Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Το θαύμα του θανάτου.


Χώρος: Στο χώρο της σκηνής, όπως φαίνεται στην αρχή με το άνοιγμα της αυλαίας, δεν διακρίνεται τίποτα πέρα από ένα μικρό παράθυρο κουζίνας δεξιά (όπως φαίνεται από τις θέσεις των θεατών) καλυμμένο με αντίστοιχο λευκό κουρτινάκι στο οποίο μετά βίας διακρίνονται διάσπαρτα μαύρα στίγματα μεγέθους εντόμου περί το 1 εκατοστό μήκος. Είναι πολύ πρωί και το φως από το μικρό παράθυρο ελάχιστο.

Κάποιος ανοίγει μια ξύλινη εξώπορτα εισόδου στο αριστερό άκρο της σκηνής και μπαίνει στο χώρο. Ανοίγει το φως και κλείνει την πόρτα. Διακρίνεται ο ενιαίος χώρος του σαλονιού και της κουζίνας ενός μικρού εξοχικού σπιτιού με τα έπιπλα, στο κέντρο και αριστερά μπροστά και πίσω της σκηνής, όλα καλυμμένα (πλην της τηλεόρασης και μιας μικρής βιβλιοθήκης με ελάχιστα βιβλία και τέσσερα πέντε κάδρα με φωτογραφίες) με πρόχειρα σεντόνια. Στο πίσω μέρος της σκηνής διακρίνονται και δυο εσωτερικές κλειστές πόρτες. Δεξιά, κάτω από το μικρό παράθυρο, διακρίνεται ο χώρος της κουζίνας με ένα φτηνό νεροχύτη και λίγα ντουλάπια κουζίνας. Επίσης ένα ψυγείο και μια κουζίνα δίπλα του. Ακριβώς δίπλα τους, στο δεξιότερο άκρο της σκηνής, διακρίνεται μια ξύλινη εξώπορτα κουζίνας, αλλά χωρίς παράθυρο (πιθανόν για λόγους ασφάλειας) όπως και η εξώπορτα εισόδου, και μπροστά της μια πλαστική ντουλάπα μπαλκονιού ενός περίπου μέτρου.
Ο άντρας, ένας τυπικός 50άρης, μόλις που μπήκε, στέκεται για λίγο και μονολογεί:
-Πώς τα καταφέρνω κάθε χρόνο να ξεχνάω κάτι και να πρέπει να επιστρέψω να το πάρω. Ό,τι και να κάνω, όσο και να προσπαθήσω να μην ξεχάσω τίποτα, κάθε χρόνο, πάντα κάτι θα ξεχνάω. Δεν μπορεί, δεν εξηγείται εκτός αν αυτό είναι κάτι αναπόσπαστο του εαυτού μου. Μάλλον θα πρέπει να πάψει να με ενοχλεί και να το πάρω απόφαση. Δεν είναι βέβαια και εύκολο. Τετρακόσια χιλιόμετρα πήγαιν’ έλα είναι αυτά και φέτος, όπως μου ήρθανε τα πράγματα, δεν μπόρεσα να έρθω την περασμένη Τετάρτη και σήμερα δεν έχω χρόνο ούτε να κάτσω λίγη ώρα. Τέλος πάντων …
Κάνει να κινηθεί προς το πίσω μέρος της σκηνής, προς τις κλειστές εσωτερικές πόρτες, όταν κοιτώντας πρώτα κάτω και μετά προς το μικρό παράθυρο της κουζίνας, σταματάει.
-Τι είναι αυτά!; Σφήκες! Δεκάδες... Εκατοντάδες... Παντού διάσπαρτες ψόφιες σφήκες! Παντού!
Πλησιάζει προς το μικρό παράθυρο της κουζίνας.
-Αμέτρητες! Να! ακόμη και στο κουρτινάκι της κουζίνας. Ψόφιες, γαντζωμένες στο ύφασμα.
Κοιτάζει γύρω του.
-Πώς μπήκανε; Από πού; Όταν φύγαμε, πριν δυο βδομάδες, δεν υπήρχε καμία!
Σταματάει το βλέμμα του στην πλαστική ντουλάπα του μπαλκονιού. Την πλησιάζει και προσεκτικά την τραβάει κοιτώντας στο πίσω μέρος της.
-Δεν το πιστεύω! Τι σφηκοφωλιά είναι αυτή; Πάνω από δεκαπέντε με είκοσι πόντους. Και πώς δεν την είχα δει; Εμ βέβαια, πάντα μες στη βιασύνη. Όλα σαν τρελοί τα κάνουμε. Και πάλι πώς δεν την πήραμε χαμπάρι όταν ήτανε στο μπαλκόνι; Πάλι καλά που δεν την είχανε βρει τα παιδιά!
Κοιτάζει γύρω του.
-Δυο βδομάδες κλειστά. Ψοφήσανε από την πείνα και την έλλειψη νερού. Χμμ... Σκέψου να ‘χα έρθει την περασμένη Τετάρτη; Σίγουρα θα ζούσανε πολλές ακόμη. Λεφούσι θα ορμούσανε πάνω μου μόλις θα άνοιγα την εξώπορτα!
Ψάχνεται νευρικά κοιτώντας γύρω του.
-Και ο ηλίθιος! Απ’ τη βιασύνη μου δεν πήρα μαζί μου την ένεση για αλλεργικό σοκ!
Κοιτάζει ολόγυρα τρομαγμένος γύρω του.
-Δεν φαίνεται να ζει καμία... Πρέπει να ψεκάσω τη φωλιά και να καθαρίσω το χώρο.
Πλησιάζει και ανοίγει το ντουλάπι της κουζίνας όταν ακούγεται βουητό σφήκας. Σχεδόν αμέσως κραυγάζει από τον πόνο και οπισθοχωρεί τρέχοντας. Πέφτει στον (σκεπασμένο) καναπέ και κοιτάζει το χέρι του.
-Με τσίμπησε! Που είναι τώρα;
Κοιτάζει γύρω του και με πολύ νευρικές κινήσεις βγάζει από την τσέπη του ένα κινητό και προσπαθεί να καλέσει.
-Πρέπει να πάω μέχρι το φαρμακείο. Δεν απαντά... Το νοσοκομείο!... Δεν το ‘χω στο κινητό; Τι ηλίθιος!; Που να το βρω;
Σηκώνεται και ανοίγει με δύναμη το πρώτο συρτάρι της βιβλιοθήκης. Ψάχνει πολύ νευρικά. Το κλείνει και ανοίγει το δεύτερο, κοιτάζει αλλά απογοητεύεται. Χωρίς να το  κλείσει, τρέχει προς τη μια εσωτερική πόρτα στο βάθος της σκηνής. Την ανοίγει και μπαίνει. Ελάχιστα μετά φαίνεται φως από το δωμάτιο. Ακούγονται θόρυβοι από συρτάρια. Βγαίνει σε έξαλλη κατάσταση.
-Την αστυνομία!
Προσπαθεί να καλέσει στο κινητό αλλά το χέρι του πλέον τρέμει πολύ και σχεδόν αμέσως τον πιάνουνε σπασμοί. Πέφτει.

Κλείσιμο αυλαίας.


(03.10.2016)

Δεν υπάρχουν σχόλια: