Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Υμνοι [Ρήγας Γκόλφης]

Κατωτέρω παρατίθενται οι "Ύμνοι" του ποιητή Ρήγα Γκόλφη από τα τεύχη του Νουμά, υπ' αριθμό 589 και 600 (του 1916):

Ο Νουμάς - Τεύχος 589
Ο Νουμάς - Τεύχος 600

 
Βορριανή

Της ψυχής σου το ποτήρι

ξέχειλο θωρώ,
από μαύρο παοαδείρι
δίχως πόνου αφρό.

Μήτε αγάπη, μήτε χάρη,
φλόγα μυστική,
μήτε αχνός από φεγγάρι
χώρεσαν εκεί.

Μόνο πάθος και μαράζι,
άφαντος δαρμός,
πότε πότε σε ταράζει
και σε καίει θερμός.

Τα λιγνά χλωρά σου νιάτα
μύρονται βαριά.
Γύρω μου τα νοιώθω άκρατα
μάτια από θεριά.

Και τα χέρια σου, ποτάμια
και νεροσυρμές.
Σα νεράιδες στα καλάμια
- δάχτυλα οι ορμές,

ψάχνουν, με ζητούν, με σέρνουν
στο χορό. Γαμπρός.
Τ' άνθια της αλκής μου γέρνουν
στ' άσπρα κρίνα εμπρός.

Η ψυχρή λευκή ομορφιά σου,
φύσημα βοριά,
του πυκνού νοερού μου δάσου
σπάζει τα κλαριά.

Κ' η ξανθή γαλήνια σου όψη,
άνοιξης πρωί,
πόσα τάχα θα μου κόψει
χρόνια απ’ τη ζωή!

Χαλασμός το πανηγύρι.
Σβήνοντας, ποθώ.
Της ψυχής σου το ποτήρι
άδεις και μεθώ.



Γενέθλια

Πλέρια, λαγαρό φεγγάρι
πρωτοδέχτηκες εσύ,
τη ζωή μου οκνή, μισή,
κάποια νύχτα του Γενάρη.

Και σου ρούφηξα το γάλα,
και τ' αχνό σου πήρα φως,
κ’ ένας έρωτας κρυφός
μ’ έκαψε για τα μεγάλα.

Μα με πλάνεσ’ άλλη στράτα
κι άλλοι μ’ έσυραν θεοί,
και δεν είδα ένα πρωί
στα θλιμμένα μου τα νιάτα.

Αχ ματώθηκα στο δρόμο
κ' είμ’ ανήμπορος εγώ
την ψυχή μου να οδηγώ
στους ανθρώπους δίχως τρόμο.

Τ' ασημένιο σου βασίλειο
μου αναγάλλιασε το νου,
και στο θάμπος τ’ ουρανού
πόσο μίσησα τον ήλιο!

Στο καινούργιο σου το διάβα
μες στους κόσμους που αγαπάς,
πάρε με και με όπου πας,
φεγγαράκι μου, και τράβα.

Το ψιλό αεράκι γύρα
κρύα φαντάσματα μηνά.
Πόσα χιόνια στα βουνά
τη θερμή προσμένουν λύρα!

Απαλά σαλεύουν οι ίσκιοι.
Ω ψυχή μου εσύ αγρυπνάς;
Τι κατάρα να ξυπνάς
δίχως ύπνος να σε βρίσκει!

Τώρα ή σκέψη μου η αράχνη
τρέλες, φαντασίες, γκρεμούς
πλέχει αγνάντια απ' τους καημούς
μες στης θλίψης μου την πάχνη.

Ευτυχία νεκρή δε θέλω
μήτ' αστόχαστη χαρά
σαν τ' ακίνητα νερά
κάτου απ' το βουρκίσιο βέλο.

Φώτιζε μου αγνά, φεγγάρι,
της ζωής μου τη βραδιά,
καίγοντας μου την καρδιά
μες στου πόνου το λυχνάρι.



Μαργαρίτες

Το λιβάδι που σμίξαμε
το στέρνο καλοκαίρι
- σα μας έκαιε του πόθου μας
το βαθύ μεσημέρι –
του χειμώνα το πνίξανε
οι βροχές, τ' αγριοκαίρι,
και βαλτόνερ' ανάδευε
κύμα κύμα τ' αγέρι.

Όμως άξαφνα σήμερα,
ξεχασμένη μου φίλη,
το λιβάδι ολοστέγνωτο
με καλούσε, μου εμίλει.
Μαργαρίτες γελούσανε
στο μαρτιάτικο δείλι,
και πικρά μου νοστάλγησα
τα χαμένα σου χείλη.



Θούριος

Δειλινό του χειμώνα
στης Αθήνας τη γλύκα.
Η αγκαλιά του ελαιώνα,
η Ακρόπολη, η Πνύκα.

Ένα φως, ένα θάμπος,
χρυσορόδινα κρίνα,
ο χλωρόσπαρτος κάμπος,
τα νερά, ή Σαλαμίνα.

Μα η ψυχή μου γερμένη
μες στην πίκρα του αιώνα,
τέτοια γλύκα προσμένει
μ' εναν άγριο χειμώνα.



Κελάδισμα

Δίχτυα με σύρανε
τα μάτια, οι δράκοι,
μες στην αγκάλη σου
ταίρι, ταιράκι.

Τ' άνανθα χρόνια μου
τα καίει φαρμάκι,
στάξε το δρόσισμα
ταίρι, ταιράκι.

Κι αν κρύα φαντάσματα
και βρυκολάκοι
θλίβουν τη μοίρα μου
ταίρι, ταιράκι.

Κι αν τρώει τα σπλάχνα μου
μαύρο κοράκι,
- ξανάρθε η άνοιξη
ταίρι, ταιράκι.

Πηγή το γέλιο σου
και δροσαυλάκι,
κάμπος τα νιάτα μου
ταίρι, ταιράκι.



Πρωτομαγιά

Πάμε να βρούμε την καινούργια μέρα.
Ήλιος εδώ την πλάση φωτίζει.
Από το σάπιο, μολεμένο αέρα
το πουλί της καρδιάς μας φτερουγίζει.
Σε μιαν αλλοτινή σιμώνει σφαίρα
που το πνέμα δε στέκει μετερίζι
στης ανάγκης το νόμο, τον πατέρα
κάθε αδικίας που τη ζωή λυγίζει.
Πάμε να βρούμε τον καινούργιο δρόμο
μακριά απ’ της κοινωνίας μας τον κρυψώνα.
Ω νέα ψυχή, που τίναξες τον τρόμο
του δειλού, την απάτη και το ψέμα,
το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα.
Σ’ ακολουθεί το φουσκωμένο ρέμα.



Σε μας τους δυο

Πόσο γοργά η ζωή τα πάντ’ αλλάζει!
Την ύπαρξή μας, τα όνειρ’ ασωτεύει.
Εδώ ένας ήλιος καίει, κακό χαλάζι
παρέκει τη λαχτάρα μας παιδεύει.
Ο βραχνάς τη χαρά μας δυναστεύει,
χέρι μαύρο τ' ανέγγιχτα μαλάζει,
το φαρμάκι στην ώρα του σταλάζει.
Κι αν παντού κάτι αγέραστο γυρεύει,
κάτι αιώνιο η ψυχή να κρυσταλλώσει
κι α στον έρωτα βούλεται να ομώσει
πίστη, λαύρα, λιμάνι για ν’ αράξει,
- δεν μπορεί, δεν μπορεί να μην πετάξει…
(Ω που μ’ ακούς, αγάπη μου, εσύ κρίνε
Σε μας τους δυο για ν’ αληθέψει ας είναι).



Ζωή και ποίηση

Ποίηση βαθειά και θεία σε συνταράζει
που απ’ άυλους κόσμους ξένους κι άυλες σφαίρες,
ανάμεσό σου αθέλητα φωλιάζει
και συντονίζει τις γλυκές σου μέρες.
Κι αν το γέλιο σου αφρόντιστα πηγάζει
και ποτίζει του νου μου τις χίμαιρες,
μα στα βράχια του βίου μου και τις ξέρες
κύμα βογκά το φιδωτό σου νάζι.
Κύμα θολό και γέλιο ηλιολουσμένο,
νύχτα βαθειά και θεία της αγκαλιάς σου,
το μυστήριο του κόσμου διαλυμένο
στην ξάστερη ματιά, στο μίλημά σου,
στην κάθε σου γραμμή και κούφια χάρη
που η ποίηση κ’ η ζωή πάνε ζευγάρι.



Ολύμπιο

Πόσο καλά το ξέρεις, ω εαυτέ μου,
πως ποτέ μου δεν έγειρα στο κλάμα,
πως τη θλίψη δε ζήλεψα ποτέ μου
κι όμως πάντα στο πλάι τους τρέχω αντάμα.
Τάχα η αγνή χαρά δεν είναι θάμα;
Κι α μια φορά την άγγιξες σκοπέ μου
γλήγορα την τραγούδησες, σα δράμα
νεκρής καρδιάς, που δόθηκε του ανέμου.
Αχ άλλο πια δεν έχω να υπομείνω
παρά μιαν αίστηση βαθειά που αλλάζει
τα πράγματα του κόσμου, και σταλάζει
μιας γαλήνης πνοή στον έρμο θρήνο.
Γιατί, όλα τα δεινά του ανθρώπου ξέρω
Να πάθω να αιστανθώ και να υποφέρω.



Μετάνοια

Εσένα που σε γνώρισα παιδάκι,
- παιδάκι εγώ και φίλος μπιστεμένος –
κι αξέχαστο με πότισες φαρμάκι,
κυλώντας με δόλο κομπασμένος
μ' ένα μαύρο στη ζήση μου χαράκι.
Εσένα που όλος σου ήτανε δοσμένος
ο κόσμος, στη χαρά και στο μεράκι,
κ' ήσουν τότ' ένας νιός κελαϊδισμένος,
έτοιμος στα μεγάλα για να δράμεις,
- ω σήμερα πως άξαφνα στο δρόμο
συντριμμένο σ’ αντίκρισα, με τρόμο,
ανήμπορο ένα βήμα για να κάμεις…
Μα δεν είχα ένα δάκρυ, να μπορέσω
για να κλάψω άλλο πια, να σε πονέσω.



Ώρα δειλινή

Πόσο για μέν’ αδιάφορη και ξένη
δειχνόσουνα μπροστά μου σαν περνούσες!
Μα με λατρεία κρυφή και μπιστεμένη,
το γνώριζα, - τους στίχους μου πονούσες.
Μιαν ώρα δειλινή, τρικυμισμένη
από στοιχειά, φαντάσματα και μούσες,
στο κοσμικό το κέντρο πού αγαπούσες
σ’ αντίκρισα στον κύκλο σου σκυμμένη.
Τ' όνομά μου σαν άκουσες, και πάλι
δε μου έριξες παρά ψυχρό ένα βλέμμα.
Μ' από την ώρα εκείνη το κεφάλι
ασάλευτο κρατούσες, κι άλικο αίμα
χάραζε τη χαρά στα μάγουλα σου,
σα σημαία στο κατάρτι της καρδιάς σου.



Να σε τυπώσω;

Να σε τυπώσω τραγουδάκι τάχα
ή να σε κρύψω στην καρδιά μου πάλι;
Στου πόνου μου τ' ανήσυχο ακρογιάλι
που όλο φύκια ξεβράζουνται μονάχα,
κρινάκι εσύ χλωμό μου! Και σα να ‘χα
λαχτάρα, μη σε πάρει η ανεμοζάλη
που σέρνει τη ζωή μου αγερομάχα,
σ’ απίθωσα στου στίχου τ' ακρογιάλι.
Ω θάμα η ευωδιά σου... Μα τί ζήλια!
Στο χαρτί σα σε βλέπω καρφωμένο,
έτοιμο γι' άλλα μάτια, γι' χείλια,
δεν μπορώ τέτοιο ξόδι να υπομένω.
Την τέχνη μου όλη θέλω να συντρίψω
και βαθιά μου το πάθος σου να κρύψω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: