Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Victor, sed victus [Victor Hugo, μετ. ΦΚ]

Victor, sed victus

Je suis, dans notre temps de chocs et de fureurs,
Belluaire, et j’ai fait la guerre aux empereurs ;
J’ai combattu la foule immonde des Sodomes ;
Des millions de flots et des millions d’hommes
Ont rugi contre moi sans me faire céder ;
Tout le gouffre est venu m’attaquer et gronder,
Et j’ai livré bataille aux vagues écumantes,
Et sous l’énorme assaut de l’ombre et des tourmentes
Je n’ai pas plus courbé la tête qu’un écueil ;
Je ne suis pas de ceux qu’effraie un ciel en deuil,
Et qui, n’osant sonder les styx et les avernes,
Tremblent devant la bouche obscure des cavernes ;
Quand les tyrans lançaient sur nous, du haut des airs,
Leur noir tonnerre ayant des crimes pour éclairs,
J’ai jeté mon vers sombre à ces passants sinistres ;
J’ai traîné tous les rois avec tous leurs ministres,
Tous les faux dieux avec tous les principes faux,
Tous les trônes liés à tous les échafauds,
L’erreur, le glaive infâme et le sceptre sublime,
J’ai traîné tout cela pêle-mêle à l’abîme ;
J’ai devant les césars, les princes, les géants
De la force debout sur l’amas des néants,
Devant tous ceux que l’homme adore, exècre, encense,
Devant les Jupiters de la toute-puissance,
Été quarante ans fier, indompté, triomphant ;
Et me voilà vaincu par un petit enfant.



Με λένε Βίκτωρα, σημαίνει νικητής, αλλά εγώ είμαι ένας ηττημένος

Ζω μες στα χρόνια των μεγάλων κλονισμών, των τρόμων,
Σαν ένας μονομάχος, που πολέμησε τυράννους, βασιλιάδες.
Πολέμησα το αχρείο πλήθος των Σοδόμων.
Μυριάδες κύματα, μυριάδες άνθρωποι
Ουρλιάζαν εναντίον μου, δίχως να με πτοήσουν.
Όλη η άβυσσος ήρθε να  μου επιτεθεί και να με 
Απειλήσει,
Κι έδωσα μάχες με τα αφρισμένα κύματα,
Και κάτω από την λυσσαλέα επίθεση των σκιών, 
Των καταιγίδων.
Δεν είμαι από κείνους, που τρομάζει ένας ουρανός
Θανατερός,
Και που δεν το τολμούν τα βάλτα να βυθομετρούν 
Ή τα νερά της στύγας,
Τόσο που τρέμουν μπρος στο άνοιγμα
Των σκοτεινών σπηλιών.
Σαν οι τυράννοι εξακοντίζαν εναντίον μας
Απ’ των αιθέρων τα ύψη,
Το μαύρο τους τον κεραυνό, που είχε τα εγκλήματα
Σαν λάμψεις,
Έριξα το σκοτεινό μου στίχο στους αβυσσαλέους περαστικούς.
Έσυρα όλους τους μονάρχες με τα υπουργεία,
Όλους τους ψεύτικους θεούς με τις κούφιες αρχές τους,
Όλους τους θρόνους με τα υψωμένα ικριώματα,
Το σφάλμα, την απαίσια ρομφαία  και το εξαίσιο σκήπτρο,
Όλα τα έσυρα και τάριξα ανάκατα στην άβυσσο.
Μπρος απ’ τους καίσαρες, τους πρίγκηπες, 
Τους γίγαντες της δύναμης, έμεινα ορθός
Μπρος από τους σωρούς του μηδενός,
Μπρος από κείνους, που ο κόσμος λατρεύει,
Μισεί και θυμιάζει,
Μπρος από τους Δίες της παντοδυναμίας,
Στάθηκα σαράντα χρόνια αγέρωχος, ατίθασος,
Θριαμβευτής.
Και να! που τώρα εγώ κατ’ όνομα ο Νικητής
Από ένα μικρό παιδάκι είμαι ηττημένος. 


από το βιβλίο: L’art d’être grand-père [Η τέχνη τού να είσαι παππούς]

Δεν υπάρχουν σχόλια: