Ο ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΣΤΕΡΙ
Κάποτε ζούσε ένας γέρος που στεκότανε στον πάγο περιμένοντας τη φώκια να ανέβει από τις τρύπες, που χρησιμοποιούν οι φώκιες για να αναπνέουν, για να αναπνεύσει. Αλλά στην ακτή, ακριβώς απέναντί του, ένα πλήθος παιδιών έπαιζε σ’ ένα φαράγγι, και ξανά και ξανά τρομάζανε μια φώκια ακριβώς τη στιγμή που επρόκειτο να την καμακώσει.
Τελικά, ο γέρος θύμωσε μαζί τους που του χαλάγανε έτσι το ψάρεμα και φώναξε: «Κλείσε, Φαράγγι, πάνω από αυτούς που μου χαλάνε το κυνήγι».
Και στη στιγμή η πλαγιά έκλεισε πάνω από τα παιδιά που παίζανε. Ένα κοριτσάκι από αυτά, το οποίο κουβαλούσε ένα μικρότερό του αδερφάκι, είχε σκισμένη τη γούνα της.
Τότε όλα αρχίσανε να ουρλιάζουν μέσ’ από το λόφο, γιατί δεν μπορούσανε να βγουν. Και κανείς δεν μπορούσε να τους φέρει φαγητό, μόνο νερό που μπορούσανε να ρίξουνε μέσ’ από μια σχισμή, και αυτό το έγλειφαν από την πλαγιά.
Τελικά, όλα πέθαναν από την πείνα.
Και τώρα οι συγχωριανοί πέσανε καταπάνω σε αυτόν τον γέρο, ο οποίος είχε εγκλωβίσει, με μαγικό τρόπο, τα παιδιά μες στο λόφο. Αυτός τράπηκε σε φυγή και οι άλλοι τρέξανε πίσω του.
Αλλά ξαφνικά έγινε λαμπρός και ανέβηκε στον ουρανό σαν ένα μεγάλο αστέρι. Μπορούμε να το δούμε τώρα, στη δύση, όταν τα φώτα αρχίζουνε να επιστρέφουνε μετά το μεγάλο σκοτάδι. Αλλά είναι χαμηλά στον ορίζοντα και ποτέ δεν ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό. Και το ονομάζουμε Ναλαουσάρτοκ*: αυτός που στέκεται και ακούει.
*Πρόκειται για τον πλανήτη Αφροδίτη (πηγή: surlalunefairytales.com) – σύμφωνα επίσης με το εν λόγω link, ενδέχεται το όνομα «αυτός που στέκεται και ακούει» να οφείλεται στο ότι ο γέρος στεκότανε και αφουγκραζότανε τις ανάσες από τις φώκιες.)
THE MAN WHO BECAME A STAR
There was once an old man who stood out on the ice waiting for the seal to come up to their breathing holes to breathe. But on the shore, just opposite where he was, a crowd of children were playing in a ravine, and time after time they frightened away a seal just as he was about to harpoon it.
At last, the old man grew angry with them for thus spoiling his catch, and cried out: "Close up, Ravine, over those who are spoiling my hunting."
And at once the hillside closed over those children at play. One of them, who was carrying a little brother, had her fur coat torn.
Then they all fell to screaming inside the hill, for they could not come out. And no one could bring them food, only water that they were able to pour down a crack, and this they licked up from the sides.
At last, they all died of hunger.
And now the neighbours fell upon that old man who had shut up the children by magic in the hill. He took to flight, and the others ran after him.
But all at once he became bright and rose up to heaven as a great star. We can see it now, in the west, when the lights begin to return after the great darkness. But it is low down and never climbs high in the sky. And we call it Nâlaussartoq: he who stands and listens.
Πηγή: gutenberg.org.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου