14 Μαΐου 2013

Γιώργος Πετρέλλης - Βορειοανατολικά στον Αιώνα

























Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το τεσσαρακοστό δεύτερο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων, το μυθιστόρημα: "Βορειοανατολικά στον Αιώνα" του Γιώργου Πετρέλλη. 




«Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ» [Απόστολος Θηβαίος]


Ο αλησμόνητος Κώστας Ταχτσής επέβαλε με το «Τρίτο Στεφάνι» ένα ελληνικό, μυθιστορηματικό είδος, απόλυτα ενταγμένο τόσο στην εντόπια αισθητική, όσο και την ιστορική ροή. Το σχεδόν βιωματικό έργο του Ταχτσή κατόρθωσε να εμπλουτίσει τον προσωπικό μύθο με τις εντάσεις, τις πληγές και τα οράματα της σύγχρονης, ελληνικής ιστορίας. Ιδωμένα μέσα από μια λαϊκή οπτική τα γεγονότα του αιώνα αναπαρίστανται γλαφυρά και ψύχραιμα, δίχως κριτικές σκοπιμότητες ή άλλου είδους λυτρωτικές διευκολύνσεις. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την Εκάβη και την Νίνα για να υποδείξει την επεμβατική ισχύ της γενικής ιστορίας πάνω στον ατομικό μύθο. Η αθηναϊκή κοινωνία, από το μεσοπόλεμο και έπειτα απεικονίζεται με διαύγεια, ενώ στην ιστορία αναθέτεται πια η ιδιότητα της καταστάσεως και του εξανθρωπισμού. Πάει να πει δηλαδή παύει να υφίσταται ως χρόνος και πλέον αναπλάθεται ως σκηνογραφία ατομικών βίων. Η εμβάθυνση του Ταχτσή στον ανθρώπινο ψυχισμό και τη διαδραστικότητά του με την ιστορική συνέχεια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως επιβάλλει μια σπουδαιότερη χρησιμότητα της μνήμης. Η τελευταία υπερβαίνει το χαρακτήρα ενός φορέα θεώρησης του ανθρώπινου βηματισμού στο σύνολό του και ανακτά πια μια αναγωγή στο συγκεκριμένο, το ατομικό και το πρόσκαιρο. Η φαινομενική αυτή μεταβολή της ιστορικής σημασίας, θέτει το πλαίσιο για την αναπαραγωγή της ιστορικής μαρτυρίας, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον αντικειμενικού ρεαλισμού, παράγωγου της υποκειμενικής αναφοράς. Ο Κώστας Ταχτσής δεν ιστορεί τη ζωή, αλλά την επιβίωση των μορφών μες στη μοιραία, ιστορική εξέλιξη. Η Emily Dickinson επισημαίνει την αδυναμία του μυθιστορηματικού είδους να αναπαραστήσει με φυσικό τρόπο την εξέλιξη της ζωής. Η τελευταία συνιστά κάτι το ασύλληπτο και το απρόσιτο. Η πληρότητα και η τελείωση του ανθρώπινου βίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ενταχθεί μες στην καλλιτεχνική ένταση. Ο Κώστας Ταχτσής διαθέτοντας τη σοφία ετούτης της παρατήρησης, με τον ίδιο τρόπο που τα παιδιά διαθέτουν πάντα την ποιοτική, κριτική ικανότητα του φυσικού συμβολισμού, προσδίδει στο έργο του τη χάρη του χρωστήρα, εξεικονίζοντας την ολότελα χαμένη αισθητική της εποχής του. Το «Τρίτο Στεφάνι» διαθέτει την ακρίβεια ενός χρονογραφήματος, δηλαδή αναπαράγει με ακρίβεια τη λαϊκή αισθητική, την ατμόσφαιρα και τις πηγές της συγκινήσεως. Διαθέτει όμως πάνω από κάθε άλλο χαρακτηριστικό, την πυκνότητα μιας ανθρώπινης ιστορίας με τις μορφές, τους θανάτους, τις χαρές, τις προσδοκίες και τα οράματά της. Ετούτη η κειμενική συνοχή καθιστά το «Τρίτο Στεφάνι» έργο εμβληματικό και ενδεικτικό της ροπής, την οποία ανέλαβε το ελληνικό μυθιστόρημα, όταν επιτέλους διέκοψε οριστικά τις διασυνδέσεις του με τα ξενόφερτα, δυτικά πρότυπα. Η ρεαλιστική ωραιολατρεία, καθώς εύστοχα χαρακτηρίζει ο Καραντώνης έναν από τους πυλώνες της ελληνικής, λογοτεχνικής παραγωγής, μετατρέπεται σε μια πιστή προσκόλληση προς την αντικειμενική απεικόνιση της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Ταχτσής εμποτίζει τη μυθιστορία μας με την τρυφερή λύπη του παρελθόντος, το αχώρητο και απερίγραπτο, μα οικείο αίσθημα της νοσταλγίας.
Η αναφορά ετούτου του κειμένου στη λογοτεχνική δημιουργία του Κώστα Ταχτσή δεν συνιστά παρά ένα μέτρο προκειμένου να οριστεί το κοινωνικό και περιπετειώδες μυθιστόρημα, όπως το τελευταίο καθορίζεται επακριβώς στην αποσπασματική ανθολογία του Θωμά Γκόρπα. Ως τέτοιο λογίζεται εκείνο που ενσωματώνει μες στο λογοτεχνικό σώμα τόσο την ανταπόκριση στην ιστορική αλήθεια, όσο και την ένταση του ατομικού μύθου, όπως διαχέεται μες στη χρονική έκταση. Πάει να πει υφίσταται μια συνέπεια απέναντι στην αντικειμενική αλήθεια, δίχως όμως ετούτη να συνιστά ένα διάνυσμα χρόνου, αλλά μια κατάσταση υποκειμενική. Ο Γιώργος Πετρέλλης με το μυθιστόρημά του «Βορειανατολικά του Αιώνα» μοιάζει να συνεχίζει ετούτη την κάθετη επέκταση του χρόνου, δηλαδή μια εκτίμησή του, όχι πια με τα γνώριμα μέτρα αλλά με τ΄ ανθρώπινα. Άλλωστε, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η καλλιτεχνική δημιουργία επιτυγχάνει το σκοπό της, όταν επικεντρώνεται στην κάθετη κατατομή της χρονικής ακολουθίας. Όταν δηλαδή προσβλέπει σε μια μεταφυσική ερμηνεία της ροής του, ισόρροπα αντικειμενική αλλά με όλο τον υποκειμενισμό της ατομικής και ανεπανάληπτης ιδιοσυγκρασίας. Και όλα τούτα δίχως να παρατηρείται η γνώριμη καταφυγή της ελληνικής δημιουργίας προς την υπερβολή, αλλά μια κλίση προς την παρατήρηση και την ψυχική εμβάθυνση, πάντοτε με την εκλέπτυνση μιας αδιόρατης, μα υψηλής πνευματικής έντασης. Ο Γιώργος Πετρέλλης με το έργο του αποδεικνύεται φορέας της ποιότητας με την οποία ο Ταχτσής προίκισε το «Τρίτο Στεφάνι», ενώ την ίδια στιγμή, πέρα από την όποια, ανθρωποκεντρική στόχευση, εκπληρώνει την προτροπή του Frederik Jameson για μια μόνιμη και ικανή να εμπλουτίσει την κριτική, ιστορικοποίηση. Τη διαδικασία εκείνη δηλαδή, προκειμένου η ανθρώπινη ύπαρξη να διασπάσει τα δεσμά της ατομικότητάς της και έτσι πια αποκαταστημένη να σταθεί ακέραια η ενότητα του κόσμου. Χρόνος και ιστορία με επίκεντρο το άτομο, ετούτη συνιστά τη βασική πτυχή του ελληνικού μυθιστορήματος, όπως διαμορφώθηκε από τον Ταχτσή και συνεχίζεται πια εφαρμοσμένη σε έργα όπως ετούτο του Πετρέλλη.
Μια αρετή της μυθιστορηματικής γραφής συνιστά η φυσική προφορικότητα του λόγου. Η χρήση δηλαδή του γλωσσικού μέσου με τέτοιο τρόπο ώστε να μεταδίδεται η αισθητική της ανθρώπινης ψυχής, δίχως να διασπάται το ουσιώδες ετούτο χαρακτηριστικό. Η φυσική γλώσσα απλωμένη μες σε ένα μεγάλο και πυκνό σύνολο συνιστά τη μόνη εγγύηση προκειμένου να υποκατασταθεί η εικόνα και να αποδοθεί η πιο καίρια συνέπειά της που δεν είναι άλλη από την αποκάλυψη της αγωνίας, της ρέουσας ύλης, που σαν όρια στέκει αφετηρία επιλογών και αισθημάτων. Η μεταφυσική της μοίρας, του ανθρώπινου πεπρωμένου, δεν μπορεί παρά να εικονισθεί με ένα γλωσσικό όργανό ταπεινό, φυσικό και απλό. Ένα αδιαπέραστο, γλωσσικό μέσο δεν θα σταθεί ποτέ ικανό προκειμένου να πραγματωθεί η ουσιώδης δευτερολογία του μυθιστορήματος, η αποτύπωση δηλαδή μιας πραγματικότητας, πέρα και έξω από τα φαινομενικά φράγματα. Μια τέτοια γλώσσα, λυτρωμένη από αισθητισμούς και εσωτερικά οράματα, γλώσσα μνήμης και όχι ηδονής, συνιστά ένα εχέγγυο, έτσι ώστε να επιβληθούν απευθείας στις αισθήσεις οι όροι του κωμικού, του τραγικού, του σοβαρού ή πάλι του δαιμονικού. Τα μέσα να υπακούουν στην ανθρώπινη μοίρα, να αναπτύσσονται, να κατακτούν κορυφές για να παρακμάσουν και να οδηγηθούν τελικά στο βέβαιο θάνατο, έχοντας όμως εκπληρώσει το φυσικό και ευθύ σκοπό τους. Η γραφή συναντά την εννοούμενη φωνή και έτσι σχηματισμένη και σύνθετη πια η γλώσσα συναντά τη φθορά και τη βέβαιη διαφθορά της, αναπαριστώντας ρεαλιστικά την ηθική πτώση, την γενετικά εγκιβωτισμένη ενοχή του προσώπου. Ενδίδοντας σε τούτη τη γλωσσική εξέλιξη, το μυθιστόρημα προικίζεται με τη δυναμική μιας γραφής, που μπορεί να εκφράσει το φόβο, την έξαψη, το πάθος, τη φαντασία, προσωποποιώντας τον ίδιο το χρόνο και τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Γιώργος Πετρέλλης προβαίνει στη χρήση της γλώσσας προκειμένου να συνθέσει με τον αρτιότερο, δυνατό τρόπο την ίδια τη μνήμη της. Έτσι υπάρχει, συνοψίζεται και τελικά ανταποκρίνεται η μυθιστορία ως εμπειρία, ως χώρος, απλά υποκείμενος στην έννοια του χρόνου.
Η αρετή του ελληνικού συνίσταται αφενός στην έννοια της αγωγής και το διαχωρισμό των ηθικών αρχών από την έννοια των συμπεριφορών. Ο Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει και μια άλλη παράμετρο, με την οποία ταυτοποιείται η ελληνική, καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Πετρέλλης πραγματώνει την ελληνική, κατά φαντασίαν καταγωγή, καθώς επιτρέπει την πρόσμιξη της ιστορικής αλήθειας με το φαντασιακό υλικό, εκείνο το ίδιο που στηρίζει την έκταση και την ποιοτικής εντάσεως έκβαση του μυθιστορήματος. Μια γαιώδης, ισότονη, δημιουργική γραφή. Να τι συνιστά το μυθιστόρημα, σε ετούτα τα στοιχεία βασίζει την αληθοφάνεια του εξελισσόμενου μύθου. Σε μια φυσικότητα, όχι μόνο γλωσσική, όπως σημειώνεται παραπάνω, αλλά και οραματική, ικανή να καταστήσει ικανές τις αναλογίες μυθοπλασίας και ιστορικής μνήμης. Μια ευλογημένη ισορροπία, απόλυτα ορισμένα από το πλαστικό, ελληνικό αίσθημα, εκείνο το ίδιο που περιβάλλει τις δημιουργίες του χρωστήρα ή μεταθέτει τον άνθρωπο με τη συναισθηματική κινησιολογία του καταλύτη της αβέβαιης μοίρας.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Πετρέλλη επιβεβαιώνει την προθετικότητα του συγγραφέα να εντάξει χωροταξικά την υπόθεση, να ενισχύσει δηλαδή τη ρεαλιστικότητα του έργου με σαφή χαρακτηριστικά, πλήρως ανταποκρινόμενα στην ελληνική τοπογραφία. Η νησιωτική γη, με το φως, την ανέχεια, τον εξανθρωπισμό της πέτρας και των πιο αδιόρατων, αισθητικών λεπτομερειών αποκαλύπτεται μες στο μυθιστορηματικό έργο. Ο συγγραφέας υποδεικνύει την κατεύθυνση, επιβάλλει τη λαϊκή, ελληνική χωροταξία της επαρχίας, για να εντάξει σε αυτήν τελικά, το φως και την τραχύτητα του τοπίου, τις αντίστοιχες αναγκαιότητες ή πάλι τις τραγικές ελλείψεις του ίδιου του βίου. Οφείλουμε δε να σημειώσουμε την εικονοπλαστική διάθεση του Πετρέλλη, σε μια διαρκή, διακριτική εντούτοις και πετυχημένη προσπάθεια να ανταποκριθεί σε μια ζωγραφική απεικόνιση των τοπίων, ενσωματώνοντας μια οπτική εμπρεσιονιστική στο έργο του, ακόμα και αν λείπει το χρώμα, ως φυσικό επακόλουθο ενός ακηλίδωτου τόπου, με φως και εντύπωση καθαρή. Ετούτο δε το στοιχείο είναι και εκείνο που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή μια σταθερής, συναισθηματικής αισθητικής μεταθέτοντας το ειδικό βάρος της ζωικής αξίας σε όλους τους χώρους, είτε της φαντασίας είτε της σκληρής, διάφανης πραγματικότητας. Η καταγωγή του μυθιστορήματος του Πετρέλη συνιστά μια τρίτη διάσταση, παράλληλη και εξίσου σημαντική με την ιστορική και την ανθρωποκεντρική. Μιλούμε για τη νησιωτική τοπογραφία, μία πραγματικότητα στέρεη, υποστηριζόμενη από όλους τους παράγοντες εκείνους, οι οποίοι συνθέτουν το έργο. Η ρωπογραφία του μυθιστορήματος ενισχύει τη συνοχή μια ροής αδιάλειπτης, η οποία αποφεύγει τα κενά ή πάλι δίνει μια κρυφή αλληλουχία στην ποικιλία τους. Η διαπίστωση του Δέλιου στη μελέτη περί του μεσοπολεμικού, ελληνικού μυθιστορήματος, όπως συστήθηκε από την Δήμητρα Μπεχλιβάνη, συναντά τη σταθερή ένταση του μυθιστορήματος του Πετρέλη, ο οποίος εμποτίζει με διαχρονικές, ελληνικές ιδέες την ιστορική ή σχεδόν, ιστορική δοξασία επί της οποίας βασίζεται το μυθιστόρημα. Υφίσταται η ανθρωπολογική εξέλιξη του έργου, οικεία προς τα τραγικά, χορικά δράματα αλλά και αντίθετη προς την αρχαία, θεατρική κατάρα. Διατηρείται δηλαδή η πλοκή των βίων και  αναδεικνύεται περίλαμπρη η μοιρολατρική δομή του κόσμου, ο αστάθμητος μα αιώνια παρών παράγοντας που ορίζει τις ανθρώπινες καταστάσεις. Ετούτο το συστατικό στοιχείο της μυθιστορίας μοιάζει να συντηρεί το δεσμό του με τη θεματική αύρα της δημοτικής, παραδοσιακής εξιστόρησης, όπως αυτή εξελίσσεται μες στα ανθρωπολογικά άσματα του παλαιού μα ολοζώντανου ελληνισμού.
Ο δημιουργικός παλμός του κόσμου, η τεκμηρίωσή του, η ωραία ακαταστασία των ανθρώπινων ζωών, χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα του Πετρέλλη. Το έργο, πέρα από τις φυσικές αδυναμίες, τις οποίες συνεπάγεται ο πληθυντικός αριθμός των χαρακτήρων και η επιπλοκή της παρουσίας τους, εντούτοις διατηρεί αμείωτο το ρυθμό του, δεν θα απωλέσει δηλαδή το προτέρημα του ενδιαφέροντος, που τόσο πολύ καθίσταται σημαντικό για τα μεγάλης εκτάσεως έργα. Η λογοτεχνική δημιουργία του Πετρέλλη τάσσεται υπέρ και για λογαριασμό της Εύας. Η έννοια της ανθρώπινης δημιουργίας, όπως γεννά την ανυπακοή και την εξέγερση και επιβάλλει τη μοναδικότητα του ανθρώπινου ψυχισμού, της φιλοδοξίας του, αναγκάζει τον συγγραφέα να στραφεί προς τη φυσική και βιολογική κοιτίδα της δημιουργίας. Η γυναικεία παρουσία επιβάλλεται στο έργο και διατηρεί τον πρωταγωνιστικό φορέα στην εξέλιξη του μύθου. Ο Γιώργος Πετρέλλης υδατογραφεί πίσω και πέρα από το μύθο την ελληνική πραγματικότητα, θέτοντας ως όριο ανάμεσα στον νέο και τον παλιό κόσμο, το κομβικό γεγονός της δικτατορικής, πολιτικής εξέλιξης, σταθμό και αφετηρία για τη διαμόρφωση της δεύτερης φάσης του σύγχρονου, ελληνικού πολιτισμού με την ολόψυχη πια δυτική, κατευθυντήρια επιλογή. Το έργο «Βορειανατολικά του Αιώνα» συνιστά μια εκσυγχρονισμένη μετεξέλιξη της λαϊκής αισθητικής., καθώς δεν στοχεύει στην ερμηνεία των εποχών και των συστημάτων μα γυρεύει με κάθε τρόπο να αναβιώσει τη στιγμή του χρόνου. Ο Πετρέλλης συνιστά μία έκπληξη για τη λογοτεχνική πραγματικότητα. Το συνοικιακό, ετούτο δράμα ανταποκρίνεται σε μια πραγματικότητα, χρόνια μαστιζόμενη από τον επαρχιωτισμό και μια όψιμη, τελικά επιλογή προς τον αστικό τρόπο ζωής.  Δίχως ύφος ή υπερβολικές φιλολογίες, ο Πετρέλλης ιστορεί ένα μύθο ανθρώπινο, οδυσσειακό και για τούτο αγαπητό για το κοινό.
Στα απομνημονεύματα του Ανδριανού σημειώνεται. «Χτίζω σημαίνει πως συνεργάζομαι με τη γη, πως αλλοιώνω με μια ανθρώπινη σφραγίδα το περιβάλλον, συντηρώντας και τιμώντας την περιεχόμενη αγνότητα.» Με τον ίδιο ισχυρισμό θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το έργο του Γιώργου Πετρέλλη. Μια δομή δηλαδή που ορθώνεται πάνω στο πιο ανθρώπινο και ψυχικό τοπίο  προκειμένου να αρθρώσει με σεβασμό την ιστορία και έτσι τελικά να δεσμεύσει με τον υπαινιγμό, τη γλώσσα και την καταγωγή έναν ολότελα χαμένο ελληνισμό, οριστικά κλονισμένο, ενταγμένο αργά μα με ασφάλεια πια μες στο σώμα της μνήμης και τελικά της ίδιας της παράδοσης, ως μια αξιολογημένη τρυφερότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: