10 Ιανουαρίου 2026

Red Carnation [Louise Michel]

Κόκκινο Γαρύφαλλο

Εκείνες τις μέρες, εκείνες τις νύχτες, μαζευόμασταν στη σκιά,
Αγανακτισμένοι, σείοντας τον δόλιο και μαύρο ζυγό
Του Αυτοκράτορα, και τρέμαμε, σκοτεινοί,
Όπως το θηρίο στο σφαγείο.

Η Αυτοκρατορία έσβηνε. Σκότωνε με το παραμικρό,
Στη σπηλιά της όπου το κατώφλι είχε τη μυρωδιά τού αίματος.
Βασίλευε, αλλά στον αέρα φυσούσε η Μασσαλιώτιδα.
Κόκκινος ήταν ο ήλιος που ανέτειλε.

Συχνά συνέβαινε ένα άρωμα – ραψωδία,
Να μας περιβάλλει όλους, να κάνει τις καρδιές μας να δονούνται.
Σε καθέναν από μας που τραγουδούσε την ηρωική συλλογή
Μερικές φορές πετούσαμε λουλούδια.

Κόκκινα γαρύφαλλα ήταν, για να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον,
Ο καθένας μας ξαναγεννιέται ως κόκκινα λουλούδια.
Που άλλους θα οδηγήσουν στους επερχόμενους καιρούς,
Και κείνοι θα ‘ναι οι νικητές.

Αν μια μέρα είναι να βρεθώ στο κρύο νεκροταφείο,
Αδέρφια, ρίξτε στην αδερφή σας,
Σα μια τελευταία ελπίδα,
Μερικά κόκκινα γαρύφαλλ’ ανθισμένα.

Στις τελευταίες τής Αυτοκρατορίας μέρες,
Καθώς ξύπνησε ο λαός,
Κόκκινο Γαρύφαλλο, ήταν το χαμόγελό σου
Που μας είπε ότι ξαναγεννήθηκαν όλοι.

Και τώρα, πήγαινε να ανθίσεις στη σκιά
Των σκοτεινών και ζοφερών φυλακών,
Πήγαινε να ανθίσεις κοντά στο μελαγχολικό αιχμάλωτο,
Και πες του πως τον αγαπάμε.

Πες του ότι σ’ αυτούς τούς μεταβαλλόμενους καιρούς
Όλα ανήκουνε στο μέλλον·
Ότι ο νικητής με το κάτωχρό του μέτωπο
Μπορεί να πεθάνει τόσο εύκολα όσο ο ηττημένος.



Red Carnation

In those days, those nights, we assembled in the shadow,
Indignant, shaking the sinister and black yoke
Of the Emperor, and we shuddered, dark,
Like the beast at the slaughterhouse.

The Empire was ending. It killed at ease,
In its cave where the threshold had the smell of blood.
It reigned, but in the air was blowing the Marseillaise.
Red was the rising sun.

It often happened that a bardic scent,
Enveloping us all, made our hearts vibrate.
To each of us who sang the heroic collection,
Sometimes we threw flowers.

These were red carnations, to recognize each other,
Each of us reborn as red flowers.
Others will be taken during the times to come,
And those will be the victors.

If one day I were to go to the cold cemetery,
Brothers, cast on your sister,
Like a final hope,
Some red carnations in bloom.

In the final days of the Empire,
As the people awoke,
Red Carnation, it was your smile
That told us all was reborn.

And now, go blossom in the shade
Of dark and drear prisons,
Go blossom near the somber captive,
And tell him that we love him.

Tell him that in these changing times
Everything belongs to the future;
That the victor with his pallid brow
Can die as easily as the vanquished.

Πηγή; louisemichel.com. 


Η Louise Michel, 29 Μάη 1830 – 9 Γενάρη 1905, ήτανε Γαλλίδα δασκάλα, σημαντική συγγραφέας, ποιήτρια και φιλόσοφος, φεμινίστρια, αναρχική και εξέχων μέλος τής Παρισινής Κομούνας τού 1871 όπου συμμετείχε πολιτικά και στρατιωτικά. Το κατωτέρω ποίημα το έγραψε για τον αγαπημένο της φίλο, Théophile Ferré, μέλος τής Παρισινής Κομμούνας, όπου υπηρέτησε στην Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας ενώ διατέλεσε και επικεφαλής τής επαναστατικής αστυνομικής δύναμης. Ο Théophile Ferré καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε με τουφεκισμό, στο Satory τον Νοέμβριο του 1871, για τη συμμετοχή του στην Παρισινή Κομμούνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: