14 Οκτωβρίου 2013

Hermann Hesse - 'Γλώσσα' και 'Καλλιτέχνης και Ψυχανάλυση'






















(κατεβάστε εδώ σε μορφή pdf)




Τα κείμενα «Γλώσσα» και «Καλλιτέχνης και Ψυχανάλυση», του Hermann Hesse, γραμμένα το 1917 και 1918 αντίστοιχα προέρχονται από τη  δεύτερη ενότητα, η οποία περιλαμβάνει 29 ‘παρατηρήσεις’,  της συλλογής με τίτλο ‘αναγνωστικο’ , στην οποία περιλαμβάνονται οι εξής ενότητες:
-‘Από την απεικόνιση στη συμβολική εικόνα’ [‘διηγήματα’ ],
-‘Κατοπτρισμός του Κόσμου στο Ατομικό Εγώ’ [‘παρατηρήσεις’]
-΄Ευτυχία και Δυστυχία γίνονται Τραγούδι’ [‘ποιήματα’]
και κυκλοφορεί, σε μετάφραση Μαρίας Χατζηγιάννη, από τις εκδόσεις  Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οι εικόνες παρμένες από το διαδίκτυο.
















ΓΛΩΣΣΑ

Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ' όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο. Με φθόνο σκέφτεται το ζωγράφο που η γλώσσα του —τα χρώματα— μιλάει το ίδιο κατανοητά σε όλους τους ανθρώπους από το Βόρειο Πόλο μέχρι την Αφρική ή σκέφτεται με φθόνο το μουσικό που οι τόνοι του μιλάνε κάθε ανθρώπινη γλώσσα και που πρέπει να τον υπακούνε τόσες γλώσσες, μεμονωμένες και διαφορετικές, από τη μονόφωνη μελωδία μέχρι την εκατοντάφωνη ορχήστρα, από το κόρνο μέχρι το κλαρινέτο, από το βιολί μέχρι την άρπα.
Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ' αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε.
Αν, λοιπόν, κατεργάρης είναι όποιος προσφέρει περισσότερα απ' όσα έχει, ένας ποιητής δεν μπορεί πότε να είναι κατεργάρης. Δεν υπάρχει ούτε ένα δέκατο ούτε ένα εκατοστό απ’ όσα θα ήθελε να δώσει και είναι ευχαριστημένος αν ο ακροατής τον καταλαβαίνει έτσι από μακριά, έτσι παρεμπιπτόντως, έτσι γενικά ή τουλάχιστον δεν τον παρανοεί με αγροίκο τρόπο στα πιο σημαντικά που εκφράζει. Περισσότερα απ’ αυτό σπάνια πετυχαίνει ο ποιητής. Και παντού όπου ένας ποιητής αποκομίζει έπαινο ή κατάκριση, παντού όπου έχει επίδραση στους άλλους ή όπου λοιδορείται από τους άλλους, παντού όπου τον αγαπούν ή τον απορρίπτουν, παντού, δε μιλάνε για τις σκέψεις του και για τα όνειρά του καθαυτά παρά μόνο για το ένα εκατοστό απ’ αυτά που μπόρεσε να περάσει από το στενό; κανάλι της γλώσσας και της περιορισμένης κατανόησης από τον αναγνώστη.
Γι' αυτό αμύνονται οι άνθρωποι τόσο τρομερά, σε αγώνα ζωής και θανάτου, όταν ένας καλλιτέχνης ή μια ολόκληρη νεολαία από καλλιτέχνες δοκιμάζουν καινούριες εκφράσεις και καινούριες γλώσσες και απειλούν έτσι τα οδυνηρά δεσμά των άλλων. Για το συμπολίτη η γλώσσα είναι (κάθε γλώσσα που με μόχθο έχει μάθει, όχι μοναχά η γλώσσα των λέξεων) κάτι το ιερό και απαραβίαστο. Για το συμπολίτη είναι ιερό και απαραβίαστο καθετί που είναι κοινό και ομαδικό, καθετί που μοιράζεται με πολλούς ή και με όλους, καθετί που δεν του θυμίζει ποτέ μοναξιά, γέννηση και θάνατο, το πιο εσώτερο Εγώ του. Οι συμπολίτες έχουν κι αυτοί, όπως ο ποιητής, το ιδανικό μιας παγκόσμιας γλώσσας. Όμως η παγκόσμια γλώσσα των αστών δεν είναι σαν εκείνη που ονειρεύεται ο ποιητής. Δεν είναι ένα παρθένο δάσος γεμάτο πλούτο, δεν είναι μια απέραντη ορχήστρα παρά μια απλοποιημένη γλώσσα με τηλεγραφικά σύμβολα σαν το αλφάβητο Μορς που η χρησιμοποίηση της απαλλάσσει από μόχθο, από λέξεις και από χαρτί και δεν εμποδίζει με χάσιμο χρόνου το να κερδίζει κανείς λεφτά. Αχ, με ποίηση, με μουσική και με τέτοια πράγματα εμποδίζεται πάντοτε το κέρδος σε χρήμα!
Όταν, λοιπόν, ο συμπολίτης έχει μάθει μια γλώσσα που τη θεωρεί σαν γλώσσα της Τέχνης, είναι ευχαριστημένος. Νομίζει ότι καταλαβαίνει και κατέχει την Τέχνη και γίνεται έξω φρενών όταν πληροφορείται ότι αυτή η γλώσσα που με τόσο μόχθο έμαθε ισχύει μοναχά για μια πάρα πολύ μικρή επαρχία της Τέχνης. Στον καιρό των παππούδων μας υπήρχαν μορφωμένοι άνθρωποι που πάσχιζαν να κάνουν ν’ αναγνωριστεί στη μουσική και ο Μπετόβεν δίπλα στον Μότσαρτ και στον Χάιντν. Μέχρι εκεί «συμπορεύονταν». Όταν όμως παρουσιάστηκαν ο Σοπέν και ο Λιστ και ο Βάγκνερ και απαιτήθηκε να μάθουν οι αστοί μια καινούρια γλώσσα, να προχωρήσουν νεανικά και επαναστατικά, ελαστικά και χαρούμενα, σε κάτι το καινούριο, έδειξαν βαθιά αγανάχτηση και το θεώρησαν αυτό σαν ξεπεσμό της Τέχνης και σαν εκφυλισμό της εποχής στην οποία ήταν καταδικασμένοι να ζήσουν. Όπως έγινε τότε μ' αυτούς τους καημένους ανθρώπους γίνεται σήμερα πάλι με πολλές χιλιάδες άλλους. Η Τέχνη δείχνει καινούριους ήχους και σχήματα, έχει απηυδήσει από το να εξακολουθεί να μιλάει τη γλώσσα του χτες και του προχτές, θέλει κάποτε να χορέψει, να υπερβεί τα εσκαμμένα, να φορέσει στραβά το καπέλο της και να προχωρήσει με ζιγκ-ζαγκ. Και οι συμπολίτες γίνονται έξω φρενών γι' αυτό, νιώθουν ότι τους έχουν χλευάσει και έχουν αμφισβητήσει ριζικά την αξία τους, ρίχνονται στους νεωτεριστές με υβριστικά λόγια και τραβάνε μέχρι επάνω απ' τ' αφτιά τους το κάλυμμα της παιδείας τους. Ο ίδιος αστός που τρέχει στα δικαστήρια όταν θιγεί και προσβληθεί έστω και στο ελάχιστο η προσωπική του αξιοπρέπεια γίνεται τώρα εφευρετικός σε τρομερές προσβολές των άλλων.
Όμως αυτή η μανιασμένη οργή και η άκαρπη διέγερση δεν ελευθερώνει τον αστό, δεν αποφορτίζει και δεν εκκαθαρίζει τον εσωτερικό του κόσμο, δεν εξαφανίζει με κανένα τρόπο την εσωτερική αναταραχή και δυσθυμία του. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης, που δεν έχει να καταμαρτυρήσει στον αστό λιγότερα απ’ όσα αυτός σ' εκείνον, ο καλλιτέχνης μπαίνει στον κόπο να ψάξει και επινοεί και μαθαίνει για την έκφραση της οργής του, της περιφρόνησης του και της πικρίας του μια καινούρια γλώσσα. Νιώθει ότι η εξύβριση δεν ωφελεί σε τίποτα και βλέπει ότι αυτός που βρίζει βρίσκεται εν αδίκω. Και επειδή στην εποχή μας δεν έχει άλλο ιδανικό παρά το ιδανικό του εαυτού του και μόνο, επειδή δε θέλει και δεν επιθυμεί τίποτα άλλο απ’ το να μείνει ο εαυτός του και να εκφράσει και να κάνει ό,τι η Φύση έχει βάλει μέσα του, δημιουργεί από την εχθρότητά του προς τον αστό το όσο το δυνατόν πιο προσωπικό, το όσο το δυνατόν πιο ωραίο, το όσο το δυνατόν πιο εύγλωττο. Εκφράζει την οργή του όχι με φαρμακερή γλώσσα παρά με μια έκφραση που ζυμώνει και διαμορφώνει μέσα του και που είναι είτε μια καινούρια ειρωνεία είτε μια καινούρια καρικατούρα, ανοίγει έναν καινούριο δρόμο για να μεταμορφώσει το δυσάρεστο και τη δυσφορία του σε κάτι το ευχάριστο και το ωραίο.
Πόσες απέραντα πολλές γλώσσες έχει η φύση και πόσα απέραντα πολλές δημιούργησαν οι άνθρωποι! Οι μερικές χιλιάδες στοιχειώδεις γραμματικές που δημιούργησαν οι λαοί ανάμεσα στα σανσκριτικά και στα βόλαπικ (Παγκόσμια βοηθητική γλώσσα που δημιουργήθηκε το 1879 από τον J.M. Schleyer. Αντικαταστάθηκε από την εσπεράντο.) είναι φτωχικά επιτεύγματα. Είναι φτωχικά γιατί σε όλες τις περιπτώσεις αρκέστηκαν μόνο στα απολύτως απαραίτητα, και αυτά που οι πολίτες θεωρούν μεταξύ τους σαν απολύτως απαραίτητα είναι πάντοτε το να κερδίζουν λεφτά, να φτιάχνουν ψωμί και τα παρόμοια. Με αυτές τις απασχολήσεις δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν γλώσσες. Ποτέ δεν μπόρεσε μια ανθρώπινη γλώσσα (εννοώ μια γραμματική) να φτάσει έστω και κατά το ήμισυ τη λαμπρότητα και το πνεύμα που σπαταλάει μια γάτα στους ελιγμούς της ουράς της ή ένα παραδείσιο πουλί για το ασημοστόλισμα των νυφικών του ρούχων.
Κι όμως, μόλις ο άνθρωπος έγινε ο εαυτός του και όχι μιμητής των μελισσών και των μυρμηγκιών, ξεπέρασε το παραδείσιο πουλί και τη γάτα και όλα τα ζώα ή τα φυτά. Επινόησε γλώσσες που εκφράζουν πολύ καλύτερα απ' όσο τα γερμανικά, τα ελληνικά ή τα ιταλικά. Με μαγικό τρόπο δημιούργησε θρησκείες, αρχιτεκτονικές, ζωγραφικές, φιλοσοφίες, μουσική, που το εκφραστικό παιχνίδι τους και ο χρωματικός πλούτος τους ξεπερνούν κατά πολύ όλα τα παραδείσια πουλιά και όλες τις πεταλούδες. Όταν σκέφτομαι «ιταλική ζωγραφική», πώς ακούγεται αυτό πλούσιο και χιλιόπλευρο! Χορωδίες γεμάτες ευλάβεια και γλυκύτητα, όργανα κάθε λογής με ήχους γεμάτους μακαριότητα, ευωδιά από γεμάτη ευσέβεια δροσεράδα μέσα σε μαρμαρένιες εκκλησίες, καλόγεροι που γονατίζουν κατανυκτικά και ωραίες γυναίκες που κυριαρχούν βασιλικά σε θερμά τοπία. Ή όταν σκεφτώ «Σοπέν»: ήχοι πέφτουν απαλά και μελαγχολικά μέσα στη νύχτα σαν μαργαριτάρια, μοναχική ακούγεται η παραπονιάρικη νοσταλγία από την ξενιτιά με τον ήχο των χορδών, οι πιο προσωπικοί πόνοι εκφράζονται με αρμονίες και δυσαρμονίες απέραντα πιο σωστά και πιο λεπτά απ’ όσο μπορεί να εκφραστεί η κατάσταση κάποιου άλλου που υποφέρει δοσμένη μ' όλες τις επιστημονικές λέξεις, αριθμούς και τύπους.
Ποιος πιστεύει ότι ο Βέρθερος και ο Βίλελμ Μάιστερ έχουν γραφτεί στην ίδια γλώσσα; Ότι ο Ζαν Πολ μίλησε την ίδια γλώσσα με εκείνη των δασκάλων μας στα σχολεία; Κι αυτοί είναι ποιητές! Έπρεπε να δουλέψουν με μια γλώσσα φτωχή και στεγνή, έπρεπε να δουλέψουν μ' ένα εργαλείο που ήταν φτιαγμένο για κάτι εντελώς διαφορετικό.
Πρόφερε τη λέξη «Αίγυπτος» και θ' ακούσεις μια γλώσσα που εξυμνεί το Θεό με επιβλητικές, χαλκόηχες συγχορδίες, γεμάτη από την αίσθηση του Αιώνιου και γεμάτη φόβο για το πεπερασμένο: βασιλιάδες κοιτάζουν με πέτρινα μάτια αδυσώπητα πάνω από εκατομμύρια σκλάβους και πάνω από όλα και πέρα από όλα δε βλέπουν παρά πάντοτε το θάνατο με το σκοτεινό μάτι. Ιερά ζώα κοιτάζουν με ακίνητη ματιά σοβαρά και γήινα. Λουλούδια λωτού ευωδιάζουν γλυκά στα χέρια χορευτριών. Ένας κόσμος, ένας αστροφώτιστος ουρανός γεμάτος κόσμους, είναι αυτό το «Αίγυπτος», μπορείς να ξαπλωθείς ανάσκελα και επί ένα μήνα να μη βλέπεις με τη φαντασία σου παρά αυτό και μόνο. Αλλά ξαφνικά σου έρχεται κάτι άλλο στο νου. Ακούς το όνομα «Ρενουάρ» και χαμογελάς και βλέπεις ολόκληρο τον κόσμο ν' αναλύεται με στρογγυλές κινήσεις του χρωστήρα ρόδινος, φωτεινός, χαρωπός. Και λες «Σοπενχάουερ» και βλέπεις αυτόν τον ίδιο κόσμο να απεικονίζεται με χαρακτηριστικά ανθρώπων βασανισμένων που σε νύχτες αγρύπνιας έχουν κάνει την οδύνη θεότητά τους και που με σοβαρά πρόσωπα πορεύονται σαν προσκυνητές σ' ένα μακρύ σκληρό δρόμο που οδηγεί σ' έναν ατέλειωτα σιωπηλό, ατέλειωτα πενιχρό, θλιβερό παράδεισο. Ή σου έρχεται στο νου ο ήχος «Βαλτ και Βουλτ» και ολόκληρος ο κόσμος Ζαν-πολικά —ευλύγιστος μαζεύεται γύρω από μια γερμανική φωλιά στενοκέφαλων όπου η ψυχή της ανθρωπότητας, χωρισμένη σε δυο αδέρφια— τον Βαλτ και τον Βουλτ —βαδίζει ανέμελα μέσα από το όνειρο φόβου μίας παράξενης διαθήκης και τις ίντριγκες ενός πλήθους σχολαστικών.
Ευχαρίστως συγκρίνει ο αστός τους ονειροπόλους με τους τρελούς. Ο αστός διαισθάνεται σωστά ότι ο ίδιος θα έπρεπε να τρελαθεί αμέσως αν άφηνε τον εαυτό του να κοιτάξει — όπως κάνει ο καλλιτέχνης, ο φιλόσοφος, ο θρησκευόμενος— μέσα στο βάραθρο του εσωτερικού εαυτού του. Μπορεί αυτό το βάραθρο να το ονομάζουμε ψυχή ή Ασυνείδητο ή ό,τι άλλο, απ' αυτό όμως ξεκινάει κάθε κίνηση της ζωής μας. Ο αστός έχει τοποθετήσει ανάμεσα στον εαυτό του και στην ψυχή του ένα φρουρό, το Συνειδητό, μια Ηθική, μια Υπηρεσία Ασφαλείας, και δεν αναγνωρίζει τίποτα από όσα έρχονται απ' αυτό το βάραθρο της ψυχής χωρίς να έχει πρώτα σφραγιστεί απ' αυτή την Υπηρεσία Ασφαλείας. Ο καλλιτέχνης όμως κατευθύνει τη μόνιμη δυσπιστία του όχι εναντίον της χώρας της ψυχής αλλά ακριβώς εναντίον κάθε συνοριακής Υπηρεσίας και μπαινοβγαίνει κρυφά ανάμεσα στο Εδώ και στο Εκεί, ανάμεσα στο Συνειδητό και στο Ασυνείδητο, νιώθοντας και στα δυο σαν στο σπίτι του.
Αν μείνει από την εδώ πλευρά, από τη γνωστή ορατή πλευρά όπου κατοικεί και ο αστός, τότε τον καταπιέζει ανείπωτα η φτώχεια όλων των γλωσσών και το να είναι ποιητής τού φαίνεται μια ζωή γεμάτη αγκάθια. Αν όμως μείνει από την άλλη πλευρά, στη χώρα της ψυχής, τότε του νεύουν μαγικά λέξη με τη λέξη όλοι οι ζωογόνοι άνεμοι, τα αστέρια του τραγουδούν και τα βουνά του χαμογελούν και ο κόσμος είναι τέλειος κι εκεί είναι η γλώσσα του Θεού. Εκεί δε λείπει καμιά λέξη και κανένα ψηφίο, εκεί μπορούν να ειπωθούν τα πάντα, εκεί όλα αντηχούν υπέροχα, εκεί όλα είναι λυτρωμένα.






ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Από τότε που η «ψυχανάλυση» του Φρόιντ προκάλεσε ενδιαφέρον πέρα από το στενότατο κύκλο των νευρολόγων, από τότε που ο μαθητής του Φρόιντ, ο Γιουνγκ, οικοδόμησε και εν μέρει έκανε δημόσια γνωστή την ψυχολογία του Ασυνειδήτου και τη διδασκαλία των τύπων του, από τότε που η αναλυτική ψυχολογία στράφηκε άμεσα και προς το λαϊκό μύθο, το θρύλο και την ποίηση, υπάρχει ανάμεσα στην Τέχνη και στην ψυχανάλυση μια στενή και γόνιμη προσέγγιση. Είτε συμφωνούσε κανείς στις λεπτομέρειες και στα πιο στενά επιμέρους ζητήματα με τη διδασκαλία του Φρόιντ είτε όχι, το γεγονός είναι ότι τα αναμφισβήτητα ευρήματά του υπήρχαν και ασκούσαν επίδραση.
Έπρεπε να το περιμένει κανείς ότι οι καλλιτέχνες θα εξοικειώνονταν γρήγορα με αυτόν τον τόσο καινούριο και τόσο πολλαπλά γόνιμο τρόπο θεώρησης. Πάρα πολλοί ενδιαφέρθηκαν σαν νευρωτικοί για την ψυχανάλυση. Αλλά και πέρα απ' αυτούς υπήρξε ανάμεσα στους καλλιτέχνες η τάση και η προθυμία να στηριχτούν πιο πολύ στη θεμελιωμένη ψυχολογία παρά στην επίσημη επιστήμη. Το ριζοσπαστικό που εδραιώνεται στην ιδιοφυία πάντοτε κερδίζει τον καλλιτέχνη πιο εύκολα απ' όσο οι θεωρίες των καθηγητών. Και σήμερα βλέπουμε τη νέα γενιά των καλλιτεχνών να συζητά για τον κόσμο των ιδεών του Φρόιντ και να τον αποδέχεται περισσότερο απ' όσο κάτι τέτοιο γίνεται από γιατρούς και ψυχολόγους.
Στο μεμονωμένο καλλιτέχνη, όταν δεν αρκούνταν να λάβει το πράγμα σαν ένα καινούριο θέμα συζήτησης στο καφενείο, γεννήθηκε γρήγορα η τάση να διδαχτεί από τη νέα ψυχολογία και του γεννήθηκε το ερώτημα αν και μέχρι ποιο βαθμό οι νέες ψυχολογικές απόψεις θα μπορούσαν να είναι προς όφελος της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Θυμάμαι ότι πριν περίπου δυο χρόνια ένας γνωστός μου σύστησε τα δυο μυθιστορήματα του Λέοναρντ Φρανκ λέγοντάς μου ότι περιείχαν όχι μοναχά λογοτεχνικά κομμάτια αξίας αλλά ταυτόχρονα και «ένα είδος εισαγωγής στην ψυχανάλυση». Από τότε και στο εξής διάβασα μερικά λογοτεχνήματα όπου τα ίχνη της απασχόλησης των συγγραφέων τους με τη θεωρία του Φρόιντ ήταν ολοφάνερα. Ακόμα κι εμένα, που δεν είχα ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για τη νεότερη επιστημονική ψυχολογία, μου φαινόταν ότι σε μερικά κείμενα του Φρόιντ, του Γιουνγκ, του Στέκελ και άλλων λεγόταν κάτι το καινούριο και το σημαντικό. Τα διάβασα με την πιο μεγάλη προσοχή και βρήκα ότι όλα όσα έγραφαν ερμηνεύοντας το ψυχολογικό Γίγνεσθαι επιβεβαίωναν τις προσωπικές παρατηρήσεις μου και τις αντιλήψεις που είχα σχηματίσει διαβάζοντας λογοτέχνες. Εδώ βλέπεις να εκφράζονται και να διατυπώνονται σ' αυτά όσα πρέσβευα κι εγώ σαν διαίσθηση και σαν φευγαλέα σκέψη και εν μέρει σαν συνειδητοποιημένη γνώση.
Η γονιμότητα της καινούριας θεωρίας αποδείχτηκε ευθύς αμέσως με τη χρησιμοποίηση της τόσο σε λογοτεχνικά έργα όσο και στην παρατήρηση της καθημερινής ζωής. Είχε κανείς τώρα ένα επιπλέον κλειδί, όχι κανένα απόλυτα μαγικό κλειδί, ωστόσο ένα έξοχο νέο εργαλείο που η χρησιμότητα του και η αξιοπιστία του φάνηκαν γρήγορα. Δε σκέφτομαι, βέβαια, τις φιλολογικο-ιστορικές μεμονωμένες προσπάθειες που θέλουν να παρουσιάσουν τη ζωή του λογοτέχνη σαν μια όσο το δυνατόν πιο λεπτομερειακή ιστορία αρρώστιας˙ αν και οι διαπιστώσεις και τα δοκίμια που αφορούσαν την ψυχολογική κατάσταση του Νίτσε μας ήταν πέρα για πέρα πολύτιμα. Η γνώση του ότι υπάρχει Ασυνείδητο και η παρατήρηση αυτού του Ασυνείδητου, τα απωθημένα, η επαναφορά τους κλπ., έδωσαν με σαφήνεια το όλο ψυχικό σχήμα που έγινε ολοφάνερο.
Αν όμως έγινε κατά κάποιο τρόπο εύκολο για τον καθένα να χρησιμοποιεί την ψυχολογία, η χρησιμότητα της για τον καλλιτέχνη παρέμεινε πολύ αμφίβολη. Όπως η ιστορική γνώση ελάχιστα δημιουργεί την ικανότητα του να γράψει κανείς ιστορικά ποιήματα και όπως η γνώση της βοτανικής και της γεωλογίας ελάχιστα βοηθούν στην περιγραφή ενός τοπίου, έτσι και η πιο καλή επιστημονική ψυχολογία δεν μπόρεσε να βοηθήσει στην απεικόνιση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Είδαμε, βέβαια, πώς οι ψυχαναλυτές χρησιμοποιούν παντού σαν τεκμήριο και σαν πηγή διαπιστώσεων τη λογοτεχνία της προ-ψυχαναλυτικής εποχής. Όμως ο ποιητής αποδείχτηκε ότι είναι εκπρόσωπος ενός ιδιαίτερου τρόπου σκέψης που ξεφεύγει ολότελα από τον ψυχαναλυτικό. Παρά την από μέρους του παραδοχή της νέας ψυχικής επιστήμης, τι άλλο θα μπορούσε ν' απομείνει στον ποιητή από το να εξακολουθήσει να ονειρεύεται και ν' ακολουθεί τη φωνή του Ασυνειδήτου του;
Όχι, δεν του απόμενε τίποτ' άλλο. Όποιος δεν ήταν από πριν ποιητής, όποιος δεν είχε πραγματώσει την εσωτερική δομή της ψυχικής ζωής, αυτόν όλη η ψυχανάλυση του κόσμου δεν μπορούσε να τον κάνει ικανό να φωτίσει τον κόσμο της ψυχής. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα καινούριο σχήμα, μπορούσε ίσως προς στιγμή να ξαφνιάσει, όμως δεν μπορούσε ν' ανεβάσει ουσιαστικά τις δυνάμεις του με την ψυχανάλυση και μόνο. Η ποιητική ενατένιση ψυχικών συμβάντων έμεινε, όπως και πριν, ζήτημα του ταλέντου της διαίσθησης, όχι του ταλέντου της ανάλυσης.
Ωστόσο, μ' αυτά που είπαμε δεν έληξε το ζήτημα. Πραγματικά μπορεί από το δρόμο της ψυχανάλυσης να προωθηθεί σημαντικά ο καλλιτέχνης. Όσο είναι λαθεμένο το να χρησιμοποιεί την τεχνική της ανάλυσης στην καλλιτεχνική του δημιουργία τόσο είναι σωστό να παίρνει στα σοβαρά την ψυχανάλυση και να την παρακολουθεί. Βλέπω να κάνει ο ποιητής τρεις διαπιστώσεις ακολουθώντας το δρόμο της ψυχανάλυσης.
Πρώτα απ' όλα τη διαπίστωση της αξίας της φαντασίας, του πλασματικού. Όταν παρατηρήσει ο καλλιτέχνης τον εαυτό του αναλυτικά, δεν του μένει κρυφό το ότι στις αδυναμίες από τις οποίες υποφέρει ανήκει μια δυσπιστία για τη φαντασία του, μια ξένη φωνή μέσα του που δίνει δίκιο στην αστική αντίληψη και διαπαιδαγώγηση και θέλει ν' αφήσει ολόκληρη τη δημιουργία του να είναι «μόνο» μια ωραία φαντασίωση. Ακριβώς όμως η ανάλυση είναι αυτή που διδάσκει εμφαντικά τον καλλιτέχνη πώς αυτό που εκτιμούσε «μόνο» σαν φαντασία είναι ακριβώς μια ύψιστη αξία και του θυμίζει βροντόφωνα την ύπαρξη ψυχικών βασικών απαιτήσεων όπως και τη σχετικότητα όλων των αυθαίρετων μέτρων κρίσης και αποτιμήσεων. Η ανάλυση επιβεβαιώνει τον καλλιτέχνη στον ίδιο τον εαυτό του. Ταυτόχρονα του αφήνει ελεύθερο ένα πεδίο καθαρά διανοητικής δραστηριότητας στην αναλυτική ψυχολογία.
Αυτήν τη χρησιμότητα της μεθόδου μπορεί, βέβαια, να τη μάθει κι εκείνος που τη γνωρίζει μόνο εξωτερικά. Οι άλλες δύο αξίες όμως γίνονται γνωστές μοναχά σε όποιον δοκιμάζει την ψυχανάλυση ριζικά και σοβαρά στο ίδιο το πετσί του, σ' αυτόν για τον οποίο η ανάλυση δε γίνεται μια διανοητική υπόθεση αλλά ένα βίωμα. Απ' όποιον αρκείται στο να πάρει μερικές εξηγήσεις για το «κόμπλεξ» του και να έχει μόνο μερικές διατυπώσιμες πληροφορίες, διαφεύγουν οι σημαντικές αξίες.
Σε όποιον έχει διανύσει σοβαρά μια μεγάλη απόσταση στο δρόμο της ανάλυσης, της αναζήτησης ψυχικών γενεσιουργών αιτίων σε αναμνήσεις, όνειρα και διασυνδέσεις, μένει σαν μόνιμο κέρδος αυτό που ονομάζουν «στενή εσωτερική σχέση με το ατομικό Ασυνείδητο». Αυτός βιώνει ένα πιο ζεστό, πιο γόνιμο, πιο γεμάτο πάθος πηγαινέλα ανάμεσα στο Συνειδητό και στο Ασυνείδητο. Παίρνει μαζί του και φέρνει στο φως πολλά από αυτά που αλλιώς μένουν «στο κατώφλι» και που διαδραματίζονται μόνο σε όνειρα που μένουν απαρατήρητα.
Κι αυτό πάλι συνδέεται στενά με τα εξαγόμενα από την ψυχανάλυση για την προσωπική συνείδηση. Η ανάλυση έχει, πριν απ' οτιδήποτε άλλο, μια μεγάλη θεμελιακή απαίτηση που για την παράκαμψή της και την παραμέληση της εκδικείται σε λίγο και που το αγκάθι αυτής της εκδίκησης χώνεται πολύ βαθιά και αφήνει ανεξάλειπτα ίχνη. Συγκεκριμένα, η ανάλυση απαιτεί ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας, στην οποία δεν είμαστε συνηθισμένοι. Μας διδάσκει έτσι να βλέπουμε, να αναγνωρίζουμε, να εξετάζουμε ακριβώς αυτό που είχαμε κρύψει με την πιο μεγάλη επιτυχία στα βάθη του είναι μας, αυτό που γενιές ολόκληρες είχαν απωθήσει στο βάθος του εαυτού τους κάτω από συνεχή καταπίεση. Αυτό είναι ήδη από τα πρώτα βήματα που κάνει κανείς στην ανάλυση˙ ένα τρομερό, μεγαλειώδες βίωμα, ένας συγκλονισμός από τις ρίζες του Είναι του. Όποιος μείνει σταθερός σ' αυτή την ανάλυση και προχωρήσει πιο πέρα βλέπει βήμα με το βήμα τον εαυτό του πιο απομονωμένο, πιο αποκομμένο από συμβατικότητες και από μέχρι τότε θεωρήσεις, νιώθει την ανάγκη να θέσει ερωτήματα και να εκφράσει αμφιβολίες που δε σταματούν μπροστά σε τίποτα. Σαν αντάλλαγμα όμως βλέπει ή διαισθάνεται όλο και πιο πολύ πίσω από τα παρασκήνια την αδυσώπητη εικόνα της αλήθειας να ανεβαίνει, την εικόνα της φύσης. Γιατί μόνο με την εντατική αυτοεξέταση της ανάλυσης βιώνεται ένα κομμάτι της ιστορίας της εξέλιξης και ενδοσκοπείται με το αίσθημα που στάζει αίμα. Γυρίζοντας προς τα πίσω, μέσω πατέρα και μητέρας, μέσω χωρικού και νομάδα, μέσω πιθήκου και ψαριού, πουθενά δε βιώνεται η καταγωγή, η διασύνδεση και η ελπίδα του ανθρώπου τόσο συγκλονιστικά και τόσο σοβαρά όσο σε μια σοβαρή ψυχανάλυση. Εκεί το ό,τι μάθαμε γίνεται ορατό, το ό,τι ξέραμε γίνεται χτύπος καρδιάς και όσο ανεβαίνουν στην επιφάνεια και φωτίζονται οι φόβοι, οι αμηχανίες, τα απωθημένα, τόσο πιο καθαρά και πιο απαιτητικά ανεβαίνει στην επιφάνεια η σημασία της ζωής και της προσωπικότητας.
Αυτή την απαιτητική, παροτρυντική δύναμη της ανάλυσης κανένας δεν μπορεί να τη νιώσει πιο έντονα απ' όσο ο λογοτέχνης. Γιατί εκείνος δε στοχεύει στην όσο το δυνατόν πιο άνετη προσαρμογή του στον κόσμο και στα ήθη του παρά στοχεύει στο Ανεπανάληπτο που εκπροσωπεί ο ίδιος.
Ανάμεσα στους λογοτέχνες του παρελθόντος υπήρξαν μερικοί πολύ κοντά στη γνώση των ουσιαστικών στοιχείων της ψυχανάλυσης. Πιο κοντά απ' όλους ο Ντοστογιέφσκι που όχι μόνο ακολούθησε αυτόν το δρόμο ενστικτώδικα πριν τον Φρόιντ και τους μαθητές του αλλά κατείχε ήδη μια ορισμένη πρακτική και τεχνική της ψυχολογίας αυτού του είδους. Ανάμεσα στους μεγάλους Γερμανούς λογοτέχνες ο Ζαν Πολ είναι εκείνος που οι αντιλήψεις του για τα ψυχικά γεγονότα είναι πιο κοντινές προς τις σημερινές αντιλήψεις. Παράλληλα ο Ζαν Πολ είναι το φωτεινό παράδειγμα του καλλιτέχνη για τον οποίο η βαθιά, ζωντανή αντίληψη της μόνιμης στενής επαφής με το Ασυνείδητο του γίνεται αιώνια πηγή δημιουργίας.
Τελειώνοντας θ' αναφέρω ένα λογοτέχνη τον οποίο είμαστε συνηθισμένοι να θεωρούμε μεν καθαρά ιδεαλιστή όχι όμως και να τον συγκαταλέγουμε στους ονειροπόλους, παρά σε γενικές γραμμές περισσότερο στους διανοούμενους καλλιτέχνες. Ο Όττο Ρανκ ανακάλυψε πρώτος το ακόλουθο σημείο ενός γράμματος σαν μια από τις πιο εκπληκτικές προσύγχρονες διαπιστώσεις για την ψυχολογία του Ασυνείδητου. Ο Σίλερ γράφει στον Κέρνερ που παραπονιέται για διαταραχές στην παραγωγικότητά του: «Η αιτία του παραπόνου σου βρίσκεται, όπως μου φαίνεται, στην πίεση που ασκεί το λογικό σου στη φαντασία σου. Μου φαίνεται ότι δεν είναι καλό και ότι αποτελεί μειονέκτημα για τα δημιουργικά έργα της ψυχής όταν η λογική εξετάζει υπερβολικά αυστηρά το κύμα των ιδεών που βρίσκονται ήδη προ των πυλών. Μια ιδέα, όταν την παρατηρήσει κανείς μεμονωμένα μπορεί να είναι πολύ ασήμαντη και πολύ παρακινδυνευμένη˙ όμως, ίσως γίνεται σημαντική αν συνδυαστεί με άλλες ιδέες που την ακολουθούν. Μπορεί σε μια διασύνδεση με άλλες που χωριστά φαίνονται ίσως το ίδιο ανούσιες να δώσει κάτι το πολύ αξιόλογο. Όλα αυτά όμως δεν μπορεί να τα κρίνει η λογική για όσο διάστημα βλέπει τις ιδέες μεμονωμένα και όχι σε μεταξύ τους διασύνδεση. Όμως σε ένα δημιουργικό κεφάλι η λογική —έτσι μου φαίνεται— παύει να στέκεται φρουρός μπροστά στις πύλες, αφήνει τις ιδέες να εισβάλουν pȇle mȇle (σ.σ. ανακατεμένα) και μόνο τότε εξετάζει η λογική και ξεδιαλέγει απ' το μεγάλο σωρό».
Σ' αυτό το κείμενο έχει εκφραστεί κλασικά η ιδανική σχέση της διανοητικής κριτικής προς το Ασυνείδητο. Δηλαδή ούτε απώθηση του αγαθού πού εκπηγάζει από το Ασυνείδητο, από τη μη ελεγχόμενη έμπνευση, από το όνειρο, από την ψυχολογία, ούτε παράδοση στην αδιαμόρφωτη απεραντοσύνη του Ασυνείδητου, αλλά αφούγκρασμα της φωνής των κρυφών πηγών και τότε μόνο επέμβαση της λογικής και κριτική και επιλογή από το χάος —μ' αυτόν τον τρόπο έχουν εργαστεί οι μεγάλοι καλλιτέχνες.
Αν μια τεχνική μπορεί να βοηθήσει στο να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, αυτή η τεχνική είναι η ψυχανάλυση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: