robe chief, the Prophet,
He the Priest of Prayer, the Pale-face,
With his guides and his companions.

And the noble Hiawatha,
With his hands aloft extended,
Held aloft in sign of welcome,
Waited, full of exultation,
Till the birch canoe with paddles
Grated on the shining pebbles,
Stranded on the sandy margin,
Till the Black-Robe chief, the Pale-face,
With the cross upon his bosom,
Landed on the sandy margin.

Then the joyous Hiawatha
Cried aloud and spake in this wise:
"Beautiful is the sun, O strangers,
When you come so far to see us!
All our town in peace awaits you,
All our doors stand open for you;
You shall enter all our wigwams,
For the heart's right hand we give you.

"Never bloomed the earth so gayly,
Never shone the sun so brightly,
As to-day they shine and blossom
When you come so far to see us!
Never was our lake so tranquil,
Nor so free from rocks, and sand-bars;
For your birch canoe in passing
Has removed both rock and sand-bar.

"Never before had our tobacco
Such a sweet and pleasant flavor,
Never the broad leaves of our cornfields
Were so beautiful to look on,
As they seem to us this morning,
When you come so far to see us!"

And the Black-Robe chief made answer,
Stammered in his speech a little,
Speaking words yet unfamiliar:
"Peace be with you, Hiawatha,
Peace be with you and your people,
Peace of prayer, and peace of pardon,
Peace of Christ, and joy of Mary!"

Then the generous Hiawatha
Led the strangers to his wigwam,
Seated them on skins of bison,
Seated them on skins of ermine,
And the careful old Nokomis
Brought them food in bowls of basswood,
Water brought in birchen dippers,
And the calumet, the peace-pipe,
Filled and lighted for their smoking.

All the old men of the village,
All the warriors of the nation,
All the Jossakeeds, the Prophets,
The magicians, the Wabenos,
And the Medicine-men, the Medas,
Came to bid the strangers welcome;
"It is well", they said, "O brothers,
That you come so far to see us!"

In a circle round the doorway,
With their pipes they sat in silence,
Waiting to behold the strangers,
Waiting to receive their message;
Till the Black-Robe chief, the Pale-face,
From the wigwam came to greet them,
Stammering in his speech a little,
Speaking words yet unfamiliar;
"It is well," they said, "O brother,
That you come so far to see us!"

Then the Black-Robe chief, the Prophet,
Told his message to the people,
Told the purport of his mission,
Told them of the Virgin Mary,
And her blessed Son, the Saviour,
How in distant lands and ages
He had lived on earth as we do;
How he fasted, prayed, and labored;
How the Jews, the tribe accursed,
Mocked him, scourged him, crucified him;
How he rose from where they laid him,
Walked again with his disciples,
And ascended into heaven.

And the chiefs made answer, saying:
"We have listened to your message,
We have heard your words of wisdom,
We will think on what you tell us.
It is well for us, O brothers,
That you come so far to see us!"

Then they rose up and departed
Each one homeward to his wigwam,
To the young men and the women
Told the story of the strangers
Whom the Master of Life had sent them
From the shining land of Wabun.

Heavy with the heat and silence
Grew the afternoon of Summer;
With a drowsy sound the forest
Whispered round the sultry wigwam,
With a sound of sleep the water
Rippled on the beach below it;
From the cornfields shrill and ceaseless
Sang the grasshopper, Pah-puk-keena;
And the guests of Hiawatha,
Weary with the heat of Summer,
Slumbered in the sultry wigwam.

Slowly o'er the simmering landscape
Fell the evening's dusk and coolness,
And the long and level sunbeams
Shot their spears into the forest,
Breaking through its shields of shadow,
Rushed into each secret ambush,
Searched each thicket, dingle, hollow;
Still the guests of Hiawatha
Slumbered in the silent wigwam.

From his place rose Hiawatha,
Bade farewell to old Nokomis,
Spake in whispers, spake in this wise,
Did not wake the guests, that slumbered.

"I am going, O Nokomis,
On a long and distant journey,
To the portals of the Sunset.
To the regions of the home-wind,
Of the Northwest-Wind, Keewaydin.
But these guests I leave behind me,
In your watch and ward I leave them;
See that never harm comes near them,
See that never fear molests them,
Never danger nor suspicion,
Never want of food or shelter,
In the lodge of Hiawatha!"

Forth into the village went he,
Bade farewell to all the warriors,
Bade farewell to all the young men,
Spake persuading, spake in this wise:

"I am going, O my people,
On a long and distant journey;
Many moons and many winters
Will have come, and will have vanished,
Ere I come again to see you.
But my guests I leave behind me;
Listen to their words of wisdom,
Listen to the truth they tell you,
For the Master of Life has sent them
From the land of light and morning!"

On the shore stood Hiawatha,
Turned and waved his hand at parting;
On the clear and luminous water
Launched his birch canoe for sailing,
From the pebbles of the margin
Shoved it forth into the water;
Whispered to it, "Westward! westward!"
And with speed it darted forward.

And the evening sun descending
Set the clouds on fire with redness,
Burned the broad sky, like a prairie,
Left upon the level water
One long track and trail of splendor,
Down whose stream, as down a river,
Westward, westward Hiawatha
Sailed into the fiery sunset,
Sailed into the purple vapors,
Sailed into the dusk of evening:

And the people from the margin
Watched him floating, rising, sinking,
Till the birch canoe seemed lifted
High into that sea of splendor,
Till it sank into the vapors
Like the new moon slowly, slowly
Sinking in the purple distance.

And they said, "Farewell forever!"
Said, "Farewell, O Hiawatha!"
And the forests, dark and lonely,
Moved through all their depths of darkness,
Sighed, "Farewell, O Hiawatha!"
And the waves upon the margin
Rising, rippling on the pebbles,
Sobbed, "Farewell, O Hiawatha!"
And the heron, the Shuh-shuh-gah,
From her haunts among the fen-lands,
Screamed, "Farewell, O Hiawatha!"

Thus departed Hiawatha,
Hiawatha the Beloved,
In the glory of the sunset,
In the purple mists of evening,
To the regions of the home-wind,
Of the Northwest-Wind, Keewaydin,
To the Islands of the Blessed,
To the Kingdom of Ponemah,
To the Land of the Hereafter!


Όλο το πρωτότυπο στα αγγλικά: εδώ από το www.gutenberg.org/ebooks
Η απόδοση στα ελληνικά είναι του Γιώργου Πρίμπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: