Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ύμνοι [Ρήγας Γκόλφης]

Κατωτέρω παρατίθενται οι "Ύμνοι" του ποιητή Ρήγα Γκόλφη από τα τεύχη του Νουμά, υπ' αριθμό 551, 559 και 578 (του 1915):

Ο Νουμάς - Τεύχος 551
Ο Νουμάς - Τεύχος 559
Ο Νουμάς - Τεύχος 578


Για τον αγώνα της ζωής.

Ω τον αγώνα της ζωής το μαύρο,
πως τονέ νοιώθω αργά να με συντρίβει!
Τη νύχτ’ αποσταμένος, στο καλύβι
σα γέρνω, λίγη ανάπαψη για να βρω,
ξυπνά βαθιά μου ο πόνος, που τον κρύβει
κάθε νευρί αργασμένο από το λαύρο
τον ατέλειωτο κόπο, και με θλίβει
την μπόρεση μου πια να μην ξανάβρω…
Και σα ροδίζοντας η αυγή, απ’ την άγια
τη χρυσαγκάλια του ύπνου με τινάξει,
δέχομαι της σκληρής ζωής τα μάγια
και τη δουλειά, με φρόνηση και τάξη.
Μ' απ' τη βουβή της φρόνησης μου θλίψη
κάλιο ένας κεραυνός να με συντρίψει…


Για ένα γέλιο.

Με το κρουστό σου γέλιο που δεν παύει,
σου πλάθω αληθινή τη ζουγραφιά σου.
Μια λάμψη αυγής το πρόσωπό σου ανάβει,
πλαταίνουν οι γραμμές της ομορφιάς σου
και κόσμοι αγγελικοί, του ονείρου σκλάβοι
σαλεύουν κι αναζούν ολόγυρα σου.
Ποιος είν’ αυτός που τον καημό του θάβει
σαν τ’ άρματ' αντηχούνε της χαράς σου;
Γοργοπετά η ζωή σου φτερωμένη.
Όπου ευωδιάζει άνθος το μέλι πίνει
Κι όμως μια Μοίρα αγνώριστη και ξένη
ωιμέ σου παραστέκει τη γαλήνη.
Κάτι άθελα το στήθος σου ταράζει,
Και σα λυγμός βαθής το γέλιο σκάζει.


Για ένα παλιό ποιητή.

Σεβαστέ ποιητή μου, αν σ' αγαπούσα
μ' όλη μου την αγνή, θερμή καρδιά μου,
στην αδρή σου φωνή, βαθιολαλούσα,
τα πιο γλυκά συνταίριασα όνειρα μου.
Πατέρας μου αγαθός. Τα βήματα μου
συ πρωτοδήγησες. Και σαν πετούσα
πλάι σου ψηλά, διπλή χαρά η χαρά μου,
διπλή η ζωή, ανοιχτή, φεγγοβολούσα…
Δε σε ξεχνώ. Κι αν άλλον κόσμο πλάθω,
μιαν αγκαλιά, μια δύναμη, μια ιδέα,
που να πλατύνει ό,τι έκαμες να μάθω
και να στήριξη μι' άλικη σημαία
ω ας είναι βαθειά μου να κρατούσα
μιαν αστραπή, από σε, φιλί. Τη Μούσα.


Για ένα νέο ποιητή.

Χρυσό παιδί, στον αλαφρό σου στίχο,
μ' όση δείλια η ζωή κι αν ανασαίνει,
γρικώ μιας άγνωρης φωνής τον ήχο,
που από κορφές απάτητες διαβαίνει.
Το θερμό λογισμό σου όπου συντύχω,
μια τέχνη απλή και νέα, συγκρατημένη
στο νόμο του λιτού κι αληθινού, στο στίχο
που κυματίζει και πετά, μ’ ευφραίνει.
Η αθώα καρδιά σου τίποτα δεν ξέρει.
Ψάχνεις, ορμάς τα πάντα να γνωρίσεις.
Πρώτη φορά στην τρικυμιά της ζήσης
τον εαυτό σου νοιώθεις να υποφέρει.
Με τον καημό σου το κοντύλι βάφεις...
Γι’ αυτό και συμπονώ γλυκά ό,τι γράφεις.


Για μια ταπεινή.

Πόσο γοργά η γλυκεία μορφή σου αλλάζει.
Πότε βαριά. ολοσκότεινη, θλιμμένη,
πότε ρόδο απαλό, χαρά ευωδιάζει,
πότε φλόγα καρδιάς ξεχειλισμένη
που μεθύσι το γέλιο εκεί πού σκάζει,
πότε θολή, προς τ’ όνειρο δομένη
στα μακρινά το λογισμό υποτάζει,
πότε χαμόγελο, το φως πληθαίνει…
Μα ό,τι σε σένα δεν αλλάζει: ο πόνος
που λέω θερμή σου γίνεται αναγάλια,
ο ξέχωρος, απλός, δικός σου τόνος,
η δειλιασμένη ολάνθιστη σου αγκαλιά,
κ' η γοργή σου λαλιά, καθάρια βρύση,
- τον παλμό της ζωής μου έχουν κρατήσει.


Για την Παθητική Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι.

Ελάτε ω τόνοι προς εμένα, ρυθμισμένοι,
στης ορχήστρας την πολύψυχη αρμονία.
Ελάτε απλοί, ζευγαρωτοί, δεμένοι
στο πάθος, στη λαχτάρα, στη μανία,
στη γλυκεία της ζωής μας τυραννία,
στα φτερά της γαλήνης απλωμένοι,
και λεύτεροι, λυμένοι, λυγισμένοι,
πλάστε τη δακρυσμένη συμφωνία…
Στην τρικυμιά σας μέσα, ολαρμενίζει
με την ψυχή απλωτή, λευκό πανάκι,
ο ανθρώπινος καημός πού σας φλογίζει.
Κι αν τώρ' αμέτρητα στοιχειά και δράκοι
τον πόνο αντιφωνούν όλου του κόσμου,
αχ πώς απολυτρώνεται ο δικός μου!


Γερνούν οι μέρες.


Πόθος κανείς δεν άγγιξε την ύπαρξη μου εμέ,
τα πάντα είναι σβησμένα,
και μητ' εσύ ω ερωτικέ βαθύτατε καημέ
μου λύγισες τα φρένα.

Δειλή μου ανάτειλε η ζωή, ρόδου χλωμού ευωδιά
σε στήθη αναστημένα,
κι' όσα όνειρα τρικύμισαν τη λεύτερη καρδιά
μου φύγαν τρυγημένα.

Γέρνουν οι μέρες ˙ μια στροφή θλιμμένου τραγουδιού,
γλυκός ρυθμός για μένα,
μα κάποια ορμή, σαν ξέσπασμα χαράς μικρού παιδιού,
μου γνέφει απελπισμένα.

Ω της ψυχής μου ανήλιαγε, πυκνέ, μαύρε δρυμέ
κυκλώνεις με ολοένα,
και σπαρταράς την άπλερη την ύπαρξή μου εμέ
στη λυρική μου πένα.


Θάλασσα.

Θάλασσα, πως λαχτάρησα στην άκρη σου να ‘ρθω
μια ζοφερή βραδιά,
να φέρω εμπρός στο κύμα σου το μανιασμένο, ορθό,
τη λυγισμένη μου καρδιά.

Να πω τους στίχους που έσπειρε κι' ανάδωσε λιτούς
σαν ώρα αγάπης εαρινής,
με τον ανθρώπινο καημό θρεμμένους, απ' αυτούς
που δε συμπόνεσε κανείς.

Και να τους πάρει η τρικυμιά, ο άνεμος, η βοή,
και να τους σύρει να χαθούν,
να ‘ναι για με παρηγοριά, στην άλλη μου ζωή
πως δε θα μισηθούν.


Για μια βίλλα.

Σπίτι, γαλήνιο μου, ήμερο, της μοναξιάς κελί
παράμερα ριμμένο,
τη φαντασία μου τράβηξες και την ψυχή, θολή
και τον καημό μου το θλιμμένο.

Ν’ αποξεχάσω λόγιασα τον κόσμο τον πικρό,
τη μισερή χλαλοή του,
που με ταπείνωσε βαθιά, και μ' έδειξε μικρό
στο κύλισμα και στην ορμή του.

Μα εδώ τα κυπαρίσσια σου ψηλά, πυκνά, λαός,
τη νύχτα και τη μέρα,
την τρικυμιά όλης της ζωής μου φέρνουν πάλι εμπρός
καθώς θρηνούν με τον αέρα.


Επίγραμμα.

Το καλοκαίρι μ' έλουσε στο δροσερό της νάμα
του γέλιου σου η χαρά.
Δέθηκαν το χινόπωρο με τον καημό μου αντάμα
τα μάτια σου ιλαρά.

Τον κρύο χειμώνα αστείρευτη με θέρμανε η λαλιά σου,
- μα εσύ δε μ' αγαπάς –
Την άνοιξη μαράθηκαν τα φύλλα της καρδιάς σου
κι άνθος του ονείρου, πας...


Για μιαν άκρη.

Γωνιά του πάρκου απόμερη, καμιά φωνή εδώ πέρα
δε φτάνει ˙ και γι’ αυτό
τη μοναξιά γυρεύοντας, δε μένει ούτε μια μέρα
να μη σ' επισκεφτώ.

Μες στης δουλειάς μου τα χαρτιά σκυμμένος... Και σα θέλω
να σε συλλογιστώ,
ανοίγει η πρασινάδα σου και γίνετ' ένα βέλο
στα μάτια μου, κρουστό.

Πως μου σκεπάζει ολημερίς την αγωνία, το σάλο
και τ’ αναφιλητό!
Με τους ανθρώπους μάχομαι, κι όμως σε κόσμον άλλο
κι όχι στη γη πατώ.

Και σα βραδιάσει, αθέλητα τρέχει να σε γυρέψει
το βήμα μου πιστό.
Στην αναπνιά σου, πάντα ογρή, με τη δειλή μου σκέψη
να γείρω να λουστώ.

Όπου θερμή κυλά η ζωή μιαν ευτυχία ποθούσα
που τώρα δε ζητώ.
Ήταν για μεν’ απόξενη της ηδονής η μούσα
με το πικρό πιοτό…

Γωνιά του πάρκου απόμερη, κρυφή αγκαλιά, κλεισμένη
παντοτινά ˙ γι' αυτό
ένα κλαρί σου ας ήμουνα, μιαν ώρ’ ανεμισμένη
γλυκά να συντριφτώ.


Για μια ξενιτεμένη.

Ο πικραμένος μου έρωτας, στου κήπου το σκοτάδι
δε μένει πια κρυφός.
Τώρα που καλοκαίριασε λούζεται στ' άυλο φως
από ‘να γλόμπο ηλεχτρικό που ανάβουν κάθε βράδυ.

Ω πως δακρύζ’ η λεύκα μας πάνω στον πένθιμο ίσκιο
που την τυλεί γοργά.
Πόσα στριγγόφωνα πουλιά δε συμμαζεύει αργά
σαν ξωτικό ακροθάλασσο, το φύλλωμα βαθύσκιο!

Τρέχει το πότισμ’ άφαντο κι αντιβογγά σαν τέρας
της μοίρας μας γραφτό.
Μάταια ζητούν το γέλιο σου ν’ αναστηθούν μ' αυτό
τ’ άνθια που αγέρας έδειρε στο πέρασμα της μέρας.

Μα η μοναξιά δεν έλειψε ˙ κι άλλη ζωή παρέκει
δεν έσυρε το φως.
Ο αγαπημένος πάγκος μας μου απόμειν’ αδερφός,
και μιαν αράχνη απάνω του το γυρισμό σου πλέκει.


Βαθειά φωνή.

Και πως μπορείς, ω ανήμπορε, στην πολιτεία πού σέρνεις
το βήμα ταπεινό,
να παραιτάς τα εγκόσμια και την καρδιά να φέρνεις
σε ξάστερο ουρανό;

Ω μείνε κει, κ’ ενάντιος στη μοίρα σου μην είσαι
που σου ‘λαχε μικρή.
Ανθίζ’ η δάφνη αρίφνητη, - μα τα όνειρά σου σβήσε,
κ' είναι για σε πικρή.

Καρδιά και ψυχή.

Δέντρα του κάμπου, ελιά πικρή και μαύρο κυπαρίσσι
πόσο δειλά μου υψώνεστε και παραπονεμένα!
Χίλια φαρμάκια γύρο σας τ’ ανθρώπινα τα μίση,
Και τ’ ανασαίνετε βαθιά - σαν την καρδιά μου έμενα.

Μα ω δέντρα του βουνού, ψηλά κι από τα πάθη πέρα,
πεύκ’ αλαφρά, βαριές οξιές, ελάτια ονειρεμένα,
με το βοριά, με το νοτιά, με τον κακόν αγέρα
πως τραγουδάτε ανέγνοιαστα - σαν την ψυχή μου έμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: