ΑΓΩΝΙΑ
Πηγή: Ηπειρώτικες Σελίδες (Τεύχος 5 - 1953)
Τον τελευταίο λυγμό του Γκάντι ακολουθούσε,
τα είπανε μαζί﮲ σε κάποιες λεπτομέρειες δεν ταίριαξαν.
Βρήκε την άρνηση του παγωμένου ανέμου
κι από μια λύπη,
στη σπηλιά του γδύθηκε να τη ζεστάνει.
Βρήκε την καρδιά του Γκαρθία Λόρκα
να περπατὰ μοναχική σα μια τεράστια φλόγα,
να παίζει ντέφι, να τυλίγεται πικρόν καπνό
και να ριγεί στην προσμονή μιας προδοσίας.
Μες στο πανέρι μαραθήκαν τα όνειρά του
(τα όνειρά του σαν νεκροί κοκκινολαίμηδες...)
που την ολόφωτη παλίρροιά τους προσδοκούσε!
Στα βαλτοτόπια κάλπαζε το άσπρο άλογο
-το ομιχλώδες άλογο - που φτάνει κάποτε,
τα βραδινά συνήθως, να μας πάρει στο ταξίδι.
Μα δεν τον επλησίαζε
κι αυτός εκλιπαρούσε
να τον σφραγίσει με την πύρινην οπλή του
ἢ να τον πάρει στα καπούλια του τ’ αέρινα...
Στο φρέαρ του «κακού καιρού»,
έσκυψε να αντλήσει «ύδωρ ζων»
(σκασμένη γλώσσα, χρώμα φρυγμένο,
κι αγκάθια γύρω του ασφυκτιούν!)
και το νερό, μια υποψία νερού
(χνώτο παιδιού σε κρύο τζάμι).
Καθώς τον δέρνει πυρετός
στο μέσον της περίφημης ερήμου,
οφθαλμαπάτη δεν τον καταδέχεται
για να του μουρμουρίσει τη δροσιά ενός φοίνικα.
Πόσο ζηλεύει του Βαν Γκογκ τους μεθυσμένους ήλιους.
πόσο τον έφηβο που εκρεμάσθη σε κλωνάρια του Μαΐου,
πόσο τα τζάμια που αντανακλούν
γαλάζια μακρινά βουνά που υπόσχονται
νερά που αποπνέουν ίλιγγο,
λουλούδια που θυμίζουν Κυριακή, παιδιού
εκεί στα ραντισμένα με νερό τριγύρω μέρη
που τα μαδά ένας άγγελος κρυστάλλινος!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου