Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Σε μια μέρα της ζωής μου [Κώστας Βάρναλης]

Ο Νουμάς - Τεύχος 110 (1904)


Σε μια μέρα της ζωής μου


1

Σε φυγαδέψαν οι γονοί σου
– κλέφτες του ό,τι ο Θεός δίνει –
τόρα στόνα βλέμμα σου τάστρα
πιάνουν του χαλασμού τη δίνη

και πέφτουνε ως τα γόνατα μου
αναλυμένο δακρυοβόλι,
και γω στον κόρφο μου το κρύβω
και δε με πιάνει οργή και βόλι.

Και θεοκυνήγητος αν κλαίγω,
δε σβιεί η φλόγα των εντός μου,
είσαι του αίματός μου αίμα
και είσαι σάρκα της σαρκός μου.

2

Πλειά δε δροσολούστηκα
σε νερό αγιασμένο,
μ’ αφσε το ταξείδι σου
με φτερό σπασμένο ˙

θρέφει με η ανάμνηση
μα και φαρμακώνει
κι ό,τι ως χθες με θέρμαινε
τόρα με παγώνει.

Και κυττώ εφτασφράγιστα
τα παράθυρά σου ˙
τα κακόψυχα δε λεν
για τη συφορά σου

και τα χιλιομίσησα
και δεν τα ματαείδα
κι ας μου ξαναδείξουνε
του ήλιου τη Νεράιδα.

3

Ανέβα στον παράδεισο
του ακρόβουνου, του δάσου
και Νιόβη τρισμαρμάρωτη
ως που να μ’ εύρης στάσου.

Γω κολασμένο σύννεφο
θάρτω πα στα μαλλιά σου
και την καρδιά μου σφίγγοντας
θα βρέξω στην καρδιά σου

και θα σου λέγω αστράφτοντας:
κι αν σε πετούν μακριά μου
σε συντροφεύει ο πόνος μου,
κλαις με τα δάκρυά μου!

4

Κι αν η πνοή στενεύη μου
που την ερμιά απαντάει
και των ματιών ο στεναγμός
τα δάκρυα μου κλωσσάη

κι αν σου γλυκοβυζαίνοντας
ημέρωνε τα στήθια
η ξενιτιά η αγιάτρευτη
με Κίρκης παραμύθια,

δε θάθελα, χρυσούλα μου,
ποτές μου να θελήσω
νάταν η θάλασσα γυαλί
να την περιπατήσω,

γιατί από με τόσο μακρυά,
κι ακόμ’ αν πας δε θα ήσε
όσ’ όταν γω στα πόδια σου
μια μέρα ξεψυχήσω

5

Μια βραδυνή λευκότατην
από το Φοίβο επάρτης
– μήνα μου με την άνοιξη
αν με θυμάσαι, αν θάρτης –

να τρέξω στην πονετικιά
των ρόδων καλωσύνη
να δανειστώ το χρώμα τους
και τη χρυσή γαλήνη

για να με δης γλυκόγελος
στα μάτια τι θα γράφω:
ψέμμα πως είμ’ η Ανάσταση
του Λάζαρου απ’ τον τάφο!

6

Απ’ τολόχαρο στρατί
περπατώ σκυμμένος
χάνεται ο ανήφορος
διπλορφανεμένος.

Και τανθόσκεπο κλαρί
στου βραδυού την αύρα
ρίχνει τη λευκότη του
και φοραίνει μαύρα

και θαρρώ πως μ’ ακλουθείς
σαν και πάντα, φως μου
στρέφουμαι – κ’ η μοναξιά
πλάγι, πίσου, μπρος μου…

Ω! που αλαφροΐσκιωτη
πάταες τη σκιά μου
κ’ ένα βάρος σήκωνες
μέγ’ από την καρδιά μου!

7

Οι νύχτες ναν’ απέραντες
κ' ο ύπνος να μη μου μένη,
τα πένθη, λες, ταλύγιστα
η Πηνελόπ’ υφαίνει.

Και γω μνηστήρας πάνσεπτος
και μέθυσος του αιμάτου
να θερμοσφίξω απλώνουμαι
τα κάλλη ενού θανάτου

και με ξεφεύγ’ η όψη σου
αναγελάστρα, πλάνα
και στο βαρύ αγριοξύπνημα
μοιρολογά η καμπάνα.

8

Τρέξε πριν με βάλουνε
στο χώμα, ω Ερωτά μου,
να οραματισθής βαθειά
στα μάτια τα νεκρά μου

που σου λαχταρίζουνε
ορθάνοιχτα ακόμα
τα χιλιόχρυσα μαλλιά
και τασημένιο χρώμα

και δακρύων χιονόνερο
στερνό θα ν’ απολύσουν
τη θολήν εικόνα σου
ν’ ακριβοκαθαρίσουν,

όχι ναν τη σβύσουνε
γιατ’ άλυωτη θα μένη
στο πετράδι των ματιών
διαμαντοστολισμένη.

9

Το τελευταίο γραμματάκι σου,
που σπαρταράει ακόμα εμπρός μου,
θα έχω φθείρει ταχειλάκι
ναν το φιλώ, ναν το φιλώ

χωρίς πως θα ζηλοτυπήσης
να φοβηθώ, φως μου και φως μου,
ένα χαρτί κι όταν γροικήσης
πως αντί σένα το μιλώ.

10

Θυμούμαι και τη σκέψη μου
σκορπίζω και συνάζω
κι ως πέρ’ απ’ τα όρια της ψυχής
κατάκρυ’ αναγαλλιάζω.

Και Άγιος Τάφος λάμπουνε
χαράς που τα μυραίνει
τα χείλη, που κ’ η ανάσα μου
δε γγίζει, δεν σπιλόνει.

Είσαι ο Θεός ο Άναρχος
ενός ανθρώπου αθέου
και το θεό τον φίλησε
ο άνθρωπος του Ωραίου!



(επισημαίνεται ότι διατηρήθηκε η ορθογραφία του αρχικού πλην των τόνων)

Δεν υπάρχουν σχόλια: