Ο ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΟΣ ΣΚΥΛΟΣ
Κάποτε ζούσε ένας άντρας που είχε ένα γιγαντιαίο σκύλο. Μπορούσε να κολυμπάει στη θάλασσα και ήτανε τόσο μεγάλος που μπορούσε να τραβήξει φάλαινες και φάλαινες μονόκερους στην ακτή. Τις φάλαινες μονόκερους τις αγκίστρωνε στα πλαϊνά του δόντια και κολυμπούσε με αυτές κρεμασμένες εκεί.
Ο ιδιοκτήτης του, του είχε ανοίξει τρύπες στα σαγόνια του και είχε περάσει λουριά μέσ’ απ’ αυτές τις τρύπες, έτσι ώστε να μπορεί να τον κάνει να γυρίζει προς οποιαδήποτε πλευρά τραβώντας τα λουριά.
Και όταν αυτός και η γυναίκα του θέλανε να ταξιδέψουνε σε οποιοδήποτε μέρος, έπρεπε μόνο να καβαλήσουνε στην πλάτη του.
Ο άντρας επιθυμούσε από καιρό να αποκτήσει ένα γιο, αλλά επειδή δεν είχε αποκτήσει έδωσε στο γιγαντιαίο σκύλο του το φυλαχτό το οποίο προοριζότανε για το γιο του. Αυτό το φυλαχτό ήταν ένας κόμπος από σκληρό ξύλο και έτσι ο γιγαντιαίος σκύλος έγινε σκληρός για να αντισταθεί στον ερχομό τού θανάτου.
Κάποτε ο γιγαντιαίος σκύλος έφαγε έναν άνθρωπο και τότε ο ιδιοκτήτης τού γιγαντιαίου σκύλου αναγκάστηκε να φύγει από εκείνο το μέρος και να αναζητήσει αλλού τόπο να μείνει. Και ενώ ζούσε σε αυτό το νέο τόπο, μια μέρα ήρθε ένα καγιάκ που κωπηλατούσε προς την ξηρά και ο άντρας έσπευσε να πάρει το γιγαντιαίο σκύλο του, για να μην φάει τον ξένο. Το οδήγησε μακριά στους λόφους και του έδωσε ένα μεγάλο κόκκαλο, για να έχει κάτι να ροκανίσει και έτσι να είναι απασχολημένο.
Αλλά μια μέρα ο γιγαντιαίος σκύλος μύρισε τον ξένο και κατέβηκε από τους λόφους. Τότε ο άντρας αναγκάστηκε να κρύψει τον ξένο και το καγιάκ του σε ένα μακρινό μέρος, για να μην τους ξεσκίσει ο γιγαντιαίος σκύλος, γιατί ήτανε πολύ άγριος.
Επειδή ο γιγαντιαίος σκύλος ήτανε τόσο μεγάλος και άγριος, ο άντρας είχε πολλούς εχθρούς. Κάποτε ήρθε ένας ξένος οδηγώντας ένα έλκηθρο με τρία σκυλιά τόσο μεγάλα όσο οι αρκούδες, για να σκοτώσει το γιγαντιαίο σκύλο. Ο άντρας βγήκε να συναντήσει αυτό το έλκηθρο, και ο γιγαντιαίος σκύλος τον ακολούθησε. Ο γιγαντιαίος σκύλος προσποιήθηκε ότι φοβότανε στην αρχή, αλλά στη συνέχεια, όταν ο ένας από τους σκύλους τού ξένου όρμησε επιθετικά επάνω του, γύρισε εναντίον τους και συνέτριψε τα κρανία και των τριών με τα δόντια του.
Μετά από καιρό, ο άντρας παρατήρησε ότι ο γιγαντιαίος σκύλος του έφευγε, πού και πού, για μεγάλα ταξίδια στους λόφους και μερικές φορές επέστρεφε με το πόδι ενός κατοίκου τής ενδοχώρας και τότε κατάλαβε ότι ο γιγαντιαίος σκύλος συνήθιζε να επιτίθεται στους κατοίκους τής ενδοχώρας και να φέρνει πίσω τα πόδια τους στον αφέντη του. Μπορούσε να καταλάβει ότι τα πόδια ήτανε πόδια κατοίκων τής ενδοχώρας, γιατί φορούσανε τριχωτές μπότες.
Και από αυτόν τον γιγάντιο σκύλο ήτανε που οι κάτοικοι τής ενδοχώρας πήρανε μεγάλο φόβο για όλα τα σκυλιά. Πάντα εμφανιζόταν ξαφνικά στο παράθυρο και τους έσερνε έξω. Αλλά ήτανε και καλό αυτό που συνέβη και τρόμαξε τούς κατοίκους τής ενδοχώρας, γιατί είχανε και οι ίδιοι την κακή συνήθεια να αρπάζουνε μοναχικούς ανθρώπους, ειδικά γυναίκες, όταν χάνανε το δρόμο τους στην ομίχλη.
Και αυτά είναι όσα ξέρω για το Γιγαντιαίο Σκύλο.
THE GIANT DOG
There was once a man who had a giant dog. It could swim in the sea and was so big that it could haul whale and narwhal to shore. The narwhal it would hook on to its side teeth, and swim with them hanging there.
The man who owned it had cut holes in its jaws and let in thongs through those holes, so that he could make it turn to either side by pulling at the thongs.
And when he and his wife desired to go journeying to any place, they had only to mount on its back.
The man had long wished to have a son, but as none was born to him, he gave his great dog the amulet which his son should have had. This amulet was a knot of hard wood, and the dog was thus made hard to resist the coming of death.
Once the dog ate a man, and then the owner of the dog was forced to leave that place and take land elsewhere. And while he was living in this new place, there came one day a kayak rowing in towards the land, and the man hastened to take up his dog, lest it should eat the stranger. He led it away far up into the hills, and gave it a great bone, that it might have something to gnaw at, and thus be kept busy.
But one day the dog smelt out the stranger, and came down from the hills, and then the man was forced to hide away the stranger and his kayak in a far place, lest the dog should tear them in pieces, for it was very fierce.
Now because the dog was so big and fierce, the man had many enemies. And once a stranger came driving in a sledge with three dogs as big as bears, to kill the giant dog. The man went out to meet that sledge, and the dog followed behind him. The dog pretended to be afraid at first, but then, when the stranger's dog set upon it in attack, it turned against them and crushed the skulls of all three in its teeth.
After a time, the man noticed that his giant dog would go off, now and again, for long journeys in the hills, and would sometimes return with the leg of an inland dweller. And now he understood that the dog had made it a custom to attack the inland-dwellers and bring back their legs to its master. He could see that the legs were legs of inland dwellers, for they wore hairy boots.
And it is from this giant dog that the inland dwellers got their great fear of all dogs. It would always appear suddenly at the window and drag them out. But it was a good thing that something happened to frighten the inland dwellers, for they had themselves an evil custom of carrying off lonely folk, especially women, when they had lost their way in the fog.
And that is all I know about the Giant Dog.
Πηγή: gutenberg.org.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου