Ο Ukaleq, λένε οι άντρες, ήταν ένας δυνατός άντρας. Κάθε φορά που άκουγε νέα για θηράματα, ακόμα κι αν επρόκειτο για μια μεγάλη αρκούδα, το μόνο που έκανε ήτανε να βγει να την κυνηγήσει, και ποτέ δεν αποτύγχανε να τη σκοτώσει.
Με το που ήρθε ο χειμώνας και ο πάγος έγινε σκληρός, οι άντρες αρχίσανε να βγαίνουνε για να κυνηγήσουν αρκούδες στον πάγο. Μια μέρα εμφανίστηκε μια μεγάλη αρκούδα. Ο Ukaleq ξεκίνησε να την κυνηγάει, αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν εύκολο να τη σκοτώσει.
Μόλις η αρκούδα είδε τον Ukaleq άρχισε να τον καταδιώκει. Ο Ukaleq τράπηκε σε φυγή, αλλά κάποτε κουράστηκε. Έτσι, κατάφερνε να την τραυματίζει, να της ξεφεύγει για λίγο, αλλά αυτή πάλι τον έφτανε μέχρι που τελικά τραυματίστηκε σοβαρά και αυτός και η αρκούδα και πέσανε αμφότεροι ταυτόχρονα νεκροί.
Τώρα, μόλις οι σύντροφοί του ήρθανε να δούνε την αρκούδα, τα δόντια της αρχίσανε να ψιθυρίζουνε και τότε κατάλαβαν ότι ο Ukaleq είχε σκοτωθεί από μια Μαγική Αρκούδα. Και επειδή δεν μπορούσανε να τη βοηθήσουν, πήρανε το νεκρό άντρα μαζί τους στο χωριό. Και τότε η μητέρα του είπε: «Ξαπλώστε τον στη μέση τού πατώματος με ένα κομμάτι δέρμα από κάτω του.» Είχε κρατήσει το ρούχο που φορούσε όταν ήτανε μικρό παιδί και τώρα, που ήτανε νεκρός, το έβαλε στην τσάντα μεταφοράς της και πήγε με αυτό στο μαγειρείο στο διάδρομο. Και όταν έφτασε εκεί, είπε: «Για πέντε μέρες ούτε θα φάω ούτε θα πιω».
Έπειτα άρχισε να χαϊδεύει το ρούχο, μες την τσάντα, για να ησυχάσει σα να ήτανε παιδί και συνέχισε έτσι μέχρι που τελικά, το ρούχο, άρχισε να κινείται μες στην τσάντα και ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να κινείται, βγήκανε μερικοί έξω από το σπίτι λέγοντας: «Ο Ukaleq αρχίζει να σαλεύει».
Αυτή συνέχισε έτσι και τελικά αυτό που είχε μες την τσάντα της άρχισε να προσπαθεί να βγει έξω. Και τότε ήρθε ένας από το σπίτι και είπε: «Ο Ukaleq άρχισε να αναπνέει και να σηκώνεται».
Δεν πρόλαβε να σώσει τα λόγια του και αυτό που ήτανε στην τσάντα πετάχτηκε έξω, κάνοντας όλο το σπίτι να τρέμει. Τότε έστησαν ένα κρεβάτι, για τον Ukaleq, στον πάγκο υποδοχής, στρώνοντας δέρματα πάνω στον πάγκο και τον τοποθετήσανε πάνω του καθιστό. Και αφού περάσανε πέντε μέρες, και μάλιστα χωρίς να φάει ή να πιει, συνήλθε και άρχισε πάλι να βγαίνει για κυνήγι.
Κατόπιν ήρθε ο χειμώνας και το πολύ κρύο και ο πάγος απλώθηκε πάνω από τη θάλασσα και όταν την κάλυψε καλά αρχίσανε να κάνουνε πνευματικές επικλήσεις. Τα χωριά ήτανε κοντά το ένα στο άλλο και όλοι πηγαίνανε να επισκεφτούν όλα τ’ άλλα χωριά.
Τελικά ο Ukaleq ξεκίνησε με την οικογένειά του για ένα κοντινό χωριό, όπου θα γινότανε μια μεγάλη πνευματική επίκληση. Το σπίτι όπου θα γινόταν ήτανε πολύ μεγάλο και είχε τρία παράθυρα. Και όμως είχε γεμίσει από τον κόσμο που είχε μαζευτεί.
Στο μέσο τής τελετής, της πνευματικής επίκλησης, μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία καθότανε σταυροπόδι πάνω στο παγκάκι, γύρισε προς τους άλλους και είπε: «Ακούσαμε πως το περασμένο φθινόπωρο ο Ukaleq είχε σκοτωθεί από μια Μαγική Αρκούδα». Αμέσως, με το που είπε αυτά τα λόγια, ένας ηλικιωμένος άντρας χωρίς σύζυγο γύρισε προς το μέρος της και είπε: «Μήπως ήτανε τυχαίο ότι η Μαγική Αρκούδα που τον σκότωσε ήτανε δική σου;»
Τότε, η ηλικιωμένη γυναίκα γύρισε προς τους άλλους και είπε: «Δική μου; Μα πού θα μπορούσα να έχω κρυμμένο ένα τέτοιο πράγμα;»
Αλλά αφού το είπε αυτό, δεν κουνήθηκε ξανά. Ξέχασε ακόμη και να αναπνεύσει, από ντροπή που την είχε ανακαλύψει και την ξεμπρόστιασε ο άντρας χωρίς σύζυγο, και έτσι πέθανε επί τόπου.
Μετά από αυτό, η Ukaleq επέστρεψε σπίτι του και δεν ξαναβγήκε ποτέ για κυνήγι αρκούδων.
Εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία.
UKALEQ
Ukaleq, men say, was a strong man. Whenever he heard news of game, even if it were a great bear, he had only to go out after it, and he never failed to kill it.
Once the winter came, and the ice grew firm, and then men began to go out hunting bears on the ice. One day there was a big bear. Ukaleq set off in chase, but he soon found that it was not to be easily brought down.
The bear sighted Ukaleq, and turned to pursue him. Ukaleq fled, but grew tired at length. Now and again he managed to wound the beast, but was killed himself at last, and at the same time the bear fell down dead.
Now when his comrades came to look at the bear, its teeth began to whisper, and then they knew that Ukaleq had been killed by a Magic Bear. [7] And as there was no help for it, they took the dead man home with them. And then his mother said: "Lay him in the middle of the floor with a skin beneath him." She had kept the dress he had worn as a little child, and now that he was dead, she put it in her carrying bag, and went out with it to the cooking place in the passage. And when she got there, she said: "For five days I will neither eat nor drink."
Then she began hushing the dress in the bag as if it were a child, and kept on hushing it until at last it began to move in the bag, and just as it had commenced to move, there came some out from the house and said: "Ukaleq is beginning to quiver."
But she kept on hushing and hushing, and at last that which she had in the bag began trying to crawl out. But then there came one from the house and said: "Ukaleq has begun to breathe; he is sitting up."
Hardly was this said when that which was in the bag sprang out, making the whole house shake. Then they made up a bed for Ukaleq on the side bench, and placed skins under him and made him sit up. And after five days had passed, and that without eating or drinking, he came to himself again, and commenced to go out hunting once more.
Then the winter came, and the winter was there, and the ice was over the sea, and when the ice had formed, they began to make spirit callings. The villages were close together, and all went visiting in other villages.
And at last Ukaleq set out with his family to a village near by, where there was to be a big spirit calling. The house where it was to be held was so big that there were three windows in it, and yet it was crowded with folk.
In the middle of the spirit calling, there was an old woman who was sitting cross-legged up on the bench, and she turned round towards the others and said: "We heard last autumn that Ukaleq had been killed by a Magic Bear." Hardly had she said those words when an old wifeless man turned towards her and said: "Was it by any chance your Magic Bear that killed him?"
Then the old woman turned towards the others and said: "Mine? Now where could I have kept such a thing?"
But after saying that she did not move. She even forgot to breathe, for shame at having been discovered by the wifeless man, and so she died on the spot.
After that Ukaleq went home, and never went out hunting bears again.
Here ends this story.
Πηγή: gutenberg.org.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου