28 Ιουλίου 2013

Κωστής Παλαμάς - Δωδεκάλογος του Γύφτου - Λόγος IA

ΛΟΓΟΣ ΙΑ’ - ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΑΔΑΚΡΥΤΟΥ

Άνοιξε στη Φαντασία κάποιο
λαμπερόχρωμο όνειρο.
RENAN (Feuilles Detachees)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας
παραλής κι είχε ένα αγόρι˙ και η μάνα του
κι ο πατέρας πολύ τ' αγαπούσαν˙ πήγε στο
σκολειό• ό,τι στον κόσμο υπάρχει, όλα τα
'μαθε.
(Αρχή ενός Ατσιγγάνικου Παραμυθιού)

Ένα παραμύθι τη γιομίζει 
της ψυχής μου τη σπηλιά, 
και σκληρό είναι σα λιθάρι 
και τα λόγια του βαριά 
σα μολύβι˙
ένα παραμύθι με συντρίβει.

Πια δεν ξέρω, δε θυμάμαι˙
το είχα κάπου εγώ ακουστό, 
ή μην είμ' εγώ που το 'ζησα, 
μια φορά κι έναν καιρό; 
Μα λιθάρι εσύ κι αν είσαι, 
βροντοκύλησε, λιθάρι, 
στης ψυχής μου τη σπηλιά˙ 
και μολύβι, εσύ κι αν είσαι, 
λιώμα γίνε μες στου γύφτου 
τη φωτιά.

- Είχ' έναν πατέρα, και είχε 
μια μητέρα, ακριβογιός˙ 
και ήταν όπως είναι τ' άστρο 
στη φουρτούνα μιας νυχτός.

Και του πήρανε δασκάλους 
και τον πήγανε παντού 
και του φώτισε μια γνώση 
πρωταγρίκητη το νου.

Κι ένιωσε όπου νιώθουν οι άλλοι 
μια καρδούλα να χτυπά, 
του θεού την καταφρόνια, 
του θηριού την απονιά.

Του πατέρα και της μάνας 
έκραξε - ω φωνή στριγγιά!
- «Είμ' ο Αδάκρυτος, και θέλω!»
- «Νά, παιδάκι μας, φλωριά!»

Και την άλλη αμέσως μέρα, 
με τα χέρια του αδειανά:
- «Είμ' ο Αδάκρυτος, και θέλω!»
- «Να, παιδάκι μας, φλωριά!»

Κι ύστερ' από λίγο, πάλε 
γυρευτής ακριβογιός:
- «Είμ' ο Αδάκρυτος, και δώστε!» 
Και του δώσαν ένα βιός.

- «Είμ' ο Αδάκρυτος, και φέρτε!»
- «Πάνε, γιε μας, τα φλωριά!»
- «Μέσα μου μιαν άβυσσο έχω! 
Θέλω!» - «Να παιδί μας, να!

Πάρε, σύνεργα, στρωσίδια, 
ό,τι αγνάντια σου βρεθεί, 
το ψωμί μας απ' το ράφι 
κι απ' την πόρτα το καρφί».

Και ξανάτρεξε. «- Είμ' ο γιός σας,
κι όλο θέλω, δεν μπορώ». 
-«Νά, παιδάκι μας, το σπίτι». 
Και το ρούφηξε κι αυτό.

Κι όταν ξαναπήγε, του είπαν 
κλαίγοντας οι δυο ψυχές:
- «Δυο κορμιά ξερά μας μείναν, 
κάμε τα κι αυτά ό,τι θες».

Και τα πήρε τράβα τράβα 
στο παζάρι τα κορμιά 
και στα πούλησε για σκλάβους, 
βασιλιά!

Απ' τα γρόσα της μητέρας 
φορεσιά αποχτά χρυσή, 
και απ' τ' ασήμι του πατέρα 
έν' αράπικο φαρί.

Και σα φεύγανε πια οι μέρες, 
και δεν είδαν να φανεί 
κύρης και μητέρα οι σκλάβοι 
το μονόκλωνο παιδί,

το παράπονο τους πήρε 
και ξανάδωσε ο καημός 
κι έγινε του τέκνου 
ο πόθος δακρυοποταμός.

Περνάει ο ρήγας και ρωτάει: 
-«Γιατί κλαίτε, σκλάβοι, εσείς;»
- Κλαίμε για τον ακριβό μας, 
για τον ήλιο της αυγής,

κλαίμε για τον ακριβό μας 
που μας πήγε για φλωριά 
και μας πούλησε για σκλάβους 
και μας πήρες, βασιλιά,

και δε φάνηκε από τότες, 
ω η χαρά και η παντοχή!»
Πιάνει ο ρήγας και προστάζει:
- «Φέρτ' εμπρός μου το παιδί!»

- «Είσ' εσύ του ολέθρου η φύτρα, 
του γονιού σου ο χαλαστής,
και μου στέκεις καβαλάρης 
με φορέματα γιορτής,

και τα δάκρυα πάντα σπέρνεις, 
και ποτέ δεν τα ‘χεις;»
                    - «Ναι!» 
Πιάνει ο ρήγας, γραφή γράφει 
και του λέει: «Αρχοντονιέ,

πάρε τη γραφή και σύρε, 
φτέρο γίνε και αστραπή, 
δέκα μέρες, δέκα νύχτες, 
δίχως γνώμη και πνοή,

και σταμάτησε στη χώρα 
του αδερφού μου του τρανού 
που μαυρολογάει στα πλάγια 
του αιματόχρωμου βουνού,

δώσε τη γραφή στα χέρια 
τ' αδερφού μου του ρηγός, 
και καρτέρα.»
                     - «Η προσταγή σου!»
Κι έφυγε γοργός.

Όχι θέλημα ρηγάδων, 
όχι σκλάβου υποταγή 
με τ' ανεμοπόδαρο άτι 
σέρνει τον, ταξιδευτή.

Μέσα του μια μοίρα κάπου 
αιστάνεται, τον οδηγεί 
προς απάντεχο ένα τέλος, 
προς μιαν άγνωρη πηγή.

Κάτι μέσα, όχι προστάζει,
τον τινάζει και τραβά 
για σε ανέβασμα σα θάμα, 
για σε ολόβαθα γκρεμά.

Κάμπους διάβηκε, φαράγγια, 
και ποτάμια και δρυμούς, 
και προσπέρασε από τόπους 
άγγιχτα κι από λαούς,

κι ήτανε το πέρασμα του 
σαν το πέρασμα του νου 
που σε τίποτε δε στέκει 
και περνάει από παντού,

μόλις ψάχνει κάθε εικόνα, 
κάθε ιδέα αλαφρά αλαφρά, 
κι όλα ευτύς τα παρατάει, 
και γλιστράνε, περιττά,

γιατί πάει όπου μιαν έγνοια 
ωκεάνια τον τραβά 
να βυθίσει μια για πάντα 
τ' αβυσσόθρεφτα φτερά.

Κι όταν ήρθε από της έρημος τ' απέραντα
καβαλάρης να περάσει,
στο μαυριδερό του απάνου το άτι
με στολή ξεχώριζε χιονάτη,
και του ρήγα η προσταγή
με την κόκκινη χρυσόβουλλη γραφή
χάραζε από μέσα από τον κόρφο του,
και τη νόμιζες πως ήτανε
σμαλτωμένο τάσι.

Κι όταν ήρθε από της έρημος τ' απέραντα 
να περάσει,
φεύγανε στα ολόβαθα από σύγνεφα 
πυρωμένα δάση,
τα κοράκια κάτι κράζανε τ' ανήσυχα
στα κυκλογυρίσματά τους,
και ψηλάθε ξαγναντεύαν γυπαητοί˙
και ταράχτη ένας μαΐστρος και μουρμούρισε
προς τα βούρλα, προς τους βάτους,
κι αποκάτου απ' τις σταχτιές τις αψηφιές
παραμόνευαν οι οχιές,
και στον ήλιο αναγαλλιάζοντας
ακαμάτρα η σαύρα σείστηκε
κι έκραξε κι αυτή: «Για δες!»

Κι ήταν οι χλωρότοποι μακριά 
με τα ολόλευκ' ανθοζύμωτα χωριά.

Κι όταν όλα βουβαθήκαν,
όλα, στην ερμιά των όλων,
απ' το βόγγο της γκαμήλας
ως τη δέηση του μουεζίνη˙
κι όταν του απολείψαν όλα,
κι απ' τον ανεμόσαρκο ασκητή,
και ίσα με το πέρασμα τ' αργό
του καραβανιού που αφήνει
μια γλυκειά αρμονία μακροσυρτή
και ήχων και χρωμάτων και ίσκιων
από ταξιδεύτρες κυματόστηθες
μισοσκεπασμένες μαυρομάτες
κι από πιστικούς που ακολουθούν
στα μακριά ραβδιά τους ακουμπώντας
ακαμάτες,
κι από τη ζωή την πατριάρχισσα 
που την κάνουν προς τα βράδια 
πιο ιερή και πιο μακαρισμένη, 
σε φλογέρες ψέλνοντάς 
τη λαλητάδες πεζολάτες˙ 
κι όταν πια δεν είχε συντροφιά 
μήτε τα περάσματα τ' αστραφτερά 
των αγρίων αλόγων που περνούν 
σαν κυνήγι να τους έστησε ο σιμούν, - 
ένιωσε στα σπλάχνα του ο Αδάκρυτος 
κάποια δείλια, κάποιο νύστασμα, 
και το ξύπνημα μιας Λάμιας˙ 
κι αυτή η Λάμια ήταν η δίψα.

Κι έβγαινε από τα ποτάμια,
κι ως τα πόδια του έφερνε νεροσυρμές,
και ήταν όλα οράματα'
κι έβλεπε πηγές που ήταν αχνός
και φαντάσματ' άπιαστα από νερομάνες˙
και στα σπλάχνα του γιγάντεψε
του νερού το καρδιοχτύπι,
του νερού που όλο το νείρεται,
και που πάντα του απολείπει.

Και τ' αράπικο τ' άλογο τότε
κατ' αυτόν το κεφάλι γυρίζει,
και του λέει: « Πανηγύρι
μου είν' ο δρόμος, φαγί μου είν' ο λίβας,
και πιοτό μου κι ο αχνός που ανυψώνει τον
το τρανό το λιοπύρι.

Εμπιστέψου και γύρε σ' εμένα,
και νοητάκι είμ' εγώ, και το μάτι
το δικό σου δε βλέπει
κάτι πέρα που εγώ τ' αγναντεύω˙
στο ξεδίψασμα πάμε, κι ακόμα ομπρός˙
εκεί πάμε που πρέπει!»

Στο νοητάκι εμπιστεύεται˙ γέρνει,
και τραβάει, κι αντρειεύεται. Να το
το δροσάτο λιβάδι,
τα χρυσά φοινικόδεντρα πέρα,
και στο δρόμο τ' αλόγου του ολόμπροστα
το βαθύ το πηγάδι.

Και στα σπλάχνα του μέσα είν' η δίψα 
πιο βαθιά. Μαύρο μάτι, και φτάνει 
απ' τον κόσμο τον κάτου 
και γυαλίζει και βλέπει τον, μάτι 
μιας ζωής που είν' ολόμακρα ανέγγιχτη 
το νερό να! μπροστά του.

Και σκοινί και σταμνί τα γυρεύει 
για μια στάλα νερό, και δε βρίσκει 
το νερό πως να πιάσει˙ 
και του λέει τ' άλογο του: «Θυμήσου 
το χρυσόβουλο απάνου στον κόρφο σου 
που φαντάζει σαν τάσι.»

Το χρυσόβουλο αδράχνει, κι εκείνο 
ξετυλίγεται, ανοίγει, και λόγια
του χτυπάνε γραμμένα: 
«Σκότωσέ τον το νιο που σου φέρνει 
το πιττάκι˙ τον ξέρασε η κόλαση 
και τον έστειλ' εμένα.

Καταπάνου του θέλω ν’ αγγίξω, 
κι είμ' ανήμπορος. Πες μου! ποιός είναι, 
και να τρέμω με κάνει; 
Δε λυγάει το δικό σου το χέρι 
καμιά δύναμη˙ τρέξε˙ απ' το χέρι σου, 
αδερφέ μου, ας πεθάνει!»

Το πιττάκι ξανά το τυλίγει 
και ποτήρι το κάνει, και σκύβει 
στο πηγάδι, και παίρνει 
το νερό, και τη δίψα του σβήνει, 
και πηδάει στ' άλογο του, και τ' άλογο 
τον αφέντη του σέρνει.

Τον αφέντη αλλού φέρνει, εκεί όπου 
σε ποτάμια γυρτή και σε λίμνες 
καστροπύργωτη χώρα 
σιδερόντυτη αστράφτει στον ήλιο, 
τα πλατιά τ' ουρανού φοβερίζοντας˙ 
και του λέει: «Στάσου τώρα!»

Και της χώρας κυβερνήτης 
ήταν ένας βασιλιάς 
κι είχε κόρη την Αγέλαστη, 
και την είχε απ' την αγάπη 
κάποιας ζωτικιάς.

Κι ήταν όμορφη ως ο τίγρης 
κι όμορφη ως η αστραπή, 
κι ήταν όμορφη ως η θάλασσα 
και σαν όλα που πνοή τους 
η καταστροφή.

Κι ήταν ήσυχη σαν όλα
τα βαθιά και τα σκληρά,
σαν το μπλάβο τ' άδειο απάνου μας,
σαν το μάρμαρο στον ήλιο
που λαμποκοπά.

Κι απ' τη μάνα της νου πήρε, 
νου και κείνη ξωτικό, 
και ξηγούσε και τ' αξήγητα, 
σα να μην της είχε η πλάση 
τίποτε κρυφό.

Κι όποιος έβλεπε την όψη 
της Αγέλαστης κυράς, 
λαβωμένος απ' τον Έρωτα 
κι απ' το Χάρο λαβωμένος 
έπεφτε με μιας.

Κι ο πατέρας της προστάζει 
Βασιλιάς και διαλαλεί: 
«Όποιος θέλει την Αγέλαστη, 
καλώς να 'ρθει, όποιος κι αν είναι, 
κι από κάθε γη.

Φτάνει μόνο να γνωρίζει, 
φτάνει να της πει 
κάποιο ξένο παραμάντεμα 
που δεν μπόρεσε ως την ώρα 
να 'βρει ξηγητή.

Κι αν η κόρη το ξηγήσει, 
πάει, ξεγράφτηκε ο γαμπρός˙ 
κι αν εκείνη δε μαντέψει το, 
τότε αυτός δικός της άντρας 
και δικός μου γιός.»

Τρέξανε τα παλληκάρια, 
και τα νιάτα από παντού 
και πεζοί και καβαλάρηδες, 
και του θρόνου τα καμάρια 
και του χρυσαφιού.

Κι ήρθαν Μάγοι απ' τους Χαλδαίους 
κι απ' το Νείλο λειτουργοί, 
και διδάχοι του Εφταπόταμου, 
και σοφοί από την Ελλάδα 
την αρμονική.

Μαντολόγοι και προφήτες 
και ηρώοι και ραψωδοί 
και οι αφροί και τ' ανθοβλάσταρα, 
κι ήρθαν ως κι από τη Θούλα 
την ολακρινή.

Και τ' αξήγητα της φέραν
και τ' αμάντευτα οι γαμπροί,
κι όσα οι σφίγγες κι όσα οι σίβυλλες˙
και δεν έμεινε κανένα
που να μην το βρει.

Και τα στόματα που ανοίγαν 
σε χρησμούς και σε ρητά, 
τα σφαλούσε ο μπόγιας πίσω της˙ 
κι η μαντεύτρα η καταλύτρα 
πάταε σε κορμιά.

Και η μαντεύτρα η καταλύτρα 
σα μια πλάση ήταν χλωρή, 
σα μια πλάση ηλιοφεγγόβολη 
στους βυθούς της που φωλιάζαν
λάβες και σεισμοί.

Μα ξημέρωσε και η μέρα, 
και της Μοίρας διαλεχτός 
καβαλάρης να κι ο Αδάκρυτος, 
της Αγέλαστης κι εκείνος 
γυρευτής γαμπρός.

Να κι ο Αδάκρυτος μπροστά της, 
να γαμπρός και να κριτής! 
Κι εσύ Αγέλαστη, 
προσμένεις να τον καταπιείς.

Και τα μάτια σου σαν τρύπες 
δείχνονται βαθιές, 
μέσα τους του Άδη οι φλόγες, 
κι από μέσα τους οι ζωές,

όλες οι ζωές των άξιων 
που τις έσβησες εσύ 
στην παρθένα σου όψη 
χύνουν Μέδουσας πνοή.

Αλλ' ο Αδάκρυτος δεν βλέπει, 
κι αν τα βλέπει τ' αψηφά˙ 
και το στόμα του σαλεύει, 
το αίνιγμα ξεσπά:

«Στον Πατέρα μου καβάλα, 
τη μητέρα μου φορώ, κι ήπια, 
για να ξεδιψάσω, 
με το Χάρο μου νερό!»

Κι εσύ, Αγέλαστη, κερώνεις, 
και απορείς και δεν μπορείς, 
και είν' αξήγητος ο λόγος, 
και ήρθε ο νικητής.

Και για πρώτη φορά κάτι, 
σάμπως χέρι αφεντικό, 
σου τ' αδράχνει το κορμί σου
το βασιλικό.

Το αίνιγμα ξαφνίζει εσένα, 
τ' άλυτο, και γονατάς, 
ή ο αμάντευτος λεβέντης 
σ' έγειρε, και πας;

Κι όπως πίσω σου τον μπόγια 
τον κρατάς ξεσπαθωτό, 
πίσω του κι αυτός κρατώντας 
πιο τρομαχτικό

κάποιον πόθο μακελλάρη, 
κατά σένα τον τραβά 
να σου πάρει όση κι αν κρύβεις 
χάρη ξωτικιά.

Και σπαράζεις και φωνάζεις: 
«Βασιλιά πατέρα, ωιμέ! 
είμ' η Αγέλαστη για κείνον, 
κι είν' αυτός για με!»

Τ' αντρειωμένο το ζευγάρι 
σε κρεβάτι ερωτικό 
κάτι αχόρταγο το σμίγει 
σαν τ' αγρίμια στο δρυμό.

Και τα λόγια αντιλαλήσαν 
τ' αξεδιάλυτα οι σπηλιές 
και του γάμου τους τραγούδι 
το 'ψαλαν οι κοπελιές:

Στον Πατέρα μου καβάλα, 
τη μητέρα μου φορώ, 
κι ήπια, για να ξεδιψάσω, 
με το Χάρο μου νερό.

- Μας προσμένει ο πατέρας, καλέ μου, 
και στεφάνια ο λαός του σου πλέκει, 
κι αγιοκέρια σ' ανάφτει. -
- Χλιμιντράει τ' άλογο μου, καλή μου, 
και του δρόμου τα μάκρη τα ορέγεται 
κι ανυπόμονα σκάφτει. -

- Μας προσμένει ένας θρόνος, καλέ μου, 
του πολέμου τα κέρατα ηχούνε,
της ειρήνης οι λύρες. -
- Μας προσμένουν ταξίδια, καλή μου, 
στις ερμιές από κόσμους απάτητους 
με πρωτόγραφτες μοίρες. -

- Την αγέλαστη πλάση, καλέ μου, 
στάσου εδώ να τη σπείρουμε οι δυο μας, 
που μ' εμένα θα μοιάσει. -
- Των αδάκρυτων πάμε, καλή μου, 
κάτου εκεί τη φυλή να γεννήσουμε 
που θ' αλλάξει την πλάση.

Για να φτάσω στην άφταστη γέννα 
την καρδιά μου την έκαμα πέτρα, 
την ψυχή κοιμητήρι, 
το νου σαΐτα, τη θέληση λάμια, 
κι όλα τα 'φαγα εγώ πρωταρχίζοντας 
από μάνα και κύρη.

Στους γονιούς μου τους γέρους που σβήσαν 
ευλογώντας το γιο τους τον μπόγια 
πάμε τάφο να υψώσω. 
Και του ρήγα του αλλόφυλου πάμε, 
το δικό μου το μνήμα που γύρεψε, 
μνήμα εγώ να του δώσω! -

- Ποιός μπροστά μου στηλώνεται;
                         - Εγώ ειμαι˙ 
το δικό μου ονειρεύτεις χαμό, 
κι όμως να με! δεν έστερξε τ' όνειρο, 
απ' τον Άδη δεν έφυγα εγώ.

Βασιλιά, κατά σένα γυρίζω, 
της εκδίκησης ήρθα σπαθί, 
την Αγέλαστη φέρνει ο Αδάκρυτος, 
ταιριασμένοι του ολέθρου οι θεοί.

Στόμα, σώπαινε, μίλα μαχαίρι!...- 
Να! μπροστά μου συρμένος, νεκρός... 
Κι ο λαός του σκυφτός τη κορώνα του 
μου προσφέρει, κιοτήδων λαός.

Δεν τη θέλω. Δεν ήρθα να γίνω 
σε ραγιάδες ραγιάς βασιλιάς. 
Ο λαός μου είν' αλλού. Τώρα θρόνος μου 
το κοντρί στα πλατιά της ερμιάς.

Στης καλής μου τα σπλάχνα σαλεύει 
μιας χιλιόζωης ο σπόρος ζωής. 
Είμαι η σάλπιγγα εγώ μιας ανάστασης 
κι είμαι η σκάλα που αρχίζει απ' τη γης

και που χάνεται πέρα από τ' άστρα˙ 
μιας σοφίας το χέρι είμ' εγώ, 
κι αν ο Αδάκρυτος είμαι, είμ' ο αθόλωτος, 
η ματιά μου τρυπάει τον Καιρό.

Κι η απονιά κι η σκληρότη μου πόδια 
για να φτάνω σωστά και γοργά˙ 
και πατέρα και μάνα τους πούλησα 
από πείνα ιερή μυστικιά.

Κι αν εμένα με διώχνει η κατάρα, 
κι αν το κρίμα με δέρνει, και τι; 
Πατητάδες, πατάτε με αλύπητα, 
για να γίνει τ' αγνό το κρασί!

Είμ' εγώ πατριάρχης του Γένους 
που άσμιχτο, ανέγγιχτο, πάντολμο, ξένο 
πάει, περνάει και δε μένει, 
κι απαράλλαχτο πάντα φαντάζει, 
και του κόσμου μεγάλο κάποιο άλλαμα, 
σε νυχτέρι υφαντής, αργοϋφαίνει.

Απ' το είναι του κι απ' την ορμή του
θα τα σπείρει παντού τα σημάδια
του δικού του του διάβα˙
λίγο λίγο η χαρά θα φουντώσει
του σκληρού, του γερού και τ' αδάκρυτου,
όπου χαύνη ζωή κι όπου σκλάβα.

Μες στους γύρους των κύκλων τα πάντα 
φεύγουν, έρχοντ', αλλάζουν, είν' ίδια˙ 
και μια μέρα θα φτάσει 
ραγισμού και σεισμού για τα πάντα, 
και, ω παιδιά μου, εσείς μόνο θα μένετε 
ορθοί στύλοι, κρατώντας την πλάση!

Δεν υπάρχουν σχόλια: