04 Δεκεμβρίου 2025

The Insects that wooed a wifeless Man [Greenland’s Eskimos]

ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΝ ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ ΧΩΡΙΣ ΣΥΖΥΓΟ

Κάποτε ζούσε ένας άντρας χωρίς σύζυγο. Ναι, έτσι ξεκινάει πάντα μια ιστορία. Αυτός συνήθιζε να τρέχει προς τα κορίτσια, κάθε φορά που τα ‘βλεπε να παίζουν, και τα νεαρά κορίτσια πάντα τρέχανε μακριά του στα σπίτια τους.
Κι όταν ερχόταν η εποχή τού μεγάλου κυνηγιού και οι άντρες με τα καγιάκ ζούσανε πλουσιοπάροχα, πάντοτε συνέβαινε αυτός να κοιμάται ντροπιαστικά όποτε αποφάσιζε να βγει για κυνήγι. Δεν ξυπνούσε μέχρι που έδυε ο ήλιος και οι κυνηγοί αρχίζανε να επιστρέφουνε με τα αλιεύματά τους.
Μια μέρα, όταν ξύπνησε, ως συνήθως γύρω στο ηλιοβασίλεμα, μπήκε ωστόσο στο καγιάκ του και κωπηλάτησε. Μόλις χάθηκε από τα σπίτια, άκουσε έναν άντρα να φωνάζει: «Το καγιάκ μου ανατράπηκε, βοηθήστε με».
Και κωπηλατώντας πλησίασε και αφού το έφερε πάλι στα ίσια, είδε ότι ήταν ένας από τους Χωρίς Μύτη, τους ανθρώπους από κάτω από τη γη.
«Τώρα θα σου δώσω όλα μου τα δερμάτινα λουριά με στολίδια από χαυλιόδοντα θαλάσσιου ίππου», είπε ο άντρας που είχε αναστατωθεί.
«Όχι», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο• «τέτοια πράγματα δεν είμαι άξιος να δεχτώ• το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να ξεπεράσω είναι η άθλια υπνηλία μου».
«Πρώτα ακολούθησέ με στη στεριά», είπε ο Άνθρωπος τής Φωτιάς. Και μπήκανε μαζί (στο καγιάκ).
Όταν φτάσανε, ο Χωρίς Μύτη είπε: «Αυτός είναι ο άνθρωπος που μου έσωσε τη ζωή όταν κόντεψα να πεθάνω.»
«Συνέβη και σε έσωσα επειδή η πορεία μου συνάντησε κάθετα τη δική σου», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο. «Είναι η πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες που βγαίνω έξω με το καγιάκ μου».
«Ένα και μόνο θηρίο θα μπορείς να διαλέξεις όταν θα είσαι στον δρόμο τής επιστροφής. Και πρόσεχε να μην πεις ποτέ τι είδες, αλλιώς θα πάει άσχημα το κυνήγι σου μετά».
Αυτά ήτανε τα λόγια τού Άνθρωπου τής Φωτιάς. Και μετά ο άντρας χωρίς σύζυγο κωπηλάτησε προς το σπίτι.
Όταν όμως έφτασε η ώρα τής αναμενόμενης επιστροφής του, δεν φαινότανε πουθενά, τα νεαρά κορίτσια αρχίσανε να χαίρονται για την ατυχία που έπρεπε να τον είχε βρει. Γιατί δεν αντέχανε να βλέπουν αυτόν τον άντρα.
Αλλά τότε ξαφνικά εμφανίστηκε να στρίβει προς το μέρος τους και αμέσως όλες αρχίσανε να φωνάζουν: «Να ένας που μοιάζει με τον άντρα χωρίς σύζυγο».
Και τότε όλα τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια τρέξανε στα σπίτια τους.
«Είναι ο άντρας χωρίς σύζυγο που έστησε παγίδα», ούρλιαξε μία.
Και μόλις άρχιζε να βραδιάζει ο άντρας χωρίς σύζυγο πήγαινε να ξεκουραστεί﮲ και μόλις χάραζε ο άντρας χωρίς σύζυγο έβγαινε για κυνήγι, πολύ πιο πριν από τους συγχωριανούς του﮲ και μόλις εμφανιζόταν ο ήλιος στον ουρανό ο άντρας χωρίς σύζυγο επέστρεφε σπίτι με τρεις φώκιες και οι συγχωριανοί του κυνηγοί μόλις ετοιμαζόντουσαν να ξεκινήσουν.
Έτσι περνούσαν οι μέρες για αυτόν τον άντρα χωρίς σύζυγο. Νωρίς το πρωί έβγαινε και όταν ο ήλιος μόλις άρχιζε να ανεβαίνει στον ουρανό, επέστρεφε σπίτι με την ψαριά του.
Τότε τα ανύπαντρα κορίτσια αρχίσανε να συζητάνε μεταξύ τους.
«Τι απέγινε ο άντρας μας χωρίς σύζυγο;» είπαν, και αρχίσανε να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποια θα κερδίσει την εύνοιά του.
«Αφήστε με, αφήστε με», φώναξαν όλοι μαζί.
Και ο άντρας χωρίς σύζυγο γύρισε προς το μέρος τους και διάλεξε γελώντας την καλύτερη από το τσούρμο.
Και τώρα ζούσανε μαζί, ο άντρας χωρίς σύζυγο και το κορίτσι, και κάθε μέρα υπήρχε φρέσκο αλιευμένο κρέας φώκιας για να τεμαχιστεί. Κάποτε αυτή κουράστηκε και φώναξε: «Γιατί πάντοτε πιάνεις τόσο μεγάλη ποσότητα;»
«Χμ», είπε. «Οι φώκιες έρχονται από μόνες τους, και τις πιάνω – αυτό είναι όλο».
Αλλά συνέχισε να τον ρωτάει, και έτσι τελικά τής είπε: «Έτσι έγινε: Κάποτε...». Αφού τα είπε όλα αναλυτικά, σταμάτησε και ξεκουράστηκε. Αλλά άργησε μέχρι να μπορέσει να κοιμηθεί και ο ήλιος ήτανε λίγο πάνω από τα σπίτια τού χωριού όταν ξύπνησε και ξεκίνησε την επόμενη μέρα.
Εκείνη την ημέρα έπιασε μόνο μια φώκια.
Το βράδυ, η γυναίκα του άρχισε πάλι να ρωτάει και να ξαναρωτάει, και βλέποντας ότι δεν σταματούσε, τελικά τής είπε: «Έτσι έγινε. Κάποτε... λοιπόν, ξύπνησα το βράδυ, κωπηλάτησα και άκουσα έναν άντρα να φωνάζει για βοήθεια, επειδή το καγιάκ του είχε ανατραπεί. Κωπηλάτησα προς το μέρος του και το ίσιωσα πάλι, και όταν τον κοίταξα είδα πως ήταν ένας από τους Χωρίς Μύτη.» 
«Ήτανε καλό που δεν άργησες να περιπλανιέσαι κοντά στα σπίτια», μου είπε ο Χωρίς Μύτη.
«Μόλις μπήκα στο καγιάκ μου», είπα.
Κι έτσι διηγήθηκε όλα όσα τού είχανε συμβεί εκείνη την ημέρα και από εκείνη τη στιγμή και μετά έχασε την ικανότητά του να κυνηγάει, γιατί τώρα η παλιά του υπνηλία τον έπιασε για άλλη μια φορά και τα έχασε όλα.
Τελικά δεν είχε ούτε αρκετά δέρματα για να δώσει στη γυναίκα του για τα ρούχα της, κι έτσι εκείνη έφυγε τρέχοντας μακριά και τον άφησε. Ξεκίνησε να την κυνηγάει, αλλά εκείνη διέφυγε μέσ’ από μια σχισμή στα βράχια, ένα στενό μέρος από όπου μπορούσε απλώς να περάσει.
Τώρα έστησε ενέδρα εκεί, και σύντομα άκουσε έναν ψίθυρο από μέσα: «Βγες έξω σ’ αυτόν» και βγήκε έξω μια κρεατόμυγα και είπε: «Πάρε με».
«Δεν θα σε πάρω», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο, «γιατί μαζεύεις την τροφή σου από τους σωρούς τής λάσπης και της κοπριάς».
Η κρεατόμυγα γέλασε, σύρθηκε πάλι πίσω, και την άκουσε να λέει: «Δεν θα με πάρει, επειδή μαζεύω το φαγητό μου από τους σωρούς τής λάσπης και της κοπριάς.»
Έπειτα ακουστήκανε κι άλλοι ψίθυροι από μέσα.
«Τώρα βγες έξω.»
Και βγήκε μια μύγα.
«Μπορείς να με έχεις», είπε αυτή.
«Ευχαριστώ», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο, «αλλά δεν με νοιάζει καθόλου για σένα. Έτσι κι αλλιώς γεννάς τα αυγά σου και τα μάτια σου είναι αποκρουστικά μεγάλα.»
Ακούγοντάς αυτό, η μύγα, γέλασε και μπήκε μέσα με το ίδιο μήνυμα όπως πριν.
Πάλι ακούστηκε ένας ψίθυρος από μέσα.
«Πάρε με», είπε η μύγα γερανός.
«Όχι, τα πόδια σου είναι πολύ μακριά», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο. Και η μύγα γερανός μπήκε πάλι μέσα γελώντας.
Τότε βγήκε μια σαρανταποδαρούσα.
«Πάρε με.»
«Δεν θα σε πάρω», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο, «γιατί έχεις πάρα πολλά πόδια, το σώμα σου κολλάει στο έδαφος με όλα αυτά τα πόδια και τα μάτια σου είναι απλά απαίσια.»
Και η σαρανταποδαρούσα γέλασε κακαριστά και μπήκε πάλι μέσα.
Ψιθυρίσανε πάλι εκεί μέσα, και βγήκε μια σκνίπα.
«Πάρε με», είπε η σκνίπα.
«Όχι ευχαριστώ γιατί εσύ δαγκώνεις», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο. Και η σκνίπα μπήκε πάλι μέσα, γελώντας.
Στο τέλος η γυναίκα του τον πρόσταξε να μπει μέσα σε αυτήν, αφού δεν ήθελε κανέναν από τους άλλους και τελικά κατάφερε να στριμώξει το σώμα του μέσ’ από τη σχισμή και μετά την πήρε πάλι γυναίκα του.
«Χτένισε τα μαλλιά μου», είπε ο άντρας χωρίς σύζυγο, τώρα πολύ χαρούμενος για άλλη μια φορά.
Και η γυναίκα του άρχισε, και του είπε τα εξής λόγια: «Μην ξυπνήσεις μέχρι να αρχίσει ο φουλμάρος (σ.σ. είδος γλάρου) να φωνάζει: κοιμήσου μέχρι να ακούσουμε έναν ήχο νεαρών πουλιών.»
Και αποκοιμήθηκε.
Κι όταν τελικά ξύπνησε ήταν ολομόναχος. Η γη ήτανε μπλε από το καλοκαίρι και ο φουλμάρος φώναζε με θόρυβο από το κρημνώδη βράχο των πουλιών. Και ήτανε χειμώνας όταν σύρθηκε (έξω) μέσ’ από τη ρωγμή.
Όταν κατέβηκε στο καγιάκ του, το δέρμα (του καγιάκ) είχε σαπίσει από το χρόνο.
Και μετά υποθέτω ότι έφτασε σπίτι όπως συνήθως, και τώρα θα κάθεται ξύνοντας τον εαυτό του χαλαρά.



THE INSECTS THAT WOOED A WIFELESS MAN 

There was once a wifeless man. 
Yes, that is the way a story always begins. 
And it was his custom to run down to the girls whenever he saw them out playing. And the young girls always ran away from him into their houses. 
And when the time of great hunting set in, and the kayak men lived in plenty, it always happened that he shamefully overslept himself every time he had made up his mind to go out hunting. He did not wake until the sun had gone down, and the hunters began to come in with their catch in tow. 
One day when he awoke as usual about sunset, he got into his kayak all the same, and rowed off. Hardly had he passed out of sight of the houses, when he heard a man crying: “My kayak has upset, help me." 
And he rowed over and righted him again, and then he saw that it was one of the Noseless Ones, the people from beneath the earth. 
"Now I will give you all my hide thongs with ornaments of walrus tusk," said the man who had upset. 
"No," said the wifeless man; "such things I am not fit to receive; the only thing I cannot overcome is my miserable sleepiness." 
"First come in with me to land," said the Fire Man. And they went in together. 
When they reached the place, the Noseless One said: "This is the man who saved my life when I was near to death." 
"I happened to save you because my course lay athwart your own," said the wifeless man. "It is the first time for many days that I have been out at all in my kayak." 
"One beast and one only you may choose when you are on your homeward way. And be careful never to tell what you have seen, or it will go ill with your hunting hereafter." 
Those were the Fire Man's words. And then the wifeless man rowed home. 
But when the time for his expected return had come, he was nowhere to be seen, and the young girls began to rejoice at the misfortune which must have befallen him. For they could not bear the sight of that man. 
But then suddenly he came in sight round the point, and at once all cried: "Here comes one who looks like the wifeless man." 
And then all the young unmarried girls ran into their houses. 
"And the wifeless man has made a catch," one cried. 
And hardly had the evening begun to fall when the wifeless man went to rest, and hardly had the light appeared when the wifeless man went out hunting, long before his fellows. Hardly had the sun appeared in the sky, when the wifeless man came home with three seals. And his fellow-hunters were then but just preparing to set out. 
Thus the days passed for that wifeless man. Early in the morning he would go out, and when the sun had only just begun to climb the sky, he would come home with his catch. 
Then the unmarried girls began talking together. 
"What has come to our wifeless man," they said, and began to vie with one another in seeking his favour. 
"Let me, let me," they cried all together. 
And the wifeless man turned towards them, and laughingly chose out the best in the flock. 
And now they lived together, the wifeless man and the girl, and every day there was freshly caught seal meat to be cut up. At last she grew weary, and cried: "Why ever do you catch such a terrible lot?" 
"H'm," said he. "The seals come of themselves, and I catch them – that is all." 
But she kept on asking him, and so he said at last: "It was in this way. Once...." But having said thus much, he ceased, and went to rest. But it was long before he could sleep. And the sun was just over the houses of the village before he awoke and set out next day. 
That day he caught but one seal. 
In the evening, his wife began again asking and asking, and seeing that she would not desist, at last he said: "It was in this way. Once ... well, I woke up in the evening, and rowed out, and heard a man crying for help, because his kayak had upset. And I rowed up to him and righted him again, and when I looked at him, it was one of the Noseless Ones." 
"'It was a good thing you were not idling about by the houses,' said the Noseless One to me. 
"'I had but just got into my kayak,'" said I. 
And thus he told all that had happened to him that day, and from that time forward he lost his power of hunting, for now his old sleepiness came over him once more, and he lost all. 
At last he had not even skins enough to give his wife for her clothes, and so she ran away and left him. He set off in chase, but she escaped through a crevice in the rocks, a narrow place whereby he could just pass. 
Now he lay in wait there, and soon he heard a whispering inside: "You go out to him." 
And out crawled a blowfly, and said: "Take me." 
"I will not take you," said the wifeless man, "for you pick your food from the muck-heaps." 
The blowfly laughed and crawled back again, and he could hear it say: "He will not take me, because I pick my food from the muck-heaps." 
Then there was more whispering inside. 
"Now you go out." 
And out came a fly. 
"You may have me," it said. 
"Thanks," said the wifeless man, "but I do not care for you at all. You lay your eggs about anyhow, and your eyes are quite abominably big." 
At this the fly laughed, and went inside with the same message as before. 
Again there was a whispering inside. 
"Take me," said the cranefly. 
"No, your legs are too long," said the wifeless man. And the cranefly went in again, laughing.
Then out came a centipede. 
"Take me." 
"I will not take you," said the wifeless man, "for you have far too many legs. Your body clings to the ground with all those legs, and your eyes are simply nasty." 
And the centipede laughed a cackling laugh and went in again. 
They whispered together again in there, and out came a gnat. 
"Take me," said the gnat. 
"No thanks, you bite," said the wifeless man. And the gnat went in again, laughing. 
And then at last his wife bade him come in to her, since he would have none of the others, and at last he just managed to squeeze his body in through the crack, and then he took her to wife again. 
"Comb my hair," said the wifeless man, now very happy once more. 
And his wife began, and said words above him thus: "Do not wake until the fulmar begins to cry: sleep until we hear a sound of young birds." 
And he fell asleep. 
And when at last he awoke, he was all alone. The earth was blue with summer, and the fulmar cried noisily on the bird cliff. And it had been winter when he crawled in through the crack. 
When he came down to his kayak, the skin was rotted through with age. 
And then I suppose he reached home as usual, and now sits scratching himself at ease.

Πηγή: gutenberg.org.

Δεν υπάρχουν σχόλια: