CIII
«Deep in a silent chamber of the rose
There was a fattened worm. He looked around,
Espied a relative and spoke at him:
It seems to me this world is very good».
«Βαθιά σε μια σιωπηλή κάμαρα τού ρόδου
Υπήρχε ένα παχύ σκουλήκι. Ολόγυρά του κοίταξε,
Ένα συγγενή διέκρινε και του είπε:
Μου φαίνεται πως αυτός ο κόσμος είναι πολύ καλός».
CIV
«A most unlovely world, said brother worm,
For all of us are piteous prisoners.
And if, declared the first, your thought is true,
And this a prison be, me likes it well»
«Ένας πολύ άσχημος κόσμος, είπε το αδέλφι του σκουλήκι,
Γιατί όλοι μας είμαστε αξιολύπητοι κρατούμενοι.
Κι αν, δήλωσε το πρώτο, η σκέψη σου είναι αληθινή,
Κι αυτή είναι φυλακή, μου αρέσει πολύ».
CV
«So well that I shall weave a song of praise
And thankfulness because the world was wrought
For us and with such providential care –
My brother, I will shame you into singing».
«Τόσο καλά που θα υφάνω ένα τραγούδι επαίνου
Και ευγνωμοσύνης επειδή ο κόσμος φτιάχτηκε
Για μας και με τέτοια προνοητική φροντίδα –
Αδελφέ μου, θα σε ντροπιάσω να τραγουδήσεις».
CVI
«Then, cried the second, I shall raise a voice
And see what poor apologies are made.
And so they sang, these two, for many days,
And while they sang the rose was beautiful».
«Τότε, αναφώνησε το δεύτερο, θα υψώσω μια φωνή
Και θα δούμε τι γίνονται οι φτωχές συγγνώμες.
Κι έτσι τραγούδησαν, αυτά τα δύο, για πολλές μέρες,
Κι ενώσω τραγουδούσαν το ρόδο ήταν όμορφο».
CVII
«But this affected not the songful ones,
And evermore in beauty lived the rose.
And when the worms were old and wiser too,
They fell to silence and humility».
«Αλλά αυτό δεν επηρέασε τούς τραγουδιστές,
Και πάντα στην ομορφιά ζούσε το ρόδο.
Κι όταν τα σκουλήκια γέρασαν και γίνανε σοφότερα,
Σε σιωπή πέσανε και ταπεινότητα.
CVIII
A night of silence! 'Twas the swinging sea
And this our world of darkness. And the twain
Rolled on below the stars; they flung a chain
Around the silences which are in me.
Μια νύχτα σιωπής! Η λικνιζόμενη θάλασσα ήταν
Κι αυτός ο σκοτεινός μας κόσμος. Κι αμφότεροι
Κυλούσανε κάτω από τα αστέρια• μιαν αλυσίδα έριξαν
Γύρω απ’ τις μέσα μου σιωπές.
CIX
The shadows come, and they will come to bless
Their brother and his dwelling and his fame,
When I shall soil no more with any blame
Or any praise the silence I possess.
Οι σκιές έρχονται, και θα έρθουν να ευλογήσουν
Τον αδελφό τους και το σπίτι του και τη φήμη του,
Όταν δεν θα βρομίζω πια με καμία κατηγορία
Ή έπαινο κανένα τη σιωπή που κατέχω.
Πηγή: gutenberg.org
Το 109ο είναι το τελευταίο από τα υπέροχα τετράστιχα τού πολύ σημαντικού αγνωστικιστή άραβα ποιητή και φιλόσοφου Abu al-Ala al-Maarri, 973 – 1057 μ.Χ., ο οποίος αν και τυφλώθηκε από ευλογιά σε νεαρή ηλικία σπούδασε αλλά και ταξίδεψε. Έζησε ασκητικά και ήτανε χορτοφάγος. Έχαιρε μεγάλου σεβασμού και τον επισκεπτόντουσαν πολλοί φοιτητές από την περιοχή του, ενώ αλληλογραφούσε με λόγιους και δασκάλους μεγάλων εκπαιδευτικών σχολών στο εξωτερικό. Περισσότερα: en.wikipedia.org
Μελλοντικά θα αναρτηθούνε στο παρόν ιστολόγιο αποδόσεις και των υπόλοιπων από τα τετράστιχα, που δεν έχουνε παρουσιαστεί μέχρι σήμερα.
Δυστυχώς στα ελληνικά δεν έχουνε εκδοθεί σχετικά βιβλία και μέχρι να γίνει αυτό (ευχής έργον θα ήτανε να γίνει απευθείας από τα αραβικά) οι αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο θα είναι οι μόνες ή τέλος πάντων οι πρώτες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου