Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Patrick Leigh Fermor culmina su mítica aventura [Jacinto Antón , μετ. ΦΚ]

Το εν θέματι άρθρο του Χαθίντο Αντόν δημοσιεύθηκε την 24η Ιουνίου 2014 στην διεθνή έκδοση της ισπανόφωνης εφημερίδας Elpais. Η απόδοση στα ελληνικά από τον φίλο ΦΚ.



Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ κορυφώνει την μυθική του περιπέτεια
«Η τελευταία διαδρομή» ολοκληρώνει την ταξιδιωτική τριλογία του βρετανού συγγραφέα, ένα αριστούργημα του είδους.
Έτσι κατορθώσαμε την απαγωγή του γερμανού στρατηγού.

















Οι πελαργοί υψώνονται ξανά σε μία πτήση πάνω από ένα ρημαγμένο κόσμο. Πάνε 80 χρόνια από τότε και μόλις τρία από  τότε που ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ολοκλήρωσε το μεγάλο του ταξίδι. Μόλις εκδόθηκε «Η τελευταία διαδρομή (εκδόσεις Ακαντιλάδο)», μετάφραση στα καστιλλιάνικα του πολυσυζητημένου μεταθανάτιου έργου του, όπου αφηγείται το τελευταίο μέρος της περιπλάνησης, την οποία ο συγγραφέας και βρετανός ήρωας του πολέμου πραγματοποίησε με τα πόδια το 1933, όταν ήταν μονάχα ένας νεαρός των 18 χρόνων, σε όλη την Ευρώπη, από την Ολλανδία μέχρι την Κωνσταντινούπολη (που την λένε οι τούρκοι Ιστάνμπουλ). Με τις αναμνήσεις εκείνης της θαυμαστής μυητικής διαδρομής σε μιαν Ευρώπη, που βρισκότανε στο χείλος της καταστροφής, γεμάτη γραφικούς ανθρώπους και εκθαμβωτικά τοπία, ο Λη Φέρμορ, που όλος ο κόσμος αποκαλούσε Πάντυ - και Μιχάλη οι κρήτες αντάρτες, ενώ αυτός πολεμούσε κατά των ναζί - , έγραψε αξέχαστα βιβλία, πραγματικά αριστουργήματα της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, όπως «Η εποχή των δώρων» και το «Ανάμεσα στα δάση και τα νερά», που εκδόθηκαν αντίστοιχα το 1977 και το 1986 (και επανεκδόθηκαν σε ένα τόμο το 2011).


















Το τρίτο βιβλίο, που έπρεπε να κλείσει  την περιπέτεια, καθυστέρησε χρόνια και χρόνια έως ότου μεταμορφωθεί σε αυθεντικό μύθο. Οι φήμες πάνω σε αυτό το τελευταίο βιβλίο, ήδη μυθικό έργο και η τρέχουσα κατάσταση της συγγραφής του ήταν θέμα συζήτησης πολλών και ποικίλων ένθερμων αναγνωστών του Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο οποίος τελικά έφυγε από αυτό τον κόσμο το 2011, στα 96 του χρόνια, χωρίς να προλάβει να το δώσει στο τυπογραφείο, σε μια από τις πιο πολυσυζητημένες περιπτώσεις λογοτεχνικής αποκλειστικότητας. Παράλληλα και σε μια καταπληκτική συγχρονία, εκδίδεται επίσης τώρα στα καστιλλιάνικα το «Κακό συναπάντημα στο φως του φεγγαριού», το επίσημο βιβλίο σχετικά με τη μεγάλη στρατιωτική εμπειρία του Λη Φέρμορ. Πρόκειται για την αφήγηση, που έγραψε το 1950 ο συστρατιώτης του Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μος, σχετικά με τη θρασύτατη απαγωγή, που έφεραν σε πέρας με επιτυχία οι δυο τους το 1943 με θύμα τον γερμανό στρατηγό φον Κράϊπε, αρχηγό των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής της Κρήτης, μιαν από τις συγκλονιστικότερες ειδικές επιχειρήσεις του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου. Κατά πολλές έννοιες, αυτή η πολεμική περιπέτεια του βυρωνικού Πάντυ έχει τις ρίζες της στον ποδαρόδρομο, που  καταλήγει στην «Τελευταία Διαδρομή».

Φαινόταν πως με το «συνεχίζεται», που κλείνει το έργο «Ανάμεσα στα δάση και τα νερά», είχαμε απομείνει στη μέση του δρόμου για πάντα, πως  ποτέ δεν θα συνεχίζαμε παρακάτω, δεν θα φτάναμε στην Κωνσταντινούπολη κι αυτό το ωραίο ταξίδι – η λογοτεχνική του ενσάρκωση – δεν θα έβρισκε ποτέ ένα τέλος. Εδώ θα έπρεπε να πούμε, πως η ελπίδα μας να συνεχίσουμε να διαβάζουμε αυτό το απαράμιλλο πεζογράφημα, γεμάτο ζωτικής σημασίας περιπέτειες και ιστορικά ανέκδοτα, θα έμενε θαμμένο με τον Πάντυ στη μικρή νορμανδική εκκλησία του Αγίου Πέτρου του Ντάμπλετον, ανάμεσα στην ηχώ του γκαϊτατζή και την τρομπέτα των Ιρλανδών Φρουρών, που θα του λέγαν το στερνό αντίο κι εκείνα τα στιχάκια του ελληνικού μοιρολογιού, που λέγανε οι άντρες από το Λιμένι της Μάνης για ένα εγγλέζο αεροπόρο, που έπεσε και που ο ίδιος ο Λη Φέρμορ αφηγείται την ιστορία του  στο βιβλίο του «Μάνη (εκδόσεις Ακαντιλάδο, 2010), όπως  προφήτευσε το δικό του επιτάφιο: «Σμίγανε τα χέρια τους και σφαλούσαν τα μάτια/ και τώρα όλος μα όλος  ο κόσμος κλαίει./ Κλαίει για τη λουσμένη απ’ τη δροσιά την πρωινή τη νιότη του/ που ήταν τόσο λαγαρή σαν τα δροσάτα τα νερά του Μάη».

Όμως δυο πρόσωπα, που συνδέονται στενά με το συγγραφέα και που την ίδια ώρα είναι εκτελεστές της διαθήκης του, η φίλη του και βιογράφος Άρτεμις Κούπερ  (σύζυγος του Άντονυ Μπήβορ)  κι ο φίλος του και μάλιστα διάσημος ταξιδιωτικός συγγραφέας  Κόλιν Θέμπρον, που διόρθωνε τα χαρτιά του Πάντυ, αυτοί οι δύο θα φθάσουν στο συμπέρασμα πως το τρίτο βιβλίο, ή τουλάχιστον ένα αρκετά σημαντικό του μέρος, υπήρχε κι ήταν στο υλικό, που έμεινε μετά θάνατον. Συγκεκριμένα στο χειρόγραφο, το οποίο γράφτηκε πριν τα δύο άλλα προγενέστερα μέρη  του ταξιδιού και που εντούτοις αφηγείτο τον τελικό γύρο της μεγάλης περιπλάνησης. Το χειρόγραφο αυτό, γραμμένο στο χέρι, και που ο Λη Φέρμορ το μισοφύλαγε κρυφό, είχε τον τίτλο «Ένα νεανικό ταξίδι» και ήταν το κείμενο, το οποίο επανέλαβε ο Πάντυ ως καμβά, για να φθάσει στο τέλος της τριλογίας και που το επεξεργάστηκε αργά και με κόπο και πολύ πόνο – και μέχρι ένα ορισμένο σημείο άκαρπα-όταν πέθανε.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ  ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Πάτρικ Λη Φέρμορ στην EL PAIS
Ο τελευταίος ρομαντικός λάτρης της περιπέτειας
Πέθανε ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο αιώνιος ταξιδευτής του Βυζαντίου
Οι άσσοι της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και το μεγάλο βιβλίο τους

Με τεράστια γνώση, υπομονή και αγάπη, η Κούπερ και ο Θέμπρον ξετυλίξανε τη δαιμονιώδη γραφή του Λη Φέρμορ, συρράψανε τετράδια, σημειωματάρια, ημερολόγια και άλλα χειρόγραφα, για να μας προσφέρουν ένα αληθινό θησαυρό:  «Ο κομμένος δρόμος», ο τρίτος τόμος- ή κάτι σαν κι αυτό που περισσότερο φαινόταν πιθανό- τόσο  επιθυμητό και ονειρεμένο. Το βιβλίο, με πρόλογο των ίδιων των Κούπερ και Θέμπρον, εξηγώντας με κάθε σαφήνεια τη διαδικασία της παρασκευής της πλοκής,  και των περιορισμών της, εκδόθηκε τον περασμένο χρόνο στην αγγλόφωνη έκδοσή του (Τζων Μάρρεϋ) με πανέμορφο εξώφυλλο του Τζων Κράξτον, του ίδιου εικονοποιού της πρωτότυπης έκδοσης των δύο άλλων τόμων. Και τώρα γίνεται στα καστιλλιάνικα, με τον τίτλο (που έδωσαν πραγματικά η Κούπερ και ο Θέμπρον), που μπορεί να πει κανείς ότι μετέτρεψαν στην «Τελευταία διαδρομή»,  τίτλος λιγότερο υποβλητικός , και που  προσδιορίζει το περιεχόμενό του και το πεδίο,  όπου εξελίσσεται η ιστορία.

Το βιβλίο, που διατρέχει τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα (αφού πέρασε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία, σε μια τυχαία τροχιά και καθόλου ευθύγραμμη), δεν είναι ας το τονίσουμε, ένα ολοκληρωμένο έργο. Όποιος ελπίζει να συναντήσει στο τέλος τον νεαρό Πάντυ να μπαίνει στην Κωνσταντινούπολη, απαγγέλλοντας το «Αρμενίζοντας για το Βυζάντιο» του Γήτς και να περιγράφει  την πόλη, όπως είχαμε φαντασθεί, ότι θα το έκανε πάντα- όπως το έκαναν όλοι με υπερβολικό ενθουσιασμό και  καταπληκτική εμβρίθεια – θα απογοητευθεί. Το «Ένα νεανικό ταξίδι», τελειώνει στ’ αλήθεια πριν, ξαφνικά, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στη μέση μιας φράσης. Η άφιξη και η παραμονή στην τουρκική πρωτεύουσα, που όφειλε να είναι το ζενίθ και η κορύφωση του ταξιδιού, εντούτοις περιγράφονται πολύ συνοπτικά (χαλιά, μιναρέδες, γάτοι και γιαταγάνια), με λίγες και σύντομες σημειώσεις, που πήραν η Κούπερ και ο Θέμπρον από το φημισμένο «Πράσινο Ημερολόγιο», το μοναδικό ταξιδιωτικό ημερολόγιο εκείνο του ταξιδιού, που διατήρησε ο Λη Φέρμορ- χάνοντας τα υπόλοιπα-  και μόνο επειδή το φύλαξε κατά τα 25 χρόνια που ακολούθησαν η πρώτη του μεγάλη αγάπη, η πριγκήπισσα  Βαλάσα Κατακουζηνού, με την οποία πέρασε μιαν ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του στη Ρουμανία. Αυτό δεν αποκαλύπτει μόνο τον ανολοκλήρωτο και αποσπασματικό χαρακτήρα του έργου «Ο Κομμένος Δρόμος-Η τελευταία Διαδρομή», αν όχι ίσως και  τις αμφιβολίες πάνω στο μέλλον, που διακατείχαν τον νεαρό ταξιδιώτη, η κατάθλιψή του, που την προκάλεσε το σχέδιό του να ολοκληρώσει την πορεία του,  βέβαιη απογοήτευση με την Ιστάνμπουλ και σίγουρα η ριζική αλλαγή που δοκίμασε μετά ο Λη Φέρμορ σε σχέση με το ταξίδι του και το έργο του: καθώς συνέλαβε την διαδρομή του ταξιδιού του, αρχικά σαν μιαν αρχή κι ένα τέλος σαφή στην πράξη, αλλά που μεταμορφώθηκαν στην ψυχή του σαν ένα στάδιο της ύπαρξης του συγγραφέα, σαν μια γέφυρα που θα οδηγούσε σε ένα μεγάλο πάθος της ζωής του (χώρια από την ίδια τη ζωή): η Ελλάδα.

Στ’ αλήθεια, στο έργο «Ο Κομμένος Δρόμος-Η Τελευταία Διαδρομή» περνάμε στο τέλος με τις μύτες των ποδιών από την Κωνσταντινούπολη, με αυτές τις σημειώσεις του ημερολογίου του, για να συνεχίσουμε ανέλπιστα το ταξίδι μαζί με τον Πάντυ μέχρι την Ελλάδα και τα μοναστήρια του όρους  Άθωνα, η περιγραφή της επίσκεψης των οποίων συνιστά, σημαντικά, το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Όλα αυτά μετατρέπουν το νέο τόμο σε κάτι το πολύ ιδιαίτερο, σε σχέση με τους άλλους δύο τόμους. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι σ’ αυτό το ανολοκλήρωτο έργο, που είναι συρραφή διαφόρων υλικών, και το οποίο ανασυστάθηκε από δύο πρόσωπα, τα οποία ήξεραν και εκτιμούσαν τόσο τον συγγραφέα, πάμε πιο μακριά από το βλέμμα του  Πάτρικ Λη Φέρμορ, για να μπούμε βαθιά στην μυστική οικειότητα της δημιουργίας του. Αυτό δεν θέλει να πει, ότι  το ενδιαφέρον του βιβλίου «Ο Κομμένος Δρόμος-Η Τελευταία Διαδρομή» είναι φιλολογικό. Το βιβλίο, περισσότερο προσωπικό, πιο αυτοβιογραφικό (αφιερώνει κάποιες σελίδες, για να μιλήσει για τους γονείς του) και πιο μελαγχολικό από τα προηγούμενα, με ένα τόνο κάποτε απαισιόδοξο, βρίσκεται στα καλύτερα κείμενά του, απολύτως στο λογοτεχνικό και συναισθηματικό ύψος των άλλων δύο και διαβάζεται με την ίδια αίσθηση προνομιακής κοινωνίας με ένα πνεύμα, αυτό του συγγραφέα, ικανό να θαυμάσει και να περιγράψει την ομορφιά και τη γοητεία του κόσμου, που ανοίγεται μπροστά του. «Υπήρχαν τόσα πράγματα να θαυμάσεις», γράφει.

Επιστρέφουμε στην πορεία με τον νεαρό Πάντυ στην Ορσόβα, στις Σιδηρές Πύλες του Δούναβη, στη Ρουμανία. Και η παλιά αλχημεία λειτουργεί πάλι: η μαγεία του ταξιδιού και τα δύο βλέμματα, που μπαίνουν το ένα πάνω στο άλλο, εκείνο του αθώου νεαρού, που τα ζει άμεσα κι εκείνο του ώριμου άνδρα, ο οποίος τα αφηγείται στην πραγματικότητα πολύ μετά, ενθυμούμενος εκείνες τις ημέρες με εξαιρετική ευαισθησία και με το κατακάθι της συσσωρευμένης εμπειρίας. Μόλις αρχίζει, φτάνει στη Σόφια, όπου ο Πάντυ, καταλύει στο σπίτι του βρετανού προξένου, όπου και τον καταπλήσσει με τα ρούχα που φοράει, την πορφυρή ζώνη από την Τρανσυλβανία, το στιλέτο του και το καλπάκι του, τον κοζάκικο σκούφο του (αχ! αυτή η μανία του για τις μεταμφιέσεις, που τόσο πολύ θα του χρειασθεί στην Κρήτη, σαν πράκτορα ειδικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου). Η πορεία του ταξιδιώτη, η συνηθισμένη αλυσίδα γνωριμιών (μαζί με τα κοριτσόπουλα- κι αυτά όχι τόσο- ευδιάθετα μπροστά στον ρομαντικό και γλεντζέ πεζοπόρο), σημαδεύτηκε από τυχερές συναντήσεις, αν και αυτή τη φορά αφθονούσαν οι κακές, και οι αποχαιρετισμοί είναι περισσότερο  θλιβεροί, υπάρχει κάτι το βαρύ στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που μερικές φορές μπορεί να ορισθεί  («ο θλιμμένος μολδοβλάχος») και άλλες είναι απλά μια ατμόσφαιρα. «Ένιωσα ξαφνικές, φευγαλέες επιθέσεις νοσταλγίας για το σπίτι μου, ενώ είχα την εντύπωση για τον εαυτό μου, ότι ήμουνα αδιαπέραστος». Περιγράφει τον εαυτό του σαν προσωπικότητα πυροβολημένη και φθάνει να αναγνωρίσει, σε μια από εκείνες τις στιγμές, που ήταν θλιμμένος, ότι πιθανόν να έδειξε έλλειψη ευαισθησίας σε αναρίθμητους ανθρώπους σε όλο το μήκος και πλάτος της  Κεντρικής Ευρώπης.

Εντούτοις όλα αυτά δεν ψυχραίνουν τον ενθουσιασμό του Λη Φέρμορ για τους πετσενέγκους, τις γλώσσες, τη βασιλική Φρουρά της Βουλγαρίας, η οποία παρήλαυνε με το βήμα της χήνας κατά μήκος της λεωφόρου Ζαρ Οζβομπόντιτελ (μτφ. απ’ τα βουλγάρικα «Η θέρμη των Ελευθερωτών») , τους τσιγγάνους με την αρκούδα, τα μοναστήρια, τους βαλκανικούς πολέμους,  την ανάμνηση του επικού Αλεξάντερ Σταμπουλίσκι, που τον κατακρεούργησαν οι τούρκοι με τα γιαταγάνια τους στο μεγάλο δρόμο της βουλγάρικης πρωτεύουσας, τα χελιδόνια που πετούσαν συναρπαστικά κοντά στο κεφάλι του, με τον ήχο των ψαλιδιών ενός κουρέα… Σε μια μαγική στιγμή είδε το Οριάν Εξπρές να περνά. Μιαν άλλη, ένα πελώριο σμήνος χιλιάδων πελαργών, το πουλί τοτέμ του ταξιδιώτη και η εικόνα της περιπέτειάς του. Κοιτάζοντας τον ουρανό μια νύχτα, περιγράφει τον αστερισμό του Ωρίωνα «να λάμπει σαν πολωμένο διαμάντι παγωμένων κρυστάλλων».

Είναι δύσκολο να επιλέξεις ένα επεισόδιο  από τις θαυμάσιες και περίτεχνες σελίδες του βιβλίου «Ο Κομμένος Δρόμος-Η Τελευταία Διαδρομή». Στο Βουκουρέστι χορταίνει σε έναν οίκο ανοχής, χωρίς να δώσει λογαριασμό και καταλήγει να υιοθετηθεί από την μαντάμ Τάνια-αφού παραδίνεται απαγγέλλοντας Πούσκιν- σε κείνη και τους μαθητές της. Στην ίδια πόλη γνωρίζει τους Μούσκαλι, μιαν αίρεση ανδρών, οι οποίοι αυτοευνουχήθηκαν και δουλεύουν σαν αμαξάδες, και αποθαυμάζει έναν ουλαμό λογχοφόρων με φουντωτές κάσκες, ασπίδες και δόρατα με σερπαντίνες. Στη Βάρνα σε ένα κοιμητήριο είδε πτώμα για πρώτη φορά στη ζωή του, και στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ενώ σκεπτόταν τον Οβίδιο, γράφει: «Ένα άγριο και μυθικό πνεύμα επέπλεε πάνω στα κύματα, σαν να ήταν αυτή η ακτή  ακόμη και το τέλος του κόσμου, το σκοτεινό άκρο της πραγματικότητας, πέραν της οποίας άρχιζε ένα νεφέλωμα θρύλων, δοξασιών και εικασιών». Γνώρισε τους σαρακατσάνους, τους θρυλικούς νομάδες των Βαλκανίων. Μια νύχτα, είχε χαθεί στο μοναχικό του περίπατο κι αισθανόταν ηττημένος κι εξαντλημένος, πάνω από μια σπηλιά, που κατέφευγαν βούλγαροι βοσκοί και έλληνες ψαράδες. Μοιράζεται μαζί τους δυο μπουκάλια ρακή και παρευρίσκεται σε ένα θέαμα με χορούς και τραγούδια αρχαία, που τον συναρπάζουν και που έχει μια πρώτη εμπειρία για τα όμοια βράδια , που μετά θα ζήσει στην Κρήτη. Στους έλληνες ανακαλύπτει ότι  λατρεύουν τον λόρδο Βύρωνα, του οποίου τα βήματα θα ακολουθήσει…

Το χειρόγραφο τελειώνει στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας με απότομο τρόπο

Ο Πάντυ πέθανε, τα βιβλία τέλειωσαν, μαζί με αυτά, που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει  και είναι δύσκολο να μην αισθανθεί κανείς μια μεγάλη θλίψη, αφού θα έχει περιδιαβεί αυτή την τελευταία διαδρομή. Τώρα πια δεν υπάρχει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ. Όμως τίποτε δεν μας εμποδίζει να ξανανοίξουμε τα παλιά και αγαπημένα βιβλία του και να αρχίσουμε να ξαναταξιδεύουμε. Ξέροντας ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν φτάνουμε στην Κωνσταντινούπολη, όσο μακριά κι αν πάμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: