04 Αυγούστου 2021

Τρία ποιήματα τού Henry Bataille.

Το πρώτο σε μετέφραση Μαρίας Πολυδούρη.


SOUVENIRS 

Οι θύμησές μας μοιάζουνε κάμαρες δίχως κλείθρα,
κάμαρες άδειες. Δεν τολμά κανείς σ' αυτές να μπει
γιατί έχουν παλιοί πρόγονοι άλλοτε κει πεθάνει.
Ζούμε στο σπίτι πούνε αυτές οι κάμαρες κλεισμένες
και ξέρουμε πως βρίσκονται πάντοτε κει κλειστές.
Η ρόδινη είναι κάμαρη... κ' η κάμαρη η γαλάζια.
Έτσι το σπίτι αυτό σιγά με μοναξιά γεμίζει
κι' όμως κει μέσα ακόμα μεις ζούμε χαμογελώντας.
Τη δέχομαι όταν κάποτες η θύμηση περνάει.
Της λέω: «Θα θαναρθώ για σέ...να, μείνε κάπου εδώ».
Σ' όλη μου, ξέρω, τη ζωή στη θέση της πως είναι,
όμως ξεχνώ, καμμιά φορά, να πάω να την ιδώ.

Κ' είναι απ' αυτές τώρα πολλές στο παλιό σπίτι μέσα
κ' εγκαρτερούνε τώρα πια στο να τις λησμονούν.
Κι' αν ούτε τούτη τη στιγμή δεν έρθω, ούτε κι' απόψε
μη το ζητάτε απ' την καρδιά παρ' όσο απ' τη ζωή.

Το ξέρω πως κοιμούνται κει και πίσω από ‘να φράγμα.
Να πάω να μάθω αν είναι αυτές, ανάγκη πια καμμιά.
Από το δρόμο τα μικρά παράθυρά τους βλέπω
κι' αυτό θε να ‘ναι ως που και γω θε να σβηστώ, κι' αυτές.

Κι' όμως κάποτε μέσα στις καθημερινές σκιές
νοιώθω, δεν ξέρω, τι ψυχρή αγωνία και τι ρίγος
και μήτε ξεχωρίζοντας πόθεν η θλίψη αυτή περνώ...
Λοιπόν κάθε φορά κι' από ‘να πένθος θάρθει.
Μια ταραχή θαρθεί κρυφά να μας ειδοποιήσει
πως πέθανε μια θύμηση, για πάντα έφυγε πια...
Όμως δε διακρίνουμε καλά ποια απ' όλες νάταν
γιατί είναι τόσο πια παλιές... Τίποτα δε θυμίζουν.
Μονάχα νοιώθω μέσα μου βλέφαρα να σφαλίζουν...



Τα επόμενα σε μετάφραση Μιχάλη Γάκη. Aπό το 1ο τεύχος του περιοδικού Ηπειρώτικες Σελίδες, 1952.  Πηγή: olympias.lib.uoi.gr..


ΒΡΑΔΙΑ

Κάποιες πολύ μεγάλες νύχτες τα χωριά σωπαίνουν 
αφού γυρίσουν στις φωλιές όλα τα περιστέρια. 
Πεθαίνουν ήσυχα μαζί με τις γαλάζιες ώρες 
και στο κωδωνοστάσιο σιγούν τα χελιδόνια.
Τότε, για να ξυπνήσουν, φώτα ανάβουνε χλωμά, 
γέρικα, μικρά φώτα, όπως σε κάποια μοναστήρια 
και περπατούν φανοί πιο κάτω, μέσα στην ομίχλη. 
Μακριά ο γκρίζος δρόμος ξετυλίγεται γλυκά...
Τ’ άνθη στους κήπους μέσα μένουν τώρα σιωπηλά 
ν’ ακούσουνε το θάνατο του παλαιικού χωριού τους, 
γιατί γνωρίζουν πως εκεί πρωτάνοιξαν στο φως... 
Έπειτα σβήνουν και τα φώτα ολόγυρα, παντού, 
ενώ οι σκοτεινιασμένοι αρχαίοι τοίχοι ξεψυχούνε 
σαν τις γριούλες, ήσυχα, γλυκά, με καλοσύνη...


ΥΓΡΕΣ ΜΕΡΕΣ...

Υγρές μέρες, παράξενες, τα βράδια σας ανοίγουν
σαν τα βιβλία πού ανοίγαμε, παιδιά, κοντά στο τζάκι.
Στον ταραγμένο νου οι παλιές με τις καινούργιες σμίγουν 
ώρες — άσπρα και μαύρα, όπως στο σκάκι.

Αυτή η βροχή πού πέφτει σήμερα, έλουσε τούς κήπους, 
γέμισε η σκέψη από σταλαγματιές.
Και στην καρδιά μου νοιώθω τους παλιούς, τους ίδιους χτύπους, 
όπως στις πρώτης πολιτείας τις ανηφοριές.

...Βράδυ. Οι ανθισμένες ακακίες. Στα φύλλα πράσινο βαθύ 
κι άσπρα σημάδια στα νερά τού δρόμου...
— Υγρές μέρες, παράξενες, τις ίδιες έχω θυμηθεί
στιγμές από το πρώτο τ’ όνειρό μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: