Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η βωδάμαξα [Ρίτα Μπούμη Παπά]


Η ΒΩΔΑΜΑΞΑ

Άρμα της αγιωσύνης
και των παρθενικών γερατειών τών γονιών μας
φερμένη απ’ τη γη Χαναάν
στο θεσσαλικό κάμπο με τ’ αραποσίτια
πούναι μεγάλος και βουβός σαν εκκλησιά υπομονής,
κάτω απ’ τη φωτιά του ήλιου
που δεν ξεδίψασε σε κανένα ποτάμι, σε καμμιά θάλασσα. 
Πηγαίνεις αργά σαν βιβλική χελώνα
καθώς σηκώνεις πάνω σου τη μοίρα τών ανθρώπων τής γης, 
πιο λυπημένη απ’ το μαγγανοπήγαδο και το σαλιγκάρι, 
με ρόδες σκοτεινές, δίχως αχτίνες,
- φέττες γριάς βαλανιδιάς πελεκημένες απ’ τον πρόγονο — 
κυλάς πάνω στον κάμπο που δεν έχει δρόμους 
μα είναι ό ίδιος δρόμος τοξωτός μ’ ανατολή και δύση 
και το θεό ανάμεσα, μεγάλο,
για να σκεπάζει τα χωράφια μας.

Το θεριστή το μήνα
σηκώνεις ένα ξανθό βουνό από άχερο
γλιστρώντας σε μια γιαλιστερή πελώρια ψάθα
ψαλιδισμένη απ’ τις φεγγαροπρόσωπες θερίστρες αδερφές μου,
και πας μονάχη κάτω απ’ το λιοπύρι,
γιατί ο αφέντης σου πληγώθηκε απ’ το κάμμα
και μέσ’ το θησαυρό του βουλιαγμένος
πιο κίτρινος απ’ τάχερο, πιο γυμνός απ’ την πέτρα,
νειρεύεται μπορεί μια πετροπέρδικα
να λούζεται σε μια βουνίσια ανάβρα.

Τα μονοκόμματα χοντρά πλευρά σου
δεμένα με πρωτόγονους όρμους
φυλάξαν του Αβραάμ το μεσημεριάτικο ύπνο
και της Ρεββέκας το καρδιοχτύπι
μετρημένο με τα κουδούνια των καμηλιών
στη φλογερή έρημο δίχως πηγάδι.

Τα κραταιά τα βώδια σου κρατάν απ’ τα κοπάδια τών Αχαιών 
κι είναι σαν δυο μνημεία καλωσύνης 
ήρεμα όπως το σούρουπο τής πεδιάδας.
Στο βάλτο των ματιών τους βαφτίζεται η ψυχή μας και το νούφαρο 
παχύς κρουνός είναι ή φωνή τους
οκνά σαν ρέει στην κοιλάδα,
όπου κοιμάται ανάσκελα η ειρήνη
με τα μαλλιά της χυμένα στα χόρτα
και τάσπρα της φρέσκα φορέματα.

Κόκκινη λουρίδα τούς φοράμε
στο ρωμαλέο κι άκακο λαιμό τους
που θυμίζει την κλωστή τής μοίρας τους 
και χάντρες βάναυσες στα στριφτά κέρατά τους 
που οι πεταλούδες δεν φοβούνται,
κι όπου ο άγγελος τής Παλιάς Διαθήκης
κρεμάει τον κεφαλόδεσμό του κάθε βράδυ
πριν κοιμηθεί στα μούσκλα τής εφτάστομης βρύσης.

Πρωτόπλαστο συννεφιασμένο αμάξι
τις μικρές μέρες με τις μεγάλες βροχές 
που ώρες δεν έχει κι όρια ο απελπισμένος κάμπος 
τυφλά δεμένος σα μια κίτρινη θάλασσα 
με της βροχής τα βροντερά γιοφύρια,
χωσμένο ως τα ροζιάρικά σου γόνατα
σ’ ένα φθινόπωρο πικρό σαν τη ζωή σου, 
βογγώντας να νικήσεις πολεμάς 
τη δυναστεία τής λάσπης.

Πάντα νικάει ο αγώνας τών βωδιών σου 
με τον αχνό που βγαίνει απ’ τα ρουθούνια τους 
τότε που τα κατόχρονα τρίζουνε κόκκαλά σου 
μα μια τρυφερωσύνη
σχεδόν σαν τ’ αναφυλλητά παιδιού
πούχει από ώρα κλάψει,
και πας αργά κουτσαίνοντας
και πληγωμένη από τις λάσπες
εκεί που σ’ οδηγάει κάθε μέρα
ο αγαθός Ησαύ με τα πελώρια χέρια.

Έτσι πολλούς αιώνες
το ριζικό του γράφεις με τις ρόδες σου 
στη λάσπη, στο χιόνι και στο γρασίδι, 
πάντα γελασμένος δίχως να το ξέρει 
κι αγαπημένος μόνο από τα βώδια του 
που σκιάζονται τους ίσκιους.

Ως πού μια μέρα λιόχαρη 
στολισμένη σαν άρμα λυδικό 
με φλουρόστηθες κοπέλλες και ντέφια 
πηγαίνεις κατά κει πού πυκνώνουν τα περιστέρια 
και πέφτουν τουφεκιές γαλάζιας χαράς, 
για ν’ αδειάσει φλασκιά κρασί ο παππούς 
που κρατάει τα γκέμια σου με παιδικά χέρια 
και να φτερώσει ο νους των αγοριών
με τάσπρο πουκάμισο και τις ραβδωτές κάλτσες, 
στο τόξο αρχαίου χορού
που καταρράχτες οι πτυχές στους στρογγυλούς γοφούς 
και χοντρά ρόδια μέσ’ τους κόρφους —
(ω θεσσαλές γυναίκες καραγκούνες!) 
κρατιούνται και δε σπάζουνε απ’ ασημένιες πόρπες.

Εσύ οδηγάς τις φιλενάδες στο ποτάμι
που τραγουδάν σα να μοιρολογάνε
για να λουστεί η αγράμματη κοπέλλα
που την έταξαν δίχως να τη ρωτήσουν
και να πλυθεί το κεντημένο βιος
πούταν κρυμμένο με το μόσκο,
και ν’ απλωθεί η δόξα του πάνω στα χόρτα,
τι τα προικιά την Κυριακή θα φορτωθείς
βαμμένα με ξύλο σκυθικό και καρυδόφυλλα
κ’ έτσι λαμπρή όσο ποτέ,
γεμάτη ασημοκούδουνα και κλαδωτές κουβέρτες 
σαν αργαλιός ομηρικός θα τραβήξεις 
για το χωριό που κρύβουνε τα σύγνεφα, 
ενώ μια κόρη που δε γέλασε ποτέ της 
θα κλαίει μ’ αναφυλλητά γιατί τηνε παντρεύουν.

Αχ, νάταν μια φορά απ’ τις χίλιες σου
καθώς θα κουβαλούσες έναν πύργο στάχια
στο φεγγαρόπετρο τ’ αλώνι του μεσημεριού,
από μιαν οργισμένη κονταριά τού θεσσαλού ήλιου 
σύγκορμη νάπαιρνε φωτιά η υπομονή σου!
Νάλιωνε μέσ’ τις φλόγες σου ο καμπίσιος πόνος
απ’ τα πλευρά σου οι αρμοί να λύνανε με κρότο
και της σκλαβιάς σου τα καρφιά να πήδαγαν τ’ αψήλου!

Κι εκεί που με τον άνεμο θα πάλευε ό καπνός σου
κι η στάχτη σου θα ράντιζε τον κόσμο,
φτερά αητού να κόλλαγαν στις ρόδες σου
του ρήγα αιθέρα αμάξι να γινόσουν
και, σα ν’ αντίκρυσαν από μακριά κόκκινα λάβαρα,
ν’ αγρίευαν οι ταύροι σου, να χύνονταν στον κάμπο...


από το 826ο τεύχος της Νέας Εστίας (εδώ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: