10 Αυγούστου 2020

Εποχές [Χρήστος Ι. Βατούσιος]


ΕΠΟΧΕΣ

Ο μικρός έριξε στους ώμους του το πανωφόρι του πατέρα κι έφυγε για το χωράφι. Ίσα που ξημέρωνε.
Τ' άρβυλα γεμισμένα μ' εφημερίδες και για ζωνάρι τραγόσκοινο στο ύψος του θώρακα.
Χρόνια είχε να γελάσει και τα χείλη του σχημάτιζαν μια μόνιμη υπάκουη γραμμή.
Σαν ανέβηκε στο λόφο τραβώντας για το βιός τους κι αντίκρισε τη θάλασσα ταράχτηκε.
Δεν την έβλεπε πρώτη φορά, όμως σήμερα σα να 'χε κάτι το αλλόφερτο, το αλαργινό.
Τα κύματα τα ‘βλεπε κατσίκια που χοροπηδούσαν. Τα βότσαλα πολύχρωμα λουλούδια που λαμποκοπούσαν, κι ανάμεσα παιδιά, μαγεμένα γελαστά παιδιά, να ζυμώνουν όλο τ' απόσταγμα της ζωής σ' ένα τους γέλιο.
Βάλθηκε να τρέχει προς τη μεριά τους κουτρουβαλώντας, πέταξε τα παράτερα ρούχα του και άρχισε να φωνάζει γυμνός.
Κωστή, Λενιώ, Στράτο, ο χειμώνας πέθανε, τ' ακούτε πέθανε!

Πηγή: drasivrilissia.gr.


Δεν υπάρχουν σχόλια: