Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Αννα Ρηγοπούλη - Λιατήρη - Το πολυκαιρισμένο σεντόνι




























Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το ενενηκοστό τρίτο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων, το μυθιστόρημα: "Το πολυκαιρισμένο σεντόνι" της Άννας Ρηγοπούλη Λιατήρη.

Στο τέλος του μυθιστορήματος υπάρχει ένα εξαιρετικό και μάλλον μοναδικό γλωσσάρι με επεξηγήσεις λέξεων της τοπικής διαλέκτου της Καρπάθου:

αβαντερή: πολύ χοντρή
αγκίνιο: καινούργιο
αλετάνα: αλιτάνα, παρτέρι
αλάργαρε: απομακρύνσου
αέλαμος: βρώμη
αγριάδια: είδος χταποδιού
ακατέλυτος: ακατάλυτος, άφθαρτος
άκλωστροι: αγριάδες, δυσεξόντωτα ζιζάνια
ακρίθαμος: κρίταμος, αρωματικό φυτό, για τουρσί
αλαχανοπίτια: λαχανοπίτια ή πιτιά, μεγάλες ατομικές χορτόπιτες
αλειτρήητος: αλειτούργητος
αλετουργειό: λιοτρίβι
αλευρά: πολτώδες φαγητό με αλεύρι και γάλα
αλιμπερτά: ελευθερία
αλουσιά: αλισίβα
αλευρά : φαγητό με αλεύρι, γάλα και μέλι
άλωνα: κυκλικός χώρος μεγάλης διαμέτρου που αλώνιζαν τα σιτηρά
αμανάτι: κάτι που δίνουμε σε κάποιο να το κουβαλά
αμαξωτός: τσιμεντένιος δρόμος ή άσφαλτος
ανάκαρα: αντοχή
αναράες: νεράιδες
αναυλόχι: το μεταξύ δύο λόφων χωράφι που θεωρείται πιο εύφορο
ανεουνί: κόνυζες σε μάτσο. Έχουν κολλώδη βλαστό, βαριά μυρωδιά και είναι ανθεκτικές στη φωτιά
ανεμουρίζομαι: εξαφανίζομαι
ανασταίνω: βαφτίζω τον πρώτο γιο που παίρνει το όνομα του παππού του από την πλευρά του πατέρα και όλη την περιουσία του, ή την πρώτη κόρη που παίρνει το όνομα της γιαγιάς της από την πλευρά της μητέρας και όλη την περιουσία της
ανέφαλα: σύννεφα
αντζιό: αγγείο, δοχείο, λεκάνη
αξάερφος: εξάδελφος
αξανάστρεφος: ανάποδος, ιδιότροπος
αξάργου: αξαργητού, επί τούτου
άαο βρε: σταμάτα
αονή: τσιμουδιά
αποκρίατος: χώρος αποθήκευσης κάτω από το σοφά
απόπλαζε: τελείωνε το πλάσιμο του ψωμιού
απλαϊνές: ρηχές
αμπράκαμοι: κοσμήματα εποχής, κυρίως ασημένια
αραβαΐσι: κέφι
αργαδειά: προσφορά ομαδικής εργασίας για αλληλοβοήθεια
αρμαστός: αγαπητικός
αροί: ρηχά κοιλώματα με θαλασσινό νερό και άμμο, που έχουν βράχια γύρω- γύρω
αρπετίνες: ερπετά
ασκάδια: ξερά σύκα
Ασσιστράτης: Αρχιστράτηγος Μιχαήλ
ατσακόπετρα: πολύ σκληρή πέτρα ή αγκωνάρι μεγάλης αντοχής για χτίσιμο
πύριασμα: θειάφισμα
αρλός: αραιό κόσκινο από σύρμα
αρμενοράφη: μεγάλη βελόνα με λίγο στρογγυλευμένη μύτη
ασκαθέρινας: αγκαθωτός θάμνος
ασκελίνας: αγριοκυπάρισσο, ψηλό ευθυτενές δέντρο
ασκόλομπρος: σκόλυμος, ακανθώδες εδώδιμο φυτό για βράσιμο
ασπάλαθος: αγκαθωτός θάμνος
ασπαχνός: θάμνος με κίτρινα άνθη
αστοιβές: αγκαθωτοί θάμνοι
αστράουρας: θάμνος που μοιάζει με θυμάρι και ανθίζει τον Γενάρη
ατουά: εκεί
αφκράστε: ακούστε
άφτει: ανάβει
αχτιμάνι: πείσμα, επιμονή
πρίνος: πουρνάρι
βαθά: βαθιά
βάντα: δίπλα, πλάι
βάτζει: γαυγίζει
βάρσαμο: δυόσμο
βερβελίες: τα περιττώματα των αιγοπροβάτων
βγάλτε τα όξω: πέστε τα σε όλους
βληχούνι: είδος μέντας
βόλακας: μεγάλη πέτρα
βρουλές: βούρλα
βρωμούσες: έντομα που προσβάλλουν τα φυτά
βουτσά: μίγμα από κοπριές βοδιών με χώμα και νερό, που άλειφαν τον πάτο του στάβλου
γάαρος: γάϊδαρος
γαλαντόμα: απλοχέρα
γαλατένια κουλούρια: μεγάλα κουλούρια ζυμωμένα με γάλα
γαμπρίκιο: χρηματικό ποσό που παίρνει ο πατέρας του γαμπρού από τον πατέρα της νύφης
γαμπροστόλι: στόλισμα του γαμπρού
γαουρές: τα περιττώματα αλόγων, μουλαριών και γαϊδάρων
γερανά: γαλανά
γεροντομοίρι: το καλό χωράφι που άφηναν οι γονείς όταν προίκιζαν τα παιδιά τους για να εξασφαλίσουν τα γερατειά
γδι: γουδί
γιορδαλίκια: κοσμήματα εποχής, κυρίως ασημένια
γιατάκι: πρόχειρος χώρος για ύπνο, ξεκούραση κλπ.
γλώσσες: μύτες, οξείες γωνίες σε δαντέλα
γραντίζω: βρίσκω τον μπελά μου
διαλεό: διαλεγό
διάφωνας: διάσωνας, κακό σπυρί
δραγάτης: χωροφύλακας
δρίλλα: η πέτσα και το λίπος που επιπλέουν στο κρύο γάλα μετά το βράσιμο
δρόμος: δρομολόγιο
έγιανε: έγινε καλά
εκκλησιάσματα: το γλέντι της επόμενης Κυριακής του γάμου
ελλοπάρτης: αλλοπάρτηκες, τρελάθηκες, είσαι αλλού
ελώνευγε: αλώνιζε
εσειούτο: κουνιόντουσαν
ετζήωνες: κυνηγούσες
ζάλα: βήματα
ζιμπίλλια: πιτάκια γεμισμένα με λιωμένη σταφίδα και τσιγαρισμένο κρεμμύδι
ήρτασι: ήρθαν
θυρία: θυρίδα, μικρό παράθυρο
Θώρου: Θεόδωρου
θώχτω: ξαπλώνω στο σοφά να κοιμηθώ
Ιγλί: γιγλί, παρατηρητήριο
ιχειό: χώρος που πέφτει ο μούστος
καβάϊ: χειροποίητο επανωφόρι
καβουροχάλι: δαγκάνα καβουριού
καβρομαμμούνα: είδος κάνθαρου μαύρου χρώματος με σκληρό κέλυφος
καδής: δικαστής
καζαντίζω: πλουτίζω
κακομά: κακομοίρα
κακοΰσκαλο: αδιάβατο, κακό σκαλί
καλαμαντατού: καλομαντατού, μάντης καλών ειδήσεων
καλαούροι: σαλιγκάρια
καλόφαη: καλόφαγη
καλίκι: χαμηλό παπούτσι ανοιχτό στη φτέρνα
καμός: καημός, μεγάλη στενοχώρια
καμπάνα: σκουλαρίκι
καμώ: καμνώ, κλείνω
κανακαρά: ειρωνικά, επειδή ήταν φτωχή
κανακάρης, κανακαρά: ο πρωτογιός και η πρωτοκόρη, κληρονόμοι και ιδιοκτήτες όλης της κτηματικής περιουσίας του πατέρα και της μάνας αντίστοιχα
κανακαρά του τοίχου: ερπετό
καντηλοσβήστης: μακρύ κοντάρι με τενεκεδένιο κουτί για να σβήνουν τα κεριά στα πολυκάντηλα της εκκλησίας
κάτης: γάτος
κατσαρόλι: αλουμινένιο κύπελλο με χέρι
κατσίελα: διάφορα αντικείμενα της κουζίνας και του σπιτιού
κάτσουνας: κοντάρι του φούρνου αγκιστροειδές μπροστά, ή/και εργαλείο ξύλινο που κρεμούσαν τα κουλούρια και τις κουλούρες
κάτω πόρτα: η πόρτα είναι μονή και κόβεται οριζοντίως σε δύο ίσα μέρη περίπου, την κάτω και την πάνω πόρτα
κατώφλιο: κατώφλι
καύκαλος: μεγάλη ξύλινη λεκάνη από μονοκόμματο σκαμμένο κορμό δέντρου
καύκαλο: το πάνω δέρμα του παπουτσιού
καφάς: σβέρκος
κελί: κουζίνα ή βοηθητικός χώρος ή χώρος για ζώα
κεντάει: κεντά, τρώει, τσιγκλάει, φαγουρίζει
κεντερή: είδος χειροποίητης υφαντής κουβέρτας από τρίχα κατσίκας
Κερατά: Ξυλοκερατιά
κετσές: πυκνοϋφασμένο μαντήλι από κατσικίσιο μαλλί
κηπουρικά: λαχανικά, όπως φασολάκια, μελιτζάνες, μπάμιες κλπ.
κινώνω= βάζω φαγητό σε πιάτο ή σε τσανάκα
κνησάρα: κόσκινο
κοιλιαβράς: κοιλαράς
κολλαΐνα: περιδέραιο με νομίσματα
κολοκυθόμουρες: τρυφεροί βλαστοί κολοκυθιάς
κολοκυθοπούλια: άνθη κολοκυθιάς
κοπελιάροι: νεαρά αγόρια
κορούκες: κόρες, χαϊδευτικά
κουκνούκοι: είδος τσουρεκιού με κόκκινο αβγό
κουλουμπέτες: κολοτούμπες
κουλούρες: μεγάλα κουλούρια με σιταρένιο και κρίθινο αλεύρι, κρεμμύδια, λάδι, μαγιά και μυρωδικά, ψημένα στο φούρνο και φρυγανισμένα για να διατηρούνται
κούμος: κοτέτσι
κουρέττα, κουρεττού: κουτσομπολιά, κουτσομπόλα
κουρμουλόξυλο: μεγάλο κομμάτι ξύλου, αμετακίνητο
κούρπιθας: αχυρώνας
κουστούϊ: μικρή χούφτα
κουταλοθήκη: ξύλινη κρεμαστή θήκη για τα κουτάλια και τα πιρούνια
κουτελίτης: χρυσό κόσμημα με φλουριά για το μέτωπο
κούτλα: μέτωπο
Κρούκελλας: κάποιος που η μάνα του καυχιόταν ό,τι θα χτυπήσει κρουκέλλι αρχοντικού σπιτιού, για να παντρευτεί κανακαρά
κρουκέλλι: κρίκος εξώπορτας πλούσιου σπιτιού
κόφτω: τρέχω
κρεμμυδόπιτα: ψωμί που έχει εξωτερικά κρεμμύδι
κυλιστά: μικρά κομμάτια χοιρινού τσιγαρισμένα μέσα στο λίπος τους
κόγχυλας: μεγάλο κογχύλι, που έσπαγαν λίγο το στενό μέρος του και φυσούσαν με δύναμη, για ειδοποίηση ή για ενημέρωση
κυνομαλά: φασκόμηλο
κωλοπάνια: πανιά που άλλαζαν τα μωρά
λαλά: γιαγιά
λαϊκά: λαδικά, κουτσομπόλες
λαμαρίνα: είδος χόρτου για βράσιμο
λαμπίκος: καθαρά
λαχτίζεις: περπατάς άτσαλα στα ποτισμένα
λείβγομαι: μου λείπει
λειτρηά: η λειτουργία ή/και το πρόσφορο
Λιάα: Λιβάδα, τοποθεσία κοντά στη θάλασσα με νερό
λισαντίρ: λισαντίρι: χλωριούχο αμμώνιο, που κολλάει δύσκολα
λισάχνι: είχε τριφτεί και έφεγγε
λούπηες: λούπηδες, αρπαχτικά όρνια
λούτσακας: λόξιγκας
λυκώνω: φθείρομαι, λέγεται για σοβά ή για λάσπη χτισίματος
λιχνίζω: αλε με πανί μουσκεμένο σε λάδι την άκρη άγουρου σύκου, από μέσα Ιουλίου, για πρώιμη ωρίμανση
λωλανάθρεμα: κακομαθημένη
λώρος, λουρί: μακρόστενο χωράφι σε πλαγιά
μακαρούνες: χειροποίητο ζυμαρικό
μανούλια: παραδοσιακά ντόπια μικρά τυριά
μανίσει: θυμώσει
μαντροκάϊσμα: μαντροκάθισμα, ο στάβλος με κοντινά χωράφια που στάλιζαν τα ζώα
μαξούλι: η παραγωγή, η εσοδεία
μαργιόλος: πονηρός, κατεργάρης
μασάλι: κουτσομπολιό, κουβεντολόϊ
ματιάζω: βλέπω κάποιον και μου αρέσει
μάκελος: ξύλινος φράχτης
μαυροκουκιά: στίφνο
μεϊντάνι: πιάτσα, πλατεία, επίκεντρο
μελαζένη: χαμηλής καταγωγής γυναίκα, από μέλαζη
μέλαζη: αλεύρι από μίγμα σιταριού και κριθαριού, κατώτερο από το σιταρένιο
μελαχικά: από το μελάχης, ναύτης
μελίγκρες: έντομα που προσβάλλουν τα φυτά
μελιότυρο: μέλι και βούτυρο ανακατεμένα
Μεγάλο Σπίτι: το παραδοσιακά στολισμένο σπίτι στην Κάρπαθο
μερτά: μυρτιά
μερτοάτανο: βραχιόλι από κόκκινη και άσπρη κλωστή, που το φοράνε την πρώτη Μάρτη
μερωμό: από το ήμερος
μερωτάρια: οικόσιτα πρόβατα, μερωμένα
μεσά: οριζόντια δοκός κάτω από το δώμα
μετανίζεις: σκύβεις για μετάνοια, ή από νύστα
μίλλα: το λίπος από το τσιγαρισμένο χοιρινό κρέας
μιχίνα: πετονιά
μόμπιλα: διάφορα αντικείμενα της κουζίνας και του σπιτιού
μοσχαθύαμο: θυμάρι μοσχομυριστό
μοσκοκοφτή: μουσταλευριά
μοσχοκάρφια: γαρύφαλλα
μουσάντρα: μεσάντρα, ξύλινος χώρος κάτι σαν εσωτερικό μπαλκόνι
μούτσουνα: πρόσωπα
μπατικές: να καλύπτουν όλο το πάχος του τοίχου
μπεξής: αγροφύλακας
μπλίκος: φάκελος
μποξιάς: παιδικό υφασμάτινο σκέπασμα
μποτόνια: κοσμήματα εποχής, κυρίως ασημένια
μπούνια: αποχετευτικές τρύπες για τα νερά του καταστρώματος των πλοίων, ή/και το χείλος δοχείου
μυτζηθρόπιτες: πιτάκια γεμισμένα με μυζήθρα, αυγό, ζάχαρη και κανέλλα, τηγανισμένα σε λάδι
νανά: νονά
ναοί: τσιμεντένια ρηχά αυλάκια για διακλάδωση του νερού ποτίσματος
ντε βρε: προχώρα
νυφίκιο: χρηματικό ποσό που παίρνει ο πατέρας της νύφης από τον πατέρα του γαμπρού
νυφοστόλι: στόλισμα της νύφης
ξαμωμένα: ταιριασμένα σα να τα είχαν μετρήσει
ξανανιάσει: ξανανιώσει
ξελούρι: στενό κομμάτι υφάσματος σκισμένο με το χέρι
ξέσκονα: πολλά, πρωτότυπα, εντυπωσιακά
ξεσπάστηκε: ξαφνιάστηκε
ξετελεύγει: τελειώνει
ξεπουρδούλεψες: το γλέντησες
ξεροτρόχαλος: ξερολιθιά, πέτρινος τοίχος χωρίς λάσπη
ξεφρενιάστηκε: εκνευρίστηκε πολύ
ολοκούαρος: ολοκούβαρος, ολοστρόγγυλος, χοντρός
όξω συγγένεια: μακρινή συγγένεια
ορτοί: στύλοι
ορφούς: ροφούς
οφτό: ψητό στο φούρνο
παιοκούλουκα: παιδοκούλουκα, παιδιά και σκυλιά
παίξει: εκραγεί
παίνια: παινέματα
παλεύγω: παλεύω
πανωσούφι: ψηλός σοφάς, πιο πάνω από το σοφά
παμπόρι: βαπόρι
παρτοσύναχτος: άγνωστης προέλευσης
πασαλοΐτικα: πασαλογίτικα, όλων των λογιών
παστρουμάς: παστό αρνί
πάτος: πάτωμα
πατελιά: αδιάβροχο χώμα
πατελίες: πεταλίδες
παχτώνω: νοικιάζω
Περαχωρίτισες: γυναίκες από τα Πέρα ή Πάνω ορεινά χωριά
πετιμέζι: βρασμένος μούστος μέχρι να μείνει λιγότερος από το μισό σε όγκο
πετροσάνιδα: σανίδια στα πλαϊνά του σαμαριού
περόνι: πιρούνι
περονοκούταλο: ξύλινο κουτάλι από ασκελίνα, που αντί για λαβή είχε πιρούνι
πετσόχναρο: πατρόν
πιδιακοί: πιθάρια, μεγάλα πήλινα δοχεία
πινακωτή: ξύλινο μακρόστενο κουτί με 3-5 θέσεις, που έβαζαν τα ψωμιά να φουσκώσουν
πισωκούνι: τελευταίος, από την κούνα, κουκούτσι
πιτιά: ατομικές χορτόπιτες
πιτύκι: πέτσα, σμήγμα
πρέκι: δοκός πάνω από πόρτες και παράθυρα
πρέπουν, να πρέπει: να είναι όμορφοι
πραούλα: πλαγιούλα, πολύ επικλινές χωράφι
πλάκα: να χτίζονται έτσι, ώστε να ακουμπάει κάτω η φαρδιά τους πλευρά
πλάκος: είδος αυτοσχέδιας παγίδας για πουλιά
πλασταρίζω: καθαρίζω τα σκύβαλα από σιτάρι, κριθάρι, φάβα κλπ.
πουδιάζω: βάζω εμπόδιο στα πόδια
πούλες: κότες
προύαλε: πρόβαλε, βγες
προύατα: πρόβατα
προυκοχάρτι: προικοσύμφωνο
ράσινο: χοντρό ύφασμα από τρίχα κατσίκας
ρίζεται: ερίζεται, θυμώνει, κατηγορεί
ριπία: τα σταγονίδια της φουρτουνιασμένης θάλασσας
ροσμαρί: δενδρολίβανο
ρoΐκιο: ραδίκι της θάλασσας
ροσόλι: γλυκό και απολαυστικό
σαρίκι: ύφασμα που τυλίγουν το κεφάλι
σάουλα: χοντρό σκοινί
σαπάελα: πρωί
σάσκα: μπολ
σάχναρα: πατσούλια, πολύ ψιλά ξυλαράκια ή άνθρωποι κατώτερης στάθμης
σειροκουτάλα: κουτάλα για σούρωμα, συνήθως από βούρλα
σησαμόμελι: μίγμα μελιού, καβουρδισμένου σουσαμιού, αμυγδάλων και καρυδιών, που το προσφέρανε στους γάμους
σιομάλικοι: ίδιας ηλικίας
σιτάκα: ψημένη δρίλλα στη φωτιά, με ή χωρίς επιπλέον γάλα, μέχρι να ροδίσει
στάξη: πολύ λίγο
στέμμα: προσιτό σημείο στη στεριά, πάνω από τη θάλασσα, με βυθό κατάλληλο για ψάρεμα
σκανταλόπετρα: πλατιά πέτρα με στρογγυλευμένες γωνίες, που δένονταν οι σφουγγαράδες για να κατέβουν και να ανέβουν από το βυθό.
σκάση: στενοχώρια
σκαρβέλια: δύο ξύλα στο πίσω μέρος του σαμαριού σαν ανάποδο γάμα
σκελλά: καβάλο
σκιάκια: χοντροί βλαστοί από αγριοκυπάρισσο
σκινοκαρφένες κουλούρες: κουλούρες, που είχαν προσθέσει και καρπούς από σκίνο
σκίνος: θάμνος
σκουφοΰρια: σκουφογύρια, μαντήλια γύρω από το κεφάλι
σούρφα: σούρα
Σόφιλος: περιπαιχτικό όνομα
σοφάς: υπερυψωμένο ξύλινο δάπεδο για ύπνο
σοφράς: στρογγυλό, χαμηλό τραπέζι
σπάω το καΐκι: το καταστρέφω
σπίρτο: οινόπνευμα
σποροσάκουλο: σακούλα με σκοινί που το κρεμούσαν στον ώμο, και έβαζαν το σπόρο για σπορά
στάβλος: κτιριακό σύνολο που εξυπηρετεί τις ανάγκες των βοσκών και των γεωργών
σταθόρια: βλίτα
σταμνοθούκα: εσοχή στον τοίχο που ακουμπούσαν τη στάμνα με μικρή κλίση
στρακώσει: να σκληράνει σαν όστρακο
στεφανές: κοιλότητες στο έδαφος που μοιάζουν με στεφάνι
στιβάνια: χειροποίητα ψηλά παπούτσια
στοιχώ: αντέχω
στύλος του σπιτιού: ξύλινη δοκός κάθετη στη μεσά
συμπάλλει: συνδαυλίζει, βοηθάει
σύντεκνος: κουμπάρος
σφάκα: πικροδάφνη
σφυρί: πυκνοπλεγμένο πανέρι από βούρλα και ξερά καλάμια σίτου για ψωμιά, κουλούρες, κλπ.
τετράνυχοι: μικρά ακάρεα που προσβάλλουν τα φυτά
τουβράς: υφαντό σακίδιο πλάτης. Μπορούσε να είναι και δερμάτινο από ολόκληρο δέρμα ζώου
τουπιά: βούρλινα καλούπια για τα μανούλια και τις μυζήθρες
τσακουμάκι: αναπτήρας
τσαλοπατείς: από το άτσαλος
τσαμπάλια: κουδούνια
τραπεζάνια: ξύλινα κοντά κάγκελα για στόλισμα και προστασία
τσανάκα: πήλινη λεκάνη
τσαούσης: ταχυδρόμος
τσεμπέρι: μαντήλι κεφαλιού
τσίκνωση: τσιγάρισμα
τράβες: δοκάρια
τρικάντουνες: αταίριαστες μαντινάδες
τσιρλιό: διάρροια
τσίτσικας: ακρίδα
τσιτσιρία: τζίτζικας, που κάνει το χαρακτηριστικό τζιτζίρισμα τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες
τσουνιά: θηλιές
τσουρούτικο: στενό
τούρτες: Πασχαλινό γλυκό με σιτάκα, ψημένες στο φούρνο
τυπάρι: ξύλινη σφραγίδα με θρησκευτικά σύμβολα
φιλιώτσος: βαφτιστικός
φακιόλι: μαντήλι
φαητά: φαγητά, σιτάρια και κριθάρια
Φλέα: Φλέβα, ξεροπόταμος που διασχίζει την Αρκάσα
φλέντζα: φέτα ψωμιού
φλισκούνι: αρωματικό φυτό
φλόμος: το έξω και πάνω σκληρό μέρος του ψωμιού
φούντα: μακρύ κόσμημα του πίσω μέρους του σώματος
φουρνοκέλλι: συνδυασμός φούρνου και κελιού
φρόκαλα: σκουπίδια
φροκάλι: χειροποίητη κοντή σκούπα πλεγμένη με βούρλα, από το ρήμα φιλοκαλώ
φτυός: φτυάρι φούρνου
φουχτά: μεγάλη χούφτα
χαλασμάες: χαλάσματα
χαμαϊλί: χαϊμαλί, φυλαχτό
χαραή: χαραγή, σημάδι στο αφτί των ζώων για αναγνώριση
χαρανί: μεγάλη, συνήθως χάλκινη, κατσαρόλα
χαράκια: πολύ κοφτερές προεξοχές στα βράχια της θάλασσας
χασένα: ύφασμα από άσπρο χασέ με δαντέλα στη μία πλευρά
χερόμυλος: πέτρινος χειροκίνητος μύλος, αποτελούμενος από δύο στρογγυλές πέτρες, από τις οποίες η κάτω είναι ακίνητη και η πάνω γυρίζει με χερούλι
χλαδιά: ψιλά κλαριά
χλωρομάνουλα: χλωρά ντόπια τυριά
χόντρος: σιτάρι κομμένο στο χερόμυλο και κοσκινισμένο για να φύγει το αλεύρι
χούελη: ιλύς, νερό με επιφανειακό χώμα
χουμάς: υποπροϊόν από την παρασκευή της μυζήθρας
χοροστάσι: βραδιά για χορό και νυφοπάζαρο
χοχλάκια: πετραδάκια
χοχλιοί: κοχλιοί της θάλασσας που τρώγονται βρασμένοι
χράμι: μαλλοβάμβακο λεπτό σκέπασμα
χρυσή: ίκτερος
χυτό: δαντέλα με γωνίες
ψηλά, χαμηλά: όπως-όπως, περίπου
ψιλοκούλουρα: σησαμένια κουλούρια, αλλά μεγαλύτερου μεγέθους, με πολύ λεπτή ζύμη και πολύπλοκα σχέδια
ψυλλοάκαστη: ψυλλοδάγκαστη, ευαίσθητη, που ενοχλείται από τον ψύλλο
ψωμαθούκα: μεγάλο ψάθινο πανέρι που το κρεμούσαν ψηλά και έβαζαν τα ψωμιά
ώματα: δώματα
ωματίσει: δωματίσει, να ρίξει κατάλληλο χώμα πατελιάς, πηλού ή αργίλου στο δώμα για προστασία από τη βροχή

Δεν υπάρχουν σχόλια: