Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Κοτσίρια στα κεραμίδια [Φωτεινή Βασιλοπούλου]


Κοτσίρια στα κεραμίδια


Κρύωνε. Έκανε ν' ανοίξει τα μάτια του μα δεν μπόρεσε να δει τίποτα. Τα ξανάκλεισε, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι τα είχε καν ανοίξει πριν. Δοκίμασε να κουνηθεί μα δεν μπόρεσε. Έκλεισε σφιχτά τούτη τη φορά τα μάτια του και γλάριασε (1). Απ' τον ύπνο τον έβγαλε η γυναίκα του, που άρχισε ξαφνικά να σκούζει και να χτυπιέται. Τρόμαξε, αλλά δεν μπόρεσε να καλοκαταλάβει τι έλεγε. Ήθελε να της πει «βούλωσ' το στόμα σου, μας ακούνε τόσοι ξένοι», αλλά δεν έβγαλε άχνα. Δεν ήθελε να τα κάνει χειρότερα. Ευτυχώς οι στριγκλιές κόπηκαν μαχαίρι μετά από δυο ξερούς χτύπους.

Έκανε ν' αλλάξει πλευρό, γιατί τόνε πόνηγε ούλο του το κορμί του, αλλά δε στάθηκε μπορετό. Μετά από κάνα δυο λεπτά στην ίδια θέση πρέπεινα λαγοκοιμήθηκε, αλλά πάλε τόνε ξυπνήσανε. Τούτη τη βολά ήτανε οι αγριοφωνάρες της μεγάλης του θυγατέρας. «Την ξεπάντουλη, κορίτσι της παντρειάς, τι αρουλιώτανε (2) έτσι; Ποιος γαμπρός θα την έπαιρνε, που βέλαζε σα γίδα που σούρνει; θα της δώκω κανιά ανάστροφη, που θα 'ναι ούλη δικιά της» σκέφτηκε. «Τι στο διάβολο σκούζανε ούλοι και δεν τον αφήνανε να κοιταχτεί (3) με την ησυχία του;» Τώρα πόνηγε πιο πολύ. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τους αγνοήσει. Και το πέτυχε. Έπεσε σε βαθύ ύπνο.

Ένα δυνατό τράνταγμα κι ένας θόρυβος σα να πέσανε κοτσίρια (4) στα κεραμίδια τόνε βγάλανε απ' το λήθαργο. «Άλλο και τούτο! Ποιος να 'ρινε κοτσίρια στα κεραμίδια νυχτιάτικα και με τέτοιο κρύο;» Πόσο κρύωνε, πάλι!

Έκανε να ξανανοίξει τα μάτια του, μα πάλι δεν μπόρεσε να δει τίποτα. Ούτε μια χαραμάδα πουθενά. Μπόρεσε μόνο να νιώσει ότι βρισκόταν σ' ένα ψυχρό και σκοτεινό μέρος. Το σκοτάδι ήταν πηχτό. Σου 'κοβε την ανάσα. Καταλάβαινε ότι ο χώρος ήταν στενός κι ο αέρας λιγοστός. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος σα να του 'χανε μπήξει στο κορμί αχινάγκαθα. Τον πονούσε όλη του η αριστερή πλευρά. Λες κι ήταν στην ίδια θέση για ώρες. Ίσως και μέρες. Ναι, σίγουρα μέρες. Δοκίμασε να κουνηθεί ξανά και ξανά, μα δεν μπόρεσε. Η προσπάθεια τον τσάκισε.

Ο αέρας ολοένα και λιγόστευε. Έκανε μια προσπάθεια να γεμίσει τ' αδύναμα πλεμόνια του, να βρει δυνάμεις για να γυρίσει απ’ την άλλη. Να ξαλαφρώσει νια στάλα. Έκλεισε πάλι τα μάτια του, έσφιξε τα δόντια, τα σταυρωμένα του χέρια, τα πιασμένα από την ακινησία πόδια του. Ο ώμος του κουνήθηκε για λίγο και με τις τελευταίες του δυνάμεις κατόρθωσε, επιτέλους, να γυρίσει στο δεξί του πλευρό. Κι απέμεινε σ' αυτή τη στάση για πάντα.

Εκεί τον βρήκαν έντρομοι οι δικοί του πέντε χρόνια αργότερα, την ημέρα της εκταφής.

(1) νύσταξε, έκλεισαν τα μάτια του.
(2) ούρλιαζε σαν τσακάλι.
(3) κοιμηθεί.
(4) φασόλια φάβας.



Δεν υπάρχουν σχόλια: