Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Σηκωμένος αναπτήρας.


Χώρος: Η σκηνή είναι χωρισμένη στα δύο με έναν κάθετο, στο μέσο της, σε αυτήν τοίχο που επιτρέπει στους θεατές να βλέπουν ολόκληρους τους δύο χώρους εκατέρωθεν αυτού. Η αυλαία όμως ανοίγοντας σταματά στο μέσο της σκηνής έτσι ώστε να διακρίνεται μόνον ο ένας χώρος, ο αριστερός όπως φαίνεται από το χώρο των θεατών (σ.σ. σε όλο το υπόλοιπο έργο οι προσανατολισμοί δεξιά ή αριστερά θα αφορούν το πώς διακρίνονται από το χώρο των θεατών) και οριακά ο κάθετος τοίχος.
Στο μέσο και προς τα πίσω του χώρου που φαίνεται διακρίνεται ένα τραπέζι πολυτελούς χώρου αναψυχής (μιας καφετέριας πολυτελούς ξενοδοχείου) με δύο καθίσματα. Το τραπέζι ακουμπάει σε τοίχο, στον οποίο, ακριβώς πάνω από το ύψους του τραπεζιού, υπάρχει μεγάλος κορνιζαρισμένος καθρέφτης με εκατέρωθεν του δυο απλίκες φωτισμού. Στη δεξιά καρέκλα κάθεται ένας ιδιαίτερα εμφανίσιμος νεαρός 25 περίπου χρονών ντυμένος με τζην και μπλουζάκι τύπου polo και φοράει αθλητικά παπούτσια. Κρατάει μια αθλητική εφημερίδα, αλλά φαίνεται πως ελάχιστα ενδιαφέρεται για το περιεχόμενό της, πίνει καφέ, δεν καπνίζει ενώ σε εμφανές σημείο πάνω στο τραπέζι διακρίνεται ένας όρθια τοποθετημένος αναπτήρας.

[Βρισκόμαστε στην Αθήνα κάπου αρχές με μέσα της δεκαετίας του 80. Δεν υπήρχανε κινητά τηλέφωνα ή διαδίκτυο και κάποιοι εμφανίσιμοι, γυμνασμένοι και χαρισματικοί νεαροί από οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων εξασφάλιζαν αρκετά χρήματα και ακριβά δώρα, όπως επώνυμα ρούχα και ρολόγια - σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις το δώρο μετά από κάποιες συναντήσεις μπορούσε να είναι και αυτοκίνητο, από κυρίες, όχι απαραίτητα μέσης και πάνω ηλικίας ή κακής εμφάνισης, που όμως μπορούσανε να πληρώσουν ένα σημαντικό ποσό για να συνευρεθούν ερωτικά μαζί τους, για κάποιες ώρες, σε δωμάτιο πολυτελούς ξενοδοχείου, που πλήρωναν οι ίδιες, του κέντρου της Αθήνας ή της λεωφόρου Συγγρού. Φυσικά οι νεαροί αυτοί δεν δουλεύανε μόνοι τους, αλλά σε κάποιο κύκλωμα που τους παρείχε «προστασία», το οποίο βεβαίως έπαιρνε μεγάλο μέρος των χρημάτων.
Ο διαθέσιμος νεαρός, για να αποφεύγονται οι κάθε είδους παρεξηγήσεις, φρόντιζε να κάθεται μόνος του, ντυμένος ιδιαίτερα προσεγμένα, σε χώρο αναψυχής πολυτελούς ξενοδοχείου, να μην καπνίζει αλλά να έχει έναν αναπτήρα πάνω στο τραπέζι να στέκεται όρθιος. Η ενδιαφερόμενη πελάτης κυρία (χωρίς αυτό να αποκλείει και άνδρες, αλλά στις περιπτώσεις αυτές ο νεαρός δεν ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί - το κύκλωμα που ανήκε είχε πάντα τρόπο να ελέγχει γιατί αρνήθηκε σε μια κυρία) πλησίαζε στο τραπέζι και έριχνε διακριτικά τον αναπτήρα. Αφού άκουγε μια απάντηση όπως: «Παρακαλώ καθίστε», καθόταν και μες σε 2-3 λεπτά είχε αποδεχθεί (το σύνηθες) ή απορρίψει τις οικονομικές απαιτήσεις του εκδιδόμενου νεαρού. Σπάνια, για ελαχιστοποίηση του κινδύνου τυχαίας συνάντησης, παράγγελνε ποτό ή καφέ και ελάχιστα μετά πήγαινε να κανονίσει στη reception. Συναντιόντουσαν πάλι στο ασανσέρ προς το δωμάτιο.]

O Κώστας, ο νεαρός που περιμένει πελάτισσα, είναι από κάποια συνοικία του λεκανοπεδίου της αττικής και σπουδάζει στο πολυτεχνείο της Πάτρας. Η οικογένεια του έχει κακή οικονομική κατάσταση. Όταν πέρασε, ευτυχώς μπόρεσε να εξασφαλίσει θέση στη φοιτητική εστία, ο πατέρας του τού είπε ότι δεν θα μπορούσε να του προσφέρει χρήματα για το χαρτζιλίκι του πλην κάποιων ελάχιστων στην αρχή. Φρόντισε να βρει δουλειά σε εστιατόριο, που τον απασχολούσε τα Σαββατοκύριακα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, κάλυπτε τα έξοδά του και δεν χρειαζότανε να ζητάει από την οικογένειά του. Πολλές φορές πάντως διαμαρτυρόταν ότι αυτό τον κούραζε πολύ και έχανε και τα Σαββατοκύριακα. Στο δεύτερο έτος γνωρίστηκε με την Άννα, μια όμορφη φοιτήτρια της φιλοσοφικής σχολής στην Πάτρα, από μια μικροαστική οικογένεια που δεν έδειχνε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Όχι μόνο δεν ήταν ο πρώτος της ολοκληρωμένος δεσμός - το αντίθετο μάλιστα, για μια κοπέλα 18-20 χρονών την εποχή εκείνη, δεν ήταν και κάτι το σπάνιο -, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι η Άννα είχε μια ιδιαίτερη ελευθεριότητα στα ερωτικά θέματα ενώ απολάμβανε ιδιαίτερα τη φύση του. Του έλεγε μάλιστα ότι συζήταγε με τη Μαίρη, την πιο κολλητή της φίλη, τις επιδόσεις του.
Σε μια συνάντησή τους, του πρότεινε να έρθει και η φίλη της. Του είπε μάλιστα ότι δεν έχει πρόβλημα να μοιράζεται με τις φίλες της τους άντρες που είναι σαν και αυτόν. Εξάλλου μόνον τέτοιοι άντρες την ενδιαφέρουν. «Αυτοί» που, όπως είχε πει, στο «Λεωφορείο ο Πόθος», η Μπλανς στην αδελφή της Στέλλα για τον άντρα που η δεύτερη είχε παντρευτεί, «δεν κάνουνε για οικογένεια, αλλά για γυναίκες όταν τις καβαλάει ο διάολος». «Τέτοιους άντρες», έλεγε, «κάποιες κυρίες τους πληρώνουνε».
Τελειώνοντας, την ίδια χρονιά, το δεύτερο έτος, έτυχε να βρεθεί με παρέα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη λεωφόρο Συγγρού όπου παρατήρησε δύο νεαρούς μόνους να κάθονται με τους αναπτήρες όρθιους και τοποθετημένους σε εμφανές σημείο στα τραπέζια τους. Παρατήρησε το πώς τους πλησίασαν δύο εμφανίσιμες και ακριβά ντυμένες κυρίες γύρω στα σαράντα, που κάθονταν ενωρίτερα μαζί, και πώς τους πήραν η κάθε μία ξεχωριστά και φύγανε προς τα ασανσέρ. Ρώτησε, «από περιέργεια» του είπε, έναν της παρέας του και έμαθε το ότι γίνεται. Πήγαινε για τις επόμενες τρεις μέρες την ίδια ώρα, στο ίδιο ξενοδοχείο, κατάλληλα ντυμένος και καθότανε μόνος σε εμφανές σημείο για καφέ, έχοντας ένα πακέτο τσιγάρα δίπλα του, χωρίς να καπνίζει (εξάλλου δεν κάπνιζε) και χωρίς να τοποθετεί αναπτήρα στο τραπέζι. Την τρίτη φορά τον ρώτησε ένα γκαρσόνι αν σήμερα περιμένει παρέα γιατί τον έχει δει τρεις φορές να έρχεται και να φεύγει μόνος του. Του είπε ότι προτιμά να έρχεται μόνος του και αν ξέρει πού θα μπορούσε να βρει αυτούς τους αναπτήρες που στέκονται όρθιοι στα τραπέζια. Του απάντησε, σύντομα και σχεδόν φεύγοντας, ότι δεν καταλαβαίνει και ούτε έχει προσέξει κάτι περίεργο με αναπτήρες. Πήγε άλλες δύο φορές και κανείς δεν τον πλησίασε. Φεύγοντας, την πέμπτη φορά, τον σταμάτησε λίγα μέτρα έξω από το ξενοδοχείο, ένας 60άρης άντρας που συνοδευότανε από δύο γεροδεμένους νεαρούς. Δεν ήξερε κανέναν τους. Του ζήτησε, μάλιστα του απευθύνθηκε με το ονοματεπώνυμό του, εάν τον ενδιέφεραν οι αναπτήρες, να κάτσουνε να τα πούνε σε μια καφετέρια κάπου κοντά. Ήταν αρκετά έξυπνος για να ρωτήσει πού έμαθαν τα στοιχεία του και επίσης δεν χρειάστηκε πάνω από μια ώρα συζήτησης για να συμφωνήσουνε. Θα ζήταγε 100.000 δρχ για έξι με οκτώ ώρες. Τα 60 χιλιάρικα αυτοί και τα 40 χιλιάρικα αυτός. Φυσικά πρώτα θα δοκιμαζόταν ότι θα μπορούσε να ικανοποιεί τις κυρίες. Η δοκιμή, με μια μέτριας προς κακή εμφάνισης 50άρα κρίθηκε ως εξαιρετικά επιτυχημένη και σύντομα έπιασε δουλειά, αλλά σε διαφορετικό, πολυτελές φυσικά, κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας. Του συστήσανε να μην έχει φιλενάδα και αν έχει να διακόψει, να μην πει σε κανέναν τίποτα, να μην επιχειρήσει να γνωριστεί με άλλους της ίδιας δουλειάς, να μην δώσει σε καμία κυρία τα πραγματικά του στοιχεία ούτε κάτι που θα μπορούσε να προδώσει το πού έμενε, να τους ενημέρωνε για τα δώρα που τυχόν θα του έδινε κάποια κυρία και βέβαια να μην διανοούταν να δουλέψει μόνος του ποτέ και πουθενά. Εάν αποδεικνυότανε καλός θα έπρεπε να δουλέψει για αυτούς τα επόμενα πέντε χρόνια. Μετά δεν θα τον χρειαζόντουσαν και καλό θα ήταν να σταματούσε και να δουλεύει τη δουλειά αυτή. Εννοείται ότι εάν αποφάσιζε να δουλέψει μετά τα πέντε χρόνια, θα έπρεπε να τους πει πρώτα με ποιους θα συνεργαζόταν. Αλλά δεν το βλέπανε σκόπιμο γιατί τα χρήματα που θα είχε εξασφαλίσει, και αν είχε μυαλό δεν θα τα σκορπούσε, θα ήταν πολλά για να κανονίσει τη μετέπειτα ζωή του.
Τα πέντε αυτά χρόνια πέρασαν, αλλά δεν κατάφερε να μαζέψει πολλά χρήματα. Είχε βέβαια αγοράσει ένα διαμέρισμα και ένα αυτοκίνητο, αλλά έφαγε και αρκετά σε διάφορα ταξίδια και αγορές. Πτυχίο δεν είχε πάρει ακόμη.

Ήταν μόλις η τέταρτη φορά που πήγαινε σε αυτό το ξενοδοχείο. Δεν ήταν βέβαια αυτό που δούλευε τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Το επέλεξε για στέκι, όταν, μετά από ένα μήνα αφού είχε σταματήσει, αποφάσισε να συνεχίσει και αφού είχε καταλήξει ότι μια χαρά θα μπορούσε να δουλέψει μόνος του για κανά δυο χρόνια ακόμη. Εξάλλου, είχε καλή μνήμη, αν τυχόν έβλεπε κάποια κυρία που σύχναζε στο προηγούμενο ξενοδοχείο που δούλευε ή κάποιον από τα τρία τέσσερα πρόσωπα των προηγούμενων συνεργατών του που είχε δει ή ακόμη και εκδιδόμενων νεαρών αντρών που γνώριζε και γνώριζαν ότι έκανε τη δουλειά αυτή, θα έφευγε.               
Τον πλησίασε μια γυναίκα πολύ εμφανίσιμη, γύρω στα 35, και του έριξε διακριτικά τον αναπτήρα. Δεν την ήξερε.
«Θα καθίσετε;».
Δεν απάντησε αλλά κάθισε.
«Είστε πολύ όμορφη της είπε».
«Δεν χρειάζομαι κομπλιμέντα ούτε ανόητους συναισθηματισμούς. Είμαι εδώ για αυτό που έχω ανάγκη, να πω στις φίλες μου πόσες φορές μπορεί να με φέρει ένας άντρας σε οργασμό, και όποιος έχει ανάγκη πληρώνει για να την ικανοποιήσει».
«200.000 δραχμές για οκτώ ώρες. Τα χρήματα μπροστά. Το δωμάτιο δικό σας».
«Είσαι τόσο καλός λοιπόν;»
«Έχω και πείρα και προσόντα, αλλά αυτό θα το κρίνετε εσείς… και αν δεν μείνετε ικανοποιημένη…».
Τον διακόπτει απότομα: «Καλά». Ανοίγει την τσάντα της, κάτι βάζει σε ένα φάκελο, τον οποίο βγάζει και του τον δίνει. «Σας εμπιστεύομαι. Ορίστε τα χρήματα. Θα με λες Καίτη. Περιμένετέ με στο ασανσέρ».

Η αυλαία πέφτει για δύο με τρία λεπτά της ώρας.
Όταν ανοίγει φαίνεται τώρα το άλλο μισό, προς τα δεξιά, του χώρου της σκηνής: Ένα δωμάτιο του πολυτελούς ξενοδοχείου. Διακρίνεται κάθετα στη σκηνή ένα διπλό κρεβάτι, δεξιά του ένα κομό με καθρέφτη και δίπλα του από τη μια πλευρά ένα παραθυρόφυλλο με κλειστές τις κουρτίνες και από την άλλη μια πόρτα που οδηγεί στο μπάνιο. Αριστερά μια μεγάλου βάθους ντουλάπα εντοιχισμένη και καλυμμένη με καθρέφτη. Ο Κώστας είναι ξαπλωμένος χωρίς ρούχα και από τη μέση και κάτω σκεπασμένος με ένα σεντόνι. Δίπλα του, όπως συνήθιζε πάντα, τα ρούχα του πεταμένα κάτω. Ακούγεται το νερό του ντους. Σταματά και αμέσως μετά βγαίνει η «Καίτη» καλυμμένη με μπουρνούζι. Γυρίζει να τη δει και αυτή κάνει να ρίξει το μπουρνούζι. Αστραπιαία ανοίγουν τα φύλλα της ντουλάπας, βγαίνουν τρεις γεροδεμένοι άντρες. Οι δύο τον κτυπούνε στο πρόσωπο και το σώμα προτού προλάβει να αντιδράσει ενώ ο τρίτος του κλείνει το στόμα χώνοντάς του ένα κομμάτι ύφασμα. Τον δένουνε χειροπόδαρα και τον κρατούνε σφιχτά. Η γυναίκα, φορώντας το μπουρνούζι, βγάζει, κρατώντας τη με γάντια, μια ένεση από την τσάντα της. Τον πλησιάζει και του κάνει την ένεση. «LSD» του λέει, «Πολλές φορές τη δόση που αντέχει ένας άνθρωπος. Δεν θα κάνει εντύπωση γιατί όλα σχεδόν τα όμορφα αγοράκια σαν και σένα χρειάζονται κάτι να ξεφεύγουν. Είναι αυτό που έχουν ανάγκη… και το LSD είναι το πιο κατάλληλο για όσους θέλουν να “πετάξουν”». Ο ένας από τους τρεις άντρες κάνοντας του λαβή στο χέρι τον υποχρεώνει να πιάσει την ένεση. Περιμένουν λίγο ακίνητοι και αμίλητοι. Αφού έχει ζαλιστεί αρκετά και ενώ οι δύο τού κρατάνε σταθερά τα χέρια και τα πόδια, ο τρίτος κόβει τα σκοινιά στα χέρια και στα πόδια του. Του φοράνε τα εσώρουχα, τις κάλτσες - είναι πια ανίκανος να αντιδράσει και στα πρόθυρα κώματος - και παντόφλες.
«Πετάξτε τον»…
                        


(28.06.2016)

Δεν υπάρχουν σχόλια: