Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ο ποιητής και ο κριτικός [Κωστής Παλαμάς]

 «Χωρίς μεροληψία, χωρίς από προτήτερα μορφωμένες γνώμες, χωρίς ιδέες παρμένες από τούτο ή από εκείνο το τεχνικό σχολειό, χωρίς καμιά προσήλωση σε ωρισμένην οικογένεια καλλιτεχνών, πρέπει ο κριτικός να καταλαβαίνει, να ξεχωρίζει και να εξηγεί όλες τις προσπάθειες και τις πιο αντίθετες, τις ιδιοσυγκρασίες τις πιο ενάντιες, και να παραδέχεται τα ψαξίματα, μέσα στην τέχνη, τα πιο διαφορετικά».


./..

Το κεφάλαιο τούτο θα είχε τίτλο «Το ποίημα» και θα ήταν ένα ξέτασμα, και θεωρητικό και απάνου σε παραδείγματα εφαρμοσμένο, της ποιητικής τέχνης, χρήσιμη, κατά τη γνώμη μου, δουλειά για το κάποιο λαγάρισμα θολωμένων νερών. Όμως ας μου συχωρέσουν όσοι μου κάνουν, υπομονετικοί καθώς είναι, την τιμή να διαβάζουν τούτα μου τα σημειώματα, να κρατήσω το μέρος αυτό για το παρακάτω κεφάλαιο, και να βάλω στη θέση του κάποιο άλλο ζήτημα. Στο ζήτημα τούτο μου δίνει αφορμή η απάντηση του κ. Καστρινού και η ανταπάντηση του «Κάποιου που δεν έχει έργο». Τον κ. Καστρινό τον ξέρω από τα λίγα του γραψίματα που έτυχε να πέσουνε στα μάτια μου, κυριώτερα δε από τη μελέτη και τη μετάδοση σ’ εμάς ρώσων τρανώνε λογογράφων, καθώς είναι ό Τολστόης. Θα τον ευχαριστούσα δε για όσα καλά φρονεί και δημοσιεύει απάνου στο όνομά μου, ανίσως δε νόμιζα πως κάνεις, μιλώντας, καλά κακά για το ταπεινό μου έργο, ‘γγίζει, θέλοντας μη θέλοντας, ζητήματα απρόσωπα, ώστε να είναι κάπως περιττό κάθε προσωπικό ευχαριστήριο. Όσο για τον «Κάποιο που δεν έχει έργο», τόνε στοχάζομαι άνθρωπο καλοπροαίρετο και ειλικρινή, αν και χρειάζεται κάποια συγκατάβαση όταν κανείς παρουσιάζεται ξέσκεπος, να πιάνει σοβαρές συζήτησες με προσωπιδοφόρους. Ας είναι. Ο «Κάποιος που δεν έχει όνομα» έφερε σπουδαιότατο ζήτημα : Ποια είναι τα δικαιώματα της κριτικής, και από που αρχίζουνε και που τελειώνουν τα σύνορα της. Υποθέτω πως ο Καστρινός δε φαντάστηκε ποτέ να φιλονικήσει το δικαίωμα μιας τόσο μεγάλης, τόσο πλατειάς και τόσο μπασμένης σε όλους τους κύκλους της ενέργειας και της πράξης ιδέας, καθώς είναι η σοσιαλιστική, να μετρά με τα μέτρα τα δικά της και την ποίηση και την τέχνη και τα έργα της φαντασίας˙ κι αν μπορεί να φιλονικηθεί το δικαίωμα τούτο, πάντα είναι ιστορικό, πάντα σημαντικό γεγονός πως ο σοσιαλισμός, καθώς ζητά να πλάση μια τέχνη, έτσι και την τέχνη τούτη στυλώνει και ξεκαθαρίζει με μια κριτική. Ό κ. Κ. κατακρίνει, φανερό είναι, την ανόητη χρησιμοποίηση του δίκιου τούτου, και το ξεμύτισμα της σοσιαλιστικής ιδέας εκεί που δεν την περιμένουν. Πολλοί βάζουνε στο σημάδι, και πάει χαμένος ο κόπος τους, και με τα ίδια όπλα που άλλοι κατορθώνουνε να χτυπήσουν ίσια. Η επιτυχία θέλει, πρώτ' απ’ όλα, γύμνασμα.
Ο «Κάποιος» αναφέρνει πως ένα «εγκριτώτατο» σοσιαλιστικό περιοδικό κ’ ένα άλλο σλαβικό «λούσανε στις βρισιές» και έκδοτη και κοινό από την αφορμή του ξανατυπωμού των έργων του Μωπασσάν. Ο Μωπασσάν χαραχτηρίζεται από τους τσεκουράτους αυτούς πολεμιστές «ψεύτης αδιάντροπος», σαν πολέμιος της σοσιαλιστικής ιδέας. Λυπάμαι, γιατί έτσι, καθώς ανώνυμα και αόριστα σημειώνει τα περιοδικά ταύτα ο επιστολογράφος, δεν μπορούμε να τα βρούμε, για να αποχτήσουμε, ανίσως και μας είναι βολετό, μιαν άμεση αντίληψη της κριτικής τούτης, ώστε να κατορθώσουμε πολύ πιο καλοσυνείδητα να την κρίνουμε. Κ' εδώ φαίνεται πόσο είναι χρήσιμα και πόσο σοφά, σε τέτοιου είδους συζήτησες, οι παραπομπές και τα πιστά παραβάλματα στα λόγια μας των ξένωνε λόγων˙ έτσι ευκολύνεται η εξέλεγξη. Ανάγκη λοιπόν να βασιστώ στη σημείωση του Κάποιου. Βρίσκω πως οι «βρισιές» δεν προστέτουν τίποτε στη δύναμη του διαφεντεμού μιας ιδέας και πως τα στόματα που αφρίζουν, οι γροθιές που προτείνονται, οι γκριμάτσες και οι μούντζες, δεν μπορούνε σε τίποτε να παραβγούνε μπροστά στην υψηλή γαλήνη του έντον’ ασάλευτου και σαν αγαλματένιου προσώπου που διαλαλεί ό,τι πιστεύει πως είναι η αλήθεια. Εχτός αν η βρισιά, εχτός αν το άφρισμα είναι τόποι, είναι τρόποι για να ξεσκεπάσουνε και για να ξεχυθούν, όχι τα νεύρα του ταρασμένου συζητητή, μα ο θυμός κάποιου μεγαλοφάνταστου πολέμαρχου του Λόγου. Η Τέχνη όλα τα ομορφαίνει. Σοί Κύριε! Μα η παρατήρηση τούτη είναι παραπανιστή. Το κυριώτατο στο ζήτημα μας είναι: Βρίσκω πως είναι για να ξαφνίσει και είναι πολύ άτυχο, για να μας δείξει κάνεις την ψευτιά μιας τέχνης, να διαλέξει συγγραφέα σαν το Μωπασσάν. Ο συγγραφέας αυτός ξυπνά μπροστά στα μάτια και του φιλολογικά θρεμμένου αναγνώστη και του φιλόλογου κριτικού τονειροφάντασμα της καλλιτεχνικής αλήθειας. Ανάμεσα στους πραγματιστές τεχνίτες του λόγου που φανήκανε, ξεχωριστά στη Γαλλία και στην Ευρώπη, στο δεύτερο πενηντάχρονο του περασμένου αιώνα, είναι ο κατεξοχήν αντικειμενικός, να πούμε, ο απάνου απ’ όλους αληθινός, μαθητής καθώς είναι και συνεχιστής της επιστημονικής καλολογίας του μεγάλου Φλωμπέρ. Τα έργα του δεν τα διαπερνά καμιά πρωτότυπη, καμιά τρανή φιλοσοφική σκέψη˙ τα γιομίζει όλα και πιο πολύ τα σύντομα διηγήματα του, καύχημα στην Ιστορία της γαλλικής φιλολογίας, κλασσικά στο είδος τους, η ζωή.
Μα η καλλιτεχνική αλήθεια όσο κι αν ζητά να παρασταθεί αντικειμενικότερα, είναι πάντα κάτι υποκειμενικό, κάτι που κρεμιέται από την προσωπικότητα του τεχνίτη, από τον τρόπο που κοιτά, από την τέχνη που μας ερμηνεύει τα κοιτάματά του. Η καλλιτεχνική αλήθεια διαφέρει πάντα αρκετά από την αλήθεια την επιστημονική. Ας αφήσουμε πώς και σ’ αυτή την επιστήμη η αλήθεια, καθώς δεν είναι κάτι τελειωτικό, έτσι και το κυνήγημά της γίνεται κατά τρόπους που θυμίζουν αρκετά τους δρόμους της τέχνης, τουλάχιστον εκεί που μεγάλοι επιστήμονες είναι οι κυνηγοί. Παρατηρήθηκε πως μαθηματικές κορφές, ένας Gauss, ένας Riemann, ένας Πουανκαρέ, έχουν ο καθένας τους στον τρόπο που αποδείχνουνε τα θεωρήματα τους, κάτι βαθιά προσωπικό, βαθιά και όλως διόλου και χαραχτηριστικώτατα διαφορετικό ο ένας από τον άλλο. Πολύ περισσότερο οι γιατροί με τη διαγνωστική τους. Ακόμα περισσότερο οι κριτικοί των έργων του Λόγου και της Τέχνης. Κριτικός από κριτικό, συχνά πυκνά, διαφέρει σαν ένα καλάθι κεράσια από ένα βράχο. Και γι’ αυτό είναι χωρισμένοι, μέσα στο διανοητικό κόσμο, σε δυο μεγάλα στρατόπεδα˙ σε δογματικούς και σε αναρχικούς˙ μέσα στα δυο τούτα χωρίσματα μπαίνουνε, συναπαντιένται, σπρώχνονται και συνταιριάζονται κάθε λογής ιδιοσυγκρασίες κριτικές. Και καθώς υπάρχουν ποιητές φανατικοί του όνειρου και φανατικοί της πραγματικότης, ποιητές ιδεαλιστές και ποιητές θετικιστές, ποιητές και με τα δυο στοιχεία τούτα, ποιητές απάνου κι από τα δυο στοιχεία τούτα, μα πάντα μεταμορφωτές, πάντα νοθευτές - ας μη φοβηθούμε τη λέξη - του άδολου κρασιού της ζωής, ή στο χειρότερο ή στο καλλίτερο, στο πιο μαύρο ή στο πιο ρόδινο, τεχνίτες που ζωγραφίζουνε, μα που δεν αντιγράφουνε, - έτσι και παράλληλα με τούτους υπάρχουν αναγνώστες ονειρόφιλοι και αναγνώστες πιστοί της ζωής, αναγνώστες φυσιολάτρες και αναγνώστες εραστές της ιδέας˙ ο καθένας τους βρίσκουν αληθινά τα έργα που εκφράζουνε τα ιδανικά τους˙ τα έργα που είναι βγαλμένα από άλλα εργαστήρια, τους φαντάζουν ψεύτικα. Πιο μετρημένοι θα είναι βέβαια οι αναγνώστες οι κριτικοί που θα μπορούνε να ξεδιαλύσουνε μέσα σε κάθε καλλιτέχνημα την αλήθεια τη δική του την ξεχωριστή.
Άλλο ομορφιά στη φύση και άλλο ομορφιά στην τέχνη. Μάλιστα υπάρχουν καλολόγοι που φρονούνε πως μόνο το όνομα έχουνε κοινό οι δυο τούτες όλως διόλου διαφορετικές ιδέες, και πως μάλιστα το κοινό τούτο όνομα ομορφιά για δυο πράματα που είναι άμοιαστα σε πολλά, δίνει αφορμές σε σύγχιση και σε θολώματα. Και μπορεί να μην έχουν άδικο.
Ο ίδιος ο Μωπασσάν, δημιουργός και κριτικός μαζί καλλιτέχνης, σαν κάθε ποιητής που αναγκάζεται από τη δύναμη των πραγμάτων, υστερ' από τη γέννα των παιδιών του, να πιστοποιήσει και τα δίκια τους, να πως ορίζει στον πρόλογο της μυθιστορίας του «Πέτρος και Γιάννης» τον ουσιαστικό χαραχτήρα του κριτικού: «Χωρίς μεροληψία, χωρίς από προτήτερα μορφωμένες γνώμες, χωρίς ιδέες παρμένες από τούτο ή από εκείνο το τεχνικό σχολειό, χωρίς καμιά προσήλωση σε ωρισμένην οικογένεια καλλιτεχνών, πρέπει ο κριτικός να καταλαβαίνει, να ξεχωρίζει και να εξηγεί όλες τις προσπάθειες και τις πιο αντίθετες, τις ιδιοσυγκρασίες τις πιο ενάντιες, και να παραδέχεται τα ψαξίματα, μέσα στην τέχνη, τα πιο διαφορετικά». Το ιδεώδικο τούτο υπόδειγμα του έργου του κριτικού βέβαια πως δεν μπορεί να εφαρμόζεται με όλη του την ιδεατή εντέλεια. Η κριτική είναι το μέτρο πού μπαίνει σε κάθε λογής επιστήμη, τέχνη, ιδέα, σκέψη, ενέργεια, για το ξεκαθάρισμα και για την προαγωγή τους. Μα κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ιδέα, κάθε τέχνη, κάθε επιστήμη έχει τη δική της την κριτική˙ κι όσο πιο τελειωμένοι, όσο πιο ξεχωρισμένοι δείχνονται οι κύκλοι τούτοι, τόσο πιο ξεχωρισμένα, τόσο πιο τελειωμένα τα κριτικά τους μέτρα. Οι διαφορετικές τούτες κριτικές βοηθιένται, στην ανάγκη, αναμεταξύ τους κι αλληλοσυμπληρώνονται, μα δεν αναπληρώνονται και δεν πατάνε η μια κριτική τα σύνορα της άλλης, χωρίς θαλασσώματα, γλιστρήματα, αδικήματα. Ο Σαιντμπέβ για να τονώσει την κριτική του δύναμη, μαζί γνώση και τέχνη, άκουσε για καιρό ιατρικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, μα δε σημαίνει τούτο πως του γίνηκε η φυσιολογία και η ανατομική αποκλειστικές ασχολίες, από απλά βοηθήματα. Και το ελάττωμα του Λομπρόζου και του Μαξ Νορδάου και όλων των κριτικών που βγαίνουν από τα ‘ργαστήρια τους είναι πως παραπολύ μεταχειρίζονται τη χοντροκάμωτη κάπως ζυγαριά της ψυχιατρικής στο ζύγιασμα των έργων των λεπτεπίλεπτων της μεγαλοφυΐας. Κορυφαίοι της σκέψης και της τέχνης πού αφήσανε τα σημάδια τους σε πολλαπλούς κύκλους της ανθρώπινης ενέργειας, λογικό είναι να γίνονται υποκείμενα πολλαπλών κριτικών, έξαφνα σαν το Ρουσσώ, που του γιόρτασαν τώρα τα διακόσια του χρόνια Γαλλία και Ελβετία, που είναι μαζί μέγας φιλόσοφος και μέγας ποιητής, και τα έργα του κολυμπάνε όμοια άνετα στα πέλαγα της πολιτικής, της ηθικής, της καλολογίας. Μα κι εδώ χρειάζεται προσοχή και ξεχώρισμα˙ ο Μπαρρές όταν από το βήμα της Βουλής χτυπά το Ζολά, χτυπά το Ρουσσώ, τους χτυπά όχι ο μεγάλος λογοτέχνης, που είναι ο Μπαρρές, μα ο αποκλειστικός πολιτευτής˙ και τα χτυπήματα του, που αν λογαριάζονται, λογαριάζονται πάντα πιο πολύ για τη λογοτεχνική τους δύναμη - πάντα η τέχνη ο σωτήρας - δεν παραλλάζουνε, ουσιαστικά, από τα χτυπήματα της Εκκλησίας λ. χ. και στο έργο τότε, και στη μνήμη τώρα του Θεόφιλου Καϊρη, του πρωτοστάτη και σ' εμάς εδώ του αδέσμευτου φιλοσοφικού λόγου, του πιο πολύτιμου δώρου που δόθηκε του ανθρώπου να χαρεί. Δυο μεγάλες δύναμες, από μιας αρχής, φιλονικάνε για τα σκήπτρα του βασίλειου της ιδέας˙ η Ηθική και η Αιστητική˙ η καθεμιά έχει τους αποστόλους της και τους κριτικούς της. Εδώ η Ζωή, δεμένη με κανόνες, που έξω απ’ αυτούς σωτηρία δεν υπάρχει˙ εκεί η Ζωή, που για να κρατιέται στο ύφος της, ελεύτερο πρέπει να αφήνεται το πανώριο της ξέσπασμα. Όσο κι αν λατρεύουν οι ηθικολόγοι την Αρετή σαν ομορφιά, όσο κι αν οι καλολόγοι πιστεύουν πως αρετή δεν είναι παρά η Ομορφιά, τα έργα που τα γεννά τούτ’ ή εκείν’ η πίστη σωστό να κρίνουνται από τη μεριά που τους ταιριάζει, πρώτ' απ’ όλα˙ αυτού είναι η αξία τους. Ηθική κ' Αιστητική, αυτόνομες πολιτείες, όσο κι αν έχουν ανάγκη σύμμαχων απ’ όξω. Και η σοσιαλιστική ιδέα, ιδέα ηθική, όσο κι αν υλιστικά εξηγεί ο σοσιαλισμός τα πράματα του κόσμου. (Υλισμός και ιδανισμός, συγκυβερνήτες. Τη γαλλική επανάσταση όμοια τη σπρώξανε οικονομικοί λόγοι και ο λόγος του Ρουσσώ). Για τούτο η σοσιαλιστική κριτική που ρίχνει το φως της για καλό απάνου στα έργα τα σοσιαλιστικά, δεν μπορεί παρά να σχοτίζει τα ζητήματα όταν εφαρμόζει τα δόγματα της απάνου σε έργα που μονάχα η φιλολογική κριτική μπορεί καθαρά να μας πει τι λογής είναι.
Διάβασα προ καιρού σε κάποιο περιοδικό (Documents du progrés) ένα φοβερό και δυνατό μανιφέστο τού Μάξιμου Γκόρκη εναντίον των «Κυνικών», καθώς ονομάζει ο νεοφώτιστος λογοτέχνης σοσιαλιστής τους πλουτοκρατικούς νοικοκυραίους και τη φιλολογία τους πέρα ως πέρα, και την αντίληψη που έχουνε του ωραίου στην Τέχνη. Αλύπητος είναι ο σοσιαλιστής κριτικός. Γκαπ και γκοπ το τσεκούρι του. Μα πόσα μέσα στην αποκλειστική του σάτιρα μας κάνει να ξανοίγουμε, και να στοχαζόμαστε «Καλά τα λέει!» Γιατί; Γιατί ξέρει και γράφει. Αυτό είν’ όλο το μυστικό που κάνει πειστικά τα λόγια του. Γιατί κάτου από τον αρνητή σοσιαλιστή, κάτου από τον καταφρονετή, σε πολλά, του Λόγου, είναι κρυμμένος ο τεχνίτης του Λόγου που γνωρίζει καλά κ’ εκείνα που προσβάλλει και που με τη ρητορική του, συγκινώντας μας, πείθει. Άξιος μαθητής του Τολστόη. Ο Τολστόης μου θυμίζει τη μακρόλογη και ψιλολογημένη μελέτη που έγραψεν απάνω στα έργα του Μωπασσάν. Κάθε φορά που τη διαβάζω δεν τη χορταίνω. Όχι γιατί βρίσκομαι σύμφωνος με όλα όσα μας διδάσκει. Τραγουδιστής εγώ, σερμένος από το πάθος της ομορφιάς και δεμένος με τη χρυσή αλυσίδα του Στίχου, όσο ταπεινός κι αν είμαι, αιστάνομαι πως κάτι μέσα μου επαναστατεί και διαμαρτύρεται κάτου από το βάρος της αντικαλλιτεχνιχής τολστοϊκής ιδεολογίας. Μα πως, θέλοντας μη θέλοντας, ο αταίριαστος ηθικολόγος Τολστόης μένει πάντα κ’ ένας λογοτέχνης κριτικός πρώτης γραμμής! Κάτου από το χριστιανικό του σοσιαλισμό ζει πάντα και καρδιοχτυπά ο καλολογικός του οίστρος. Αλύπητα χτυπά του Μωπασσάν την ανηθικότητα, δηλαδή την αδυναμία του να ξεχωρίζει την αρετή από την κακία, και να τα κρίνει όλα της κακίας άξια για να ζωγραφιένται. Μα και μαζί υπερέξοχα ξεχωρίζει το μεγάλο τάλαντο του Μωπασσάν, και ξεχωριστά, τη δύναμη του να ξανοίγει και να μας ζωγραφίζει όσα οι κοινοί άνθρωποι δεν μπορούνε να ξανοίξουν, δηλονότι το χάρισμα που κάνει την τέχνη του κατεξοχήν παραστατική πραγμάτων, χάρισμα που διαλαλούνε πέρα ως πέρα οι κριτικοί που αξίζουν τ’ όνομα, οι Βρυνετιέρ, οι Λανσόν και τόσοι άλλοι, όλως διόλου αντίθετα με το σοσιαλιστή κριτικό του κ. «Κάποιου που δεν έχει έργο». Και πως κάτου από την αντιπάθεια του απόστολου Τολστόη προς τα έργα της φυλής και της φιλοσοφίας του Μωπασσάν ξεμυτίζει η συμπάθεια του ρώσου μεγαλοτεχνίτη απεριόριστη προς το συντεχνίτη του το Γάλλο! Με ανάλογη δύναμη είναι σκαρωμένο και το βιβλίο του Τολστόη για το Σαιξπήρο. Μα στο βιβλίο τούτο, επειδή ακριβώς λείπει η συμπάθεια, το μέγα χάρισμα που, καθώς ανυψώνει τον ποιητή, εμπνέει και τον κριτικό στο δρόμο του, (με όσα κι α λένε όσοι της κριτικής τέχνης έχουνε μισή αντίληψη) στο βιβλίο τούτο κυριαρχεί αποκλειστικά μια παθολογική άρνηση που σε απελπίζει και σε κάνει να ξεφωνήσεις, με όλη τη φαινομενικά δυσκολοπολέμητη λογική της. Στην αρχή θυμώνεις, μα ύστερα στοχάζεσαι: ο Τολστόης δεν μπορούσε να μιλήσει για το Σαιξπήρο παρά καθώς μίλησε. Δυο στοιχεία, η φωτιά και το νερό, σμίγουν και πολεμάνε μέσα στο βιβλίο τούτο˙ δυο σύμβολα που φιλιωμό δεν έχουνε: ο ρώσος, σύγκαιρος των πρώτων αποστολικών καιρών˙ ο χριστιανός και ασκητής˙ ο Σαιξπήρος, όλη η Αναγέννηση του 16ου αιώνα, η αδιάφορη στην ηθική, η άθρησκη, η νοσταλγική λάτρισσα των αρχαίων ειδώλων, όλη λαγνεία και ποίηση. Και η γαλήνη ξαναχαϊδεύει σου την ψυχή.
./..

Πηγή: Ο Νουμάς - Τεύχος 484 (1912)



Δεν υπάρχουν σχόλια: