05 Ιουνίου 2025

And Thou Too [Voltairine de Cleyre]

Και Συ Επίσης

Το φως τού φεγγαριού σαν ποτάμι κυλά,
Η σιωπή σα θάλασσα ρέει·
Και πέρα εκεί, που οι ανατολικοί άνεμοι ριγούν,
Ο αποχαιρετισμός μου ταξιδεύει σε σένα.

Στη νύχτα όπως, μετά που το ηλιόγερμα σβήνει
Και τ’ αστέρια στους ουρανούς έχουν ανέβει,
Μες σ’ ένα κρύο, σκοτεινό και μοναχικό «για πάντα»
Λάμπει το φως στων ποιητών τα μάτια.

Και κάποιες φορές που εξαντλούμαι,
Όταν το μονοπάτι είν’ Άγριο και μ’ αγκάθια γεμάτο,
Πίσω κοιτώ, στα Μάτια, στο λυκόφως,
Πίσω στα μάτια που χαμογελούσαν.

Και για ένα στεφάνι, σαν ουράνιο τόξο, παρακαλώ
Απ’ το όμορφο παρελθόν να γλιστρήσει,
Να με Στεφανώσει ξανά με κείνη τη δυνατή, γλυκιά αγάπη
Να με κρατήσει και να με σφίξει γερά.

Γιατί ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με πέταλα δροσερά,
Καλυμμένος είναι με καρδιές που οδύρονται,
Κι οι πληγές που πατώ μια βαθύτερη αγγίζουνε πηγή 
Απ' ό,τι νομίζεις πως αντέχω να κρατώ.

Με τα χρόνια θα προχωρώ χωρίς εσένα,
Πάντα όμως το χτύπημα θα νιώθω
Που μου προκάλεσε βαθύτερο πόνο
Απ’ όσο ποτέ θα ξέρεις.

Για τα δάκρυα που κείνο το  βράδυ στα χέρια μου πέσαν
Κάτω απ’ το μυστικιστικό λαμπερό φεγγάρι,
Ήταν μια δροσιά ιερή, καθαγιασμένη εκεί,
Στην καρδιά τού Ιούνη, από τα ρόδα αλλοιωμένη.

Και η καρδιά που χτυπούσε, στη δικιά μου επάνω,
Σαν πουλί που φτερουγίζει, επώδυνα πληγωμένο,
Με τη φωλιά του σπασμένη, έρημη, σκισμένη,
Εκεί θα χτυπάει για πάντα.

Αλλά ο κόσμος προχωρά, κι η θλιβερή Γη
Ακόμα στενάζει στον τερατώδη πόνο·
Και τ’ αστέρι ωστόσο που μ’ οδηγεί δείχνει μπροστά,
Αν και σα βροχή πέφτουν οι κόκκινες σταγόνες!

Αλίμονο, δεν πάω σε μια έκρηξη φωτός,
Ούτε για τρένο θριάμβου να κραυγάσω·
Κατεβαίνω να φιλήσω τής θλίψης τα κατακάθια,
Και το Κύπελλο τού Πόνου ολόκληρο να πιω.

Κι αν ένα ικρίωμα ή ένας σταυρός περιμένει
Κάτω απ’ το φως τού ασημένιου μου αστεριού,
Το ξέρω και δεν με νοιάζει: ξέρω μονάχα
Πως δεν θα σταματήσω κι ας είναι μακριά.

Παρόλο που μια ζωή στο σταυρό με περιμένει ή ένας θάνατος αγωνιώδης,
Μπορεί μακρύς, μπορεί γρήγορος και σκληρός,
Γερά είμαι πιασμένη στ’ ατελείωτο νήμα
Στου Πεπρωμένου το υφάδι.

Και δεν δειλιάζω, κι ας με πλημμυρίζει,
Ένα κύμα πόνου, πότε πότε,
Καθώς αυτά σκέφτομαι, τα «πιο στενόχωρα απ’ όλα τα στενόχωρα λόγια»,
Το θλιβερό «θα μπορούσε να ήταν.»

«Θα μπορούσε να ήταν» – δεν πρόκειται να ‘ναι·
Και οι ήχοι τού «αποχαιρετισμού τού κύκνου» σου
Λυπητερά ηχούν, με σοβαρότητα μέσα μου βαθιά
Όπως η φωνή μιας καμπάνας που θρηνεί.

Αχ, τα πέταλά σου μάζεψε και πήγαινέ τα πίσω
Στη νεκρή καρδιά κάτω απ’ τη δροσιά·
Και στέψε την εκεί ξανά με το κόκκινο τής αγάπης άνθος,
Γιατί οι νεκροί είναι πάντα αληθινοί.

Αλλά μην επιστρέψεις «στο ίζημα»
Στης θάλασσας τη λάσπη που μουγκρίζει,
Γιατί ένας καλύτερος κόσμος σού ανήκει,
Κι ένας καλύτερος φίλος σε μένα.


And Thou Too

The moonlight rolls down like a river,
The silence streams out like a sea;
And far where the eastern winds quiver,
My farewell goes floating to thee.

Like night, when the sunset is fading
And starbeams troop up in the skies,
Through a cold, dark and lonely forever
Gleams the light of the poet eyes.

And sometimes when I am weary,
When the path is thorny and Wild,
I’ll look back to the Eyes in the twilight,
Back to the eyes that smiled.

And pray that a wreath like a rainbow
May slip from the beautiful past,
And Crown me again with the sweet, strong love
And keep me and hold me fast.

For the way is not strown with petal soft,
It is covered with hearts that weep,
And the wounds I tread touch a deeper source
Than you think it mine to keep.

Down the years I shall move without you,
Yet ever must feel the blow
That caused me a deeper pain to give
Than you will ever know.

For the tears that dropped on my hands that night
‘Neath the mystical shining moon,
Were a sacred dew, consecrated there,
On the rose-altered heart of June.

And the heart that beat against mine like a bird
That is fluttering, wounded sore,
With it’s nest all broken, deserted, torn,
Will beat there forevermore.

But the world moves on, and the piteous Earth
Still groans in the monster pain;
And the star that leads me points onward yet,
Though the red drops fall like rain!

Ah, not to a blaze of light I go,
Nor shouts of a triumph train;
I go down to kiss the dregs of woe,
And drink up the Cup of Pain.

And whether a scaffold or crucifix waits
‘Neath the light of my silver star,
I know and I care not: I only know
I shall pause not though it be far.

Though a crucified life or an agonized death,
Though long, or quick and sharp,
I am firmly wrought in the endless thread
Of Destiny’s woof and warp.

And I do not shrink, though a wave of pain
Sobs over me now and then,
As I think of those “saddest of all sad words,”
The pitiful “might have been.”

“It might have been” — it is not to be;
And the tones of your “swan’s farewell”
Ring sadly, solemnly deep to me
Like the voice of a sobbing bell.

Ay, gather your petals and take them back
To the dead heart under the dew;
And crown it again with the red love bloom,
For the dead are always true.

But go not “back to the sediment”
In the slime of the moaning sea,
For a better world belongs to you,
And a better friend to me.

St. Johns, Michigan, 1888

Πηγές:


Δεν υπάρχουν σχόλια: