04 Ιανουαρίου 2026

[στην Πάρνηθα – μονοπάτι Αγ. Τριάδας (Μικρή Χούνη) – Σκαλάκια, 03.01.2026]

Μετά τις καταστροφικές δασικές φωτιές τού 2021 και του 2023, σε ολόκληρες τις πλαγιές τής νότιας και της ανατολικής Πάρνηθας, τα μόνα αλώβητα μονοπάτια που έχουνε μείνει και ανεβαίνουνε από τις παρυφές της προς τα πάνω, ήτοι σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1.000 μ., βρίσκονται σε μια καταπράσινη λωρίδα πλάτους 1,5 με 1,8 χλμ, και είναι τής ρεματιάς τής Χούνης*, τα Σκαλάκια** και της ρεματιάς τής Αγίας Τριάδας*** ή Μικρή Χούνη που όπως έμαθα πρόσφατα είναι το έτερο όνομά της. Ένα μικρό μεν αλλά πολύ σημαντικό δείγμα αυτού που χάθηκε, με την αποκατάσταση τού υπόλοιπου να απαιτεί πολλά χρόνια, αρκεί πάντα να μην επαναληφθούν οι προηγούμενες καταστροφές και η κλιματική αλλαγή να μην εξελιχθεί σε Αρμαγεδδώνα.

Το πρωινό τού Σαββάτου 3 Γενάρη 2026, ακολουθήσαμε μια διαδρομή που συνδυάζει τις δύο από τις προαναφερθείσες: Με αφετηρία το πάρκινγκ τού Τελεφερίκ, στις παρυφές τής Πάρνηθας, ανεβήκαμε τη ρεματιά Αγ. Τριάδας ή Μικρή Χούνη και αφού κινηθήκαμε στο μονοπάτι, το λίγο ως πολύ παράλληλο στο δρόμο Αγ. Τριάδα – Casino, κατεβήκαμε τα Σκαλάκια.
Η όμορφη αλλά απαιτητική αυτή διαδρομή έχει σημειωθεί στο χάρτη από τη Wikimapia:































Ακολουθούνε λίγες εικόνες (εξ άλλου από τις υπόψη διαδρομές έχουνε παρουσιαστεί παλαιότερα εικόνες – βλέπε τα link στο τέλος τού παρόντος):
-από τη ρεματιά Αγ. Τριάδας ή Μικρή Χούνη με το από δεκαετίες γκρεμισμένο. πάνω από το δρόμο, σκουριασμένο κουφάρι τού παλιού σκαραβαίου.:






























-από το μονοπάτι Αγ. Τριάδα – Casino. Στην πρώτη εικόνα μια κυκλική ξερολιθιά, στην οποία ίσα-ίσα που χωράει ένας άνθρωπος καθισμένος., ένα παλιό πρόχειρο σημείο ανάπαυσης (μπιβουάκ).:



















-και από τα Σκαλάκια.:    







































*

**

***

03 Ιανουαρίου 2026

Ένα χαϊκού τής Πόπης Νεγιάννη

Σβήνουν τα φώτα
Γιορτής απομεινάρια
Στους κάδους δίπλα. 

02 Ιανουαρίου 2026

[στον Υμηττό, 01.01.2026]

Το παγωμένο πρωινό τής πρωτοχρονιάς τού 2026 – με ελάχιστα πάντως χιόνια στην Αττική και αυτά μόνο ψηλά στην Πάρνηθα (πάνω από τα 1.000 μ. υψ.) και στην Πεντέλη (πάνω από τα 500 μ. υψ.) ενώ στους ορεινούς όγκους στη δυτική Αττική δεν φαινόταν, από τον Υμηττό, να το είχε στρώσει – ακολούθησα τη διαδρομή, η οποία έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:
































Η διαδρομή αφορούσε μέρη από τα οποία έχουνε παλαιότερα παρουσιαστεί εικόνες πλην ενός μονοπατιού, που δεν είχα ακολουθήσει στο παρελθόν, το οποίο ξεκινά από τη στροφή τού χωματόδρομου στις βόρειες πλαγιές τού λόφου Κυραλένη ή Κυλλού Πήρα, στα 338 μ. υψ., και κινείται στην κοίτη βατής ρεματιάς – το φυσικό όριο των λόφων Κυραλένη ή Κυλλού Πήρα και αυτού στον οποίο βρίσκεται ο μεσαιωνικός Πύργος Ανθούσας* – και βγάζει στον Πύργο Ανθούσας και τις παρακείμενες ξερολιθιές – ερείπια μεσαιωνικής οχύρωσης. Δεν έχει σημάδια αλλά είναι ευδιάκριτο. Σε 2-3 σημεία, λόγω τής βλάστησης στην κοίτη, η διαδρομή συνεχίζει παρακάμπτοντας, για λίγα μέτρα, εύκολα την κοίτη.:




























Από τον Πύργο Ανθούσας, συνέχισα δυτικά στο μονοπάτι τής διαδρομής Δ7…




















…μέχρι το χωματόδρομο μέσω τού οποίου επέστρεψα. 


*

01 Ιανουαρίου 2026

Δυο ολιγόλεξα ποιήματα («Fog» και «Flux») του Carl Sandburg

Fog

The fog comes
on little cat feet.
It sits looking
over harbor and city
on silent haunches
and then moves on.

Ομίχλη

Η ομίχλη έρχεται
με μικρά γατήσια βήματα.
Κάθεται κοιτώντας
πάνω απ’ το λιμάνι και την πόλη
ισιώνει σιωπηλά 
και κατόπιν προχωρά.


Flux

Sand of the sea runs red
Where the sunset reaches and quivers.
Sand of the sea runs yellow
Where the moon slants and wavers.

Ροή

Η άμμος τής θάλασσας τρέχει κόκκινη
Όπου το ηλιοβασίλεμα φτάνει και ριγεί.
Η άμμος της θάλασσας τρέχει κίτρινη
Όπου το φεγγάρι γέρνει και τρέμει.



31 Δεκεμβρίου 2025

Πέντε haiku τού José Juan Tablada

Ο José Juan Tablada, γεννήθηκε στην Πόλη τού Μεξικού στις 3 Απρίλη 1871 και πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 2 Αυγούστου 1945. Ήτανε Μεξικανός ποιητής, κριτικός τέχνης και διπλωμάτης. Θεωρείται πρωτοπόρος των ανατολικών σπουδών στη χώρα του και υπέρμαχος τής μεξικανικής τέχνης ενώ πέρασε ένα μεγάλο μέρος τής ζωής του στο εξωτερικό. Είναι αυτός που εισήγαγε την ποίηση haiku στις ισπανόφωνες χώρες. Αρχικά εργάστηκε στους εθνικούς σιδηροδρόμους. Το 1890 άρχισε να συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες ως δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής. Το 1899 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, Florilegio, που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πρωτοπόρους «μοντερνιστές» τού Μεξικού.
Από νέος, ενδιαφέρθηκε για την ιαπωνική τέχνη και ποίηση και το 1900 ταξίδεψε στην Ιαπωνία, κάτι που τον επηρέασε στην υπόλοιπη καλλιτεχνική του ζωή. 
Στα χρόνια τής Μεξικανικής Επανάστασης, μετά την πτώση τού συντηρητικού στρατιωτικού δικτάτορα José Victoriano Huerta Márquez (σ.σ. To 1913, ο Huera είχε ανατρέψει με πραξικόπημα τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο τού Μεξικού, Francisco Ignacio Madero González), τον οποίο ο José Juan Tablada είχε υποστηρίξει, έφυγε από το Μεξικό και έζησε στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, μέχρι που, το 1918, διορίστηκε γραμματέας πολιτισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών, υπηρετώντας στην πρωτεύουσα τής Κολομβίας, Μπογκοτά, την πρωτεύουσα τής Βενεζουέλας, Καράκας, και την πρωτεύουσα τού Ισημερινού, Κίτο. Μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο υψόμετρο τού Κίτο, παραιτήθηκε και πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε μέχρι το 1935. Εκεί διατηρούσε ένα βιβλιοπωλείο ενώ ίδρυσε το περιοδικό Mexican Art and Life. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Μεξικό και το 1941 εξελέγη μέλος τής Μεξικανικής Λογοτεχνικής Ακαδημίας. Το 1945 διορίστηκε υποπρόξενος στη Νέα Υόρκη το 1945, όπου λίγο μετά πέθανε.
Ο José Juan Tablada θεωρείται ως ένας από τους δημιουργούς τής σύγχρονης μεξικανικής ποίησης και ο εισηγητής τού χαϊκού στη χώρα του ενώ ο Octavio Paz τον χαρακτήρισε ως τον πλέον υποτιμημένο και παραγνωρισμένο ποιητή τού 20ου αι.
Το 1921 ο φίλος του συνθέτης Edgard Varèse ενσωμάτωσε το ποίημα La Cruz del Sur, στο έργο του Offrandes και το 1923 τού αφιέρωσε το έργο του Hyperprism. Αργότερα, τo 1947, ο Luis Sandi συνέθεσε το έργο «Diez hai-kais para canto y piano» που αποτελείται από δέκα τραγούδια για φωνή και πιάνο, πάνω σε στίχους – χαϊκού τού José Juan Tablada.
Ακολουθούνε ποιήματά του haiku με αποδόσεις στα ελληνικά· των τριών στο πλαίσιο των 17συλλαβών: 

Distinct melodies;
the musical aviary
a Tower of Babel

διακριτές μελωδίες·
μουσικό κλουβί
Πύργος τής Βαβέλ


honeycomb dripping
each drop
a bee

μια κυψέλη σταλάζει –
κάθε της στάλα
και μια μέλισσα


the black night is the sea
the cloud a shell
the moon a pearl

μαύρη νύχτα η θάλασσα
το σύννεφο κοχύλι
μαργαριτάρι το φεγγάρι


FIFTH AVENUE
women passing by,
so close to my eyes
so far from my life

ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ
γυναίκες περνούν
τόσο κοντά στα μάτια μου
τόσο μακριά απ’ τη ζωή μου


Dragonfly:
A nail of glass
With tinsel wings

η λιβελούλα:
γυάλινο καρφί
με φτέρωμα γιρλάντας



Οι ανωτέρω επιγραμματικές πληροφορίες και τα ποιήματα από:

30 Δεκεμβρίου 2025

Περί Καποδίστρια

Με αφορμή την ταινία τού Γιάννη Σμαραγδή: Καποδίστριας, αναθερμάνθηκε και η παλιά διαμάχη για το ρόλο και την ιστορική και πολιτική αξία τού Ιωάννη Καποδίστρια. Διατυπώνονται και υπενθυμίζονται ακραίες απόψεις, εκφρασμένες ενίοτε αφενός ως αγιογραφίες αφετέρου ως πλήρως απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί μέσω των οποίων, πολλές φορές, ιστορικοί, αφού ακρωτηριάσανε και παραμορφώσανε την πολιτική κατάσταση, αμέσως μετά τα χρόνια τού Διαφωτισμού και τη Γαλλική επανάσταση – από τα τέλη τού 18ου μέχρι τις αρχές τού 19ου μ.Χ. αι. – συντάξανε αναλύσεις, γραμμένες υπό το πρίσμα μόνο των ιδεολογιών τους, άσχετα αν αυτές αρκούσαν ή όχι ως ερμηνευτικά πλαίσια. Η αποτυχία πραγματικής αξιολόγησης τού έργου τού Καποδίστρια βαρύνει και μεγάλο μέρος τής αριστεράς – εκεί όπου απλά υιοθέτησαν άκριτα τις θέσεις των Μάρξ (για τον οποίο ο Καποδίστριας ήταν ένα επονείδιστο όργανο τού ρωσικού επεκτατισμού προς τα βαλκάνια) και Έγκελς (για τον οποίο τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες κι ο υπόλοιπος ληστοσυρφετός απειλεί τα συμφέροντα τού ευρωπαϊκού προλεταριάτου). Βαρύνει όλους όσους δεν αντιλαμβάνονται ότι η ελληνική επανάσταση τού 1821, απόλυτα συμβατή με τις πρωτοποριακές τότε ιδέες, αποφασίστηκε και ξεκίνησε (σ.σ. άσχετα από το καπέλωμα που επιτεύχθηκε στη συνέχεια από την εκκλησία, όταν έγινε σαφές ότι το ποτάμι δεν γύριζε πίσω) από όσους η «Ελληνική Νομαρχία: Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας» [την οποία συνέγραψε «Ανώνυμος ο Έλλην»*, που με βάση πρόσφατη μελέτη δεν αποκλείεται να ήταν και ο Καποδίστριας] προσέφερε τη μόνη πραγματική αξιολόγηση τής τότε προβληματικής κατάστασης στη νότια βαλκανική και τον τρόπο διευθέτησής της.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ένας εξαιρετικά πετυχημένος διεθνής διπλωμάτης και ηθικά αδιάφθορος, θα μπορούσε να ήταν ο ιδανικός, αν και όπως κάθε άνθρωπος όχι αλάθητος, να δημιουργήσει ή να θέσει τις βάσεις για ένα σύγχρονο, ανεξάρτητο, ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, αλλά, για να μείνουμε στους εκτελεστές του, αυτοί που απλά ονειρευόντουσαν να παραμείνουνε κοτσαμπάσηδες κι αφέντες, αλλά απαλλαγμένοι από τους τούρκους, τον σκότωσαν, και μαζί σκότωσαν, όπως αποδείχτηκε οριστικά, αυτό που θα μπορούσε να έχει ξεκινήσει εδώ, ρίχνοντας τούς σπόρους για τη γραφειοκρατική δανειοεξαρτώμενη στο διηνεκές μπανανία που ακολούθησε.


-------

Προσθήκη – μεταφορά αποσπάσματος από το άρθρο: in.gr/2025/12/30

«Η ανάγνωση αυτής της εφημερίδος είναι η αφορμή που σας προσκάλεσα» είπε ο κυβερνήτης. «Διαβάζω ότι ο στρατηγός Μπολιβάρ, Πρόεδρος της Κολομβίας εις την Αμερικήν, διατάσσει την διανομή της εθνικής γης εις τους πολίτας. Και εγώ σας έδωσα ένα σχέδιον διανομής» συνέχισε. «Αργοπορείτε, βλέπετε, να γνωμοδοτήσετε. Ίσως διότι δεν σας αρέσει [διότι] Αρχίζει από τους μικρούς η διανομή του σχεδίου μου. Θα έλθει έπειτα και η αράδα των μεγάλων».

Ο Καποδίστριας ήταν προφητικός καθώς προειδοποίησε «Γλιγωρεύσετε, άλλως θα έλθει βασιλόπαιδο να σας διοικήσει, με το οποίον ούτε την ευκολία της γλώσσας έχετε ούτε να ανοίγετε την θύρα του δωματίου όταν θέλετε».

Τι έκανε ο Μπολίβαρ;
Ο Σιμόν Μπολίβαρ ήταν ηγέτης στον αγώνα για ανεξαρτησία για τις περιοχές που σήμερα αποτελούν τη Βενεζουέλα, την Κολομβία, τον Ισημερινό, το Περού, τον Παναμά και τη Βολιβία, και θεωρείται σημαντικός ήρωας σε αυτές τις χώρες, καθώς και στην υπόλοιπη ισπανόφωνη Αμερική. Ο Μπολίβαρ, όμως, ήταν πολύ επιλεκτικός στη υιοθέτηση ξένων πρακτικών στη νεοϊδρυθείσα χώρα του, ενώ - όπως και ο Καποδίστριας - απέρριπτε ανελεύθερες πρακτικές άλλων δημοκρατικών κοινωνιών.

Για παράδειγμα ήταν εναντίον της δουλείας σε αντίθεση με την φιλελεύθερη Αμερικανική Επανάσταση που είχε θεσμοθετημένο τον ρατσισμό. «Ενώ μιλάνε για ελευθερία και Συντάγματα» έλεγε ο Μπολιβάρ «αυτά τα θέλουνε για τους εαυτούς τους [οι ανώτερες τάξεις] όχι για τον λαό» Ήταν δύσπιστος στην τυπική φιλελεύθερη δημοκρατία ενώ αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε να γίνει αναδιανομή της γης σε όλο τον λαό, συμπεριλαμβανομένων των Ινδιάνων.

Σημειώνεται ότι ο Ούγκο Τσάβες -προκάτοχος του Νικολάς Μαδούρο- που ανέτρεψε με εκλογές το 1999 αντλεί τις αρχές του από τις αρχές του Μπολίβαρ. Πριν το 1999 τη διακυβέρνηση των ΗΠΑ ασκούσαν οι λευκές ελίτ, η οποίες εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

«Δεν αγαπάτε την ισότητα»
Την πολιτική του Μπολίβαρ ήθελε να εφαρμόσει και ο Καποδίστριας προσαρμοσμένη στα μέτρα και την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, δίχως όμως να είναι πιστή αντιγραφή από το εξωτερικό. Δεν θα ήταν δυνατόν να είναι λειτουργικό ένα φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό μοντέλο, με τα ανώτερα κοινωνικά-πολιτικά στρώματα τα οποία θα ήλεγχαν ουσιαστικά τη διακυβέρνηση της χώρας.

Για τον κυβερνήτη, «η σωτηρία του κράτους ήταν ο υπέρτατος νόμος» (salus partiae lex suprema) και σε αυτό το πλαίσιο ήθελε να δημιουργήσει ένα έθνος ιδιοκτητών το οποίο δεν θα το διαφέντευαν - μέσω νομότυπων «δημοκρατικών» διαδικασιών - οι ισχυρότεροι.

«Οκνεύετε εις το νομοσχέδιον περί διανομής γης διότι δεν θέλετε την διανομήν, δεν αγαπάτε την ισότητα. Θέλετε η διανομή να κατεβαίνει από τους μεγάλους εις τους μικρούς ενώ το σχέδιό μου αποβλέπει εις τους μικρούς» έλεγε ο Καποδίστριας, όπως μετέφερε τα λόγια του ο Ιωάννης Τερτσέτης.
 

29 Δεκεμβρίου 2025

[στη διαδρομή Κυπαρίσσι Εύβοιας - Μνημείο Αντριαλών, 28.12.2025]

Στο παρόν παρουσιάζονται λίγες εικόνες από τη διαδρομή την οποία ακολούθησα το πρωινό τής 28ης Δεκέμβρη 2025, από το χωριό Κυπαρίσσι στην Εύβοια μέχρι το εκκλησάκι Αγ. Κυριακή και το παρακείμενο Μνημείο Αντριαλών. Το εν λόγω Μνημείο αφορά τις μάχες που δοθήκανε στην περιοχή, μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και των Τούρκων, στα τέλη Ιουλίου 1823, και οι οποίες κρατήσανε έξι ημέρες.*
Η διαδρομή, την οποία ακολούθησα έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:






































…είναι εύκολη, περί τα 10,3 χλμ. μήκος (με την επιστροφή).
Ξεκίνησα από την πλατεία τού χωριού, από την οποία ξεκινά ένα όμορφο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στην αντιπυρική ζώνη, η οποία συνδέεται με το χωματόδρομο, ο οποίος οδηγεί στο Μνημείο. Το μονοπάτι έχει κάποια σημάδια, αλλά έτσι κι αλλιώς είναι συντηρημένο και ξεκάθαρο αφού γενικά κινείται ανάμεσα σε «τείχη» από πυκνή βλάστηση. Λίγο μετά που ξεκινά ακολουθεί την κοίτη μικρού ρέματος· μάλιστα σε ένα σημείο, όπου έχει έντονη κλίση, έχει τοποθετηθεί σκοινί, που βοηθά, ιδίως στο κατέβασμα, σε μέρες όπως η συγκεκριμένη με την κοίτη μες στις λάσπες. Λίγο πριν βγει στην αντιπυρική ζώνη κόβεται από ένα μεγάλο πεύκο πρόσφατα πεσμένο, που παρακάμπτεται εύκολα ενώ στο σημείο που βγαίνει, στο ξάγναντο τής αντιπυρικής ζώνης, δεν υπάρχει σημάδι και αυτό, στην επιστροφή, εφόσον γίνει από τον ίδιο δρόμο, μπορεί να σε καθυστερήσει, να το βρεις, αν δεν έχεις βάλει δικό σου εύκολα αναγνωρίσιμο σημάδι ή δεν συμβουλευτείς ηλεκτρονικό πεζοπορικό χάρτη.:























Οι εικόνες που ακολουθούν είναι από τη διαδρομή στο χωματόδρομο μέχρι το εκκλησάκι Αγ. Κυριακή και το Μνημείο Αντριαλών:
Η Δίρφυς χιονισμένη



Στο βάθος ο ορεινός όγκος τού Πυξαριά – 1.352 μ. υψ.

Στο βάθος, από αριστερά προς τα δεξιά, οι ορεινοί
τής Δίρφυος – 1.743 μ. υψ., του Ξεροβουνίου – 1.453 μ. υψ.
και του Ολύμπου Εύβοιας – 1.171 μ. υψ.






















































Το εκκλησάκι Αγ. Κυριακής:



















Το Μνημείο Αντριαλών:

























Επιστρέφοντας, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, λίγο πριν την αντιπυρική ζώνη, πήρα το χωματόδρομο δυτικά προς το «Βράχο» με την εξαιρετική θέα προς τα νότια. Ο «Βράχος» είναι μια μεγάλη ασβεστολιθική κρημνώδης προεξοχή, στον ορεινό όγκο «Κορυφή», πάνω από το χωριό Κυπαρίσσι, η συνέχεια τής οποίας διακόπτεται από βαθιές χαράδρες. Αν και το υψόμετρο στο «Βράχο» δεν ξεπερνά τα 465 περίπου μ. η θέα προς τα νότια, η οποία απλώνεται σε όλη την ανατολική μεριά τής κεντρικής Εύβοιας και τον Πορθμό τού Ευρίπου ενώ φτάνει μέχρι τον Όλυμπο Εύβοιας και την Πάρνηθα, είναι υπέροχη! Οι εικόνες από δύο άκρα τού «Βράχου» πάνω από την πιο βαθιά χαράδρα:
























* Στην ιστοσελίδα kyparissi.gr, διαβάζουμε σχετικά:
Είχαν περάσει δύο χρόνια ακριβώς από την μάχη των βρυσακίων (15 Ιουλίου 1821) και ένας χρόνος περίπου από τον θάνατο του Αγγελή Γοβιού. Αρχηγός της Ευβοϊκής επανάστασης δεν υπήρχε και ο Καπουδάν Πασάς το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Η μόνη αντίσταση που υπήρχε είχε έδρα το Δερβένι και έκανε ανταρτοπόλεμο σε όλη τη γύρω περιοχή. Με βάση το απόρθητο Κάστρο της Κλεισούρας ή δερβένι στα τούρκικα οι επαναστάτες αλώνιζαν την γύρω περιοχή και είχαν μπει στο μάτι των τούρκων από την μάχη των βρυσακίων γιατί τους φοβήθηκαν και δεν τους κυνήγησαν. Μέχρι την περιοχή του Κυπαρισσίου έφταναν και έκαναν αντάρτικο έχοντας συμμάχους τα γύρω χωριά. Στο Κυπαρίσσι έδρευε μια μονάδα των Τούρκων έχοντας στρατόπεδο στην σημερινή θέση Κάμπος. Βρίσκονται απομεινάρια του στρατοπέδου και πλησίον του ακόμη και σήμερα υπάρχει τοπωνύμιο στα τούρκικα (Άμπλας) που σημαίνει η μεγάλη αδελφή. Ο αρχαίος οικισμός Άκρες είχε μεταφερθεί προσωρινά στη θέση Βήρα όπου υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Η λέξη Βήρα είναι αρβανίτικη και σημαίνει η μεγάλη τρύπα στο έδαφος της Γης. Πράγματι ανάμεσα Αντριαλά -Βήρα υπήρχε μία τρύπα στη Γή διαμέτρου 1 μέτρου και φημολογείται ότι σ’ αυτή την τρύπα ένας κάτοικος των Ακρών αφού μαχαίρωσε ένα τούρκο τον πέταξε εκεί μέσα για να τον εξαφανίσει . έκτοτε αυτός ο κάτοικος ονομάστηκε Μαχαίρας εξ ου και τα τόσα πολλά επίθετα των Μαχαιραίων σε Άκρες και Κυπαρίσσι.

Κατά την εξέγερση του ’21, η περιοχή και το κάστρο της Κλεισούρας αποτέλεσε το κέντρο οργάνωσης των πρώτων επαναστατικών στρατευμάτων της Εύβοιας και το ορμητήριο του Αγγελή Γοβιού. Από εκεί, τον Απρίλιο του 1821, είχαν εκδοθεί και οι πρώτες επαναστατικές προκηρύξεις στην Εύβοια, με τις υπογραφές των οπλαρχηγών Ν. Τομαρά, Γ. Κλωτσοτύρη, Γ. Ιατρού και του πρωτοσύγκελου Βαρλαάμ.

Από το Δερβένι λοιπόν ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1823 οι επαναστάτες Σταύρος Βασιλείου, Θανάσης Χοντροβασίλης, Κώστας Βασιλείου, Ευαγγελινός Αργυροκαστρίτης, ο Κόκκαλης και ο Ολύμπιος Λιάκος, και αφού συγκέντρωσαν τριακόσιους άντρες από τα όμορα χωριά οχυρώθηκαν στη θέση των Αντριαλών και περίμεναν τους Τούρκους για να τους ανακόψουν την ορμή και να σώσουν τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στα ορεινά χωριά. Ο Ισούφ πασάς Περκόφτσιαλης με 12.000 άνδρες στις 27 Ιουλίου του 1823 επιτίθεται και οι Έλληνες αμύνονται με γενναιότητα. Η μάχη που κράτησε έξι μέρες, ήταν ιδιαίτερα πεισματώδης και σκοτώθηκαν πολλοί. Οι Τούρκοι δεν περίμεναν τέτοια αντίσταση και αιφνιδιάστηκαν. Οι Έλληνες τους χτυπούσαν αλύπητα από τα δύο υψώματα στα οποία είχαν φτιάξει οχυρά και για έξι μέρες έσπειραν τον όλεθρο στους γενίτσαρους του Καπουδάν Πασά. Το ύψωμα ακόμη και σήμερα έχει το τοπωνύμιο ορδύ (οχυρό). Επειδή η αντίσταση που βρήκαν οι τούρκοι ήταν μεγάλη αναγκάστηκαν να φέρουν από την Χαλκίδα 12 κανόνια για να κάμψουν το ηθικό και τον ηρωισμό των Ελλήνων.

Οι δικοί μας αντιστέκονται ηρωικά και ας τους ρίχνουν δώδεκα κανόνια. Επειδή δεν είχαν επάρκεια πολεμοφοδίων, εγκατέλειψαν τη θέση τους επέστρεψαν στο Δερβένι όπου και αμύνθηκαν έως ότου να σωθούν τα γυναικόπαιδα στα γύρω χωριά. Τους νεκρούς πεσόντες αγωνιστές της μάχης των Αντριαλών τους έθαψαν Βόρεια του σημείου της μάχης περίπου 2 ώρες δρόμο με τα πόδια στη θέση Μνήματα. Περνάμε το βράχο του Μορφόλογγου κατηφορίζοντας προς την ρεματιά και τα μνήματα βρίσκονται απέναντί μας . Δεν γνωρίζουμε για πιο λόγο ο οπλαρχηγός, και μετέπειτα στρατηγός Κριεζώτης Νικόλαος δεν συμμετείχε στην μάχη των Αντριαλών αλλά ξέρουμε ότι εκείνες της ημέρες βρισκόταν στα Βάβουλα και περίμενε την έκβαση της μάχης. Πιθανόν να μην ήταν σύμφωνος με αυτή τη μάχη, πιθανόν να υπήρχαν μεγάλες έριδες με τους προαναφερθέντες αγωνιστές επειδή ήταν Στεραιοελλαδίτες. Πάντως βρισκόταν στα Βάβουλα και μετά πήγε στον ελεύθερο από τούρκους Απόκρημνο.

Οι Τούρκοι μετά την μάχη των Αντριαλών συνέχισαν την πορεία τους βόρεια προς το χωριό Παγώντα. Πιθανολογείται ότι οι κάτοικοί του είχαν έρθει από την Σάμο κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Εκεί σύμφωνα με τους γεροντότερους δεν υπήρχε νέος άνθρωπος παρά μόνο μια πανέμορφη γυναίκα η Ελένη από το γένος Μπούρου η οποία υπηρετούσε τον ανάπηρο πατέρα της. Οι τούρκοι έκριναν και την πήραν μαζί τους μην δίνοντας σημασία στα κλάματα και τα παρακάλια της νέας. Φημολογείται ότι είχε μακριά ξανθά μαλλιά και σε όποιο δένδρο έβρισκε στο μονοπάτι που την οδηγούσαν, τα τύλιγε γύρω του μέχρι που ξεριζώθηκαν και πέθανε από αιμορραγία έως ότου φθάσουν στο Δερβένι. Εκεί πήραν στο κατόπι μια γριά γυναίκα που βρήκαν η οποία κατά λάθος τους οδήγησε στο μονοπάτι του κάστρου της κλεισούρας όπου και το κατέλαβαν. Κατόπιν έφτασαν στο Μαντούδι όπου και έσπειραν τον όλεθρο μη βρίσκοντας καμία αντίσταση. Στη θέση Πελέκυ οι τούρκοι έσφαξαν όλους τους κατοίκους του Μαντουδίου. Προχωρώντας οι Τούρκοι προς το χωριό Βλαχιά στην τοποθεσία κακιά σκάλα τα ίδια παλληκάρια που πολέμησαν στα Αντριαλλά είχαν στήσει ενέδρα και κυλώντας πέτρες από ψηλά έριξαν πολλούς Τούρκους στη θάλασσα. Οι τούρκοι μη μπορώντας να ξεπεράσουν το εμπόδιο έκριναν και γύρισαν πίσω ακολουθώντας πορεία προς την βόρεια Εύβοια όπου συνέχισαν το καταστροφικό τους έργο. Επειδή δεν μπόρεσαν να περάσουν το στρατό τους από την κακιά σκάλα σώθηκαν τα χωριά Βλαχιά, Σαρακίνικο, Αγιά Σοφιά. Πολλοί κάτοικοι όμως αυτών των χωριών είχαν περάσει απέναντι στις Σποράδες. Τελικά η αντίσταση που έγινε στους 12.000 γενίτσαρους του Ομέρ Πασά οι οποίοι ξεκλήρισαν όλη την Εύβοια, έχει να δείξει μόνο την μάχη στα Αντριαλά και την αντίσταση των ίδιων παλληκαριών στην κακιά σκάλα. Οι Τούρκοι πέρασαν και έκαψαν όλη την Εύβοια το 1823 ατουφέκιστοι.

Μετά από τα γεγονότα αυτά ο Ομέρ Πασάς της Καρύστου προβιβάστηκε σε γενικό διοικητή της Εύβοιας (υπό τον τίτλο «Εγριμπόζ Βαλεσί»). Τρία περίπου χρόνια μετά, το Μάρτιο του 1826, η επανάσταση στην Εύβοια τελείωσε οριστικά, μετά από την αποτυχημένη εκστρατεία του Κάρολου Φαβιέρου. Ολόκληρο το νησί ήταν ερειπωμένο και έτσι παρέμεινε ως το 1833, όπου και προσαρτήθηκε στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος.

27 Δεκεμβρίου 2025

Γιορτινό Ποίημα [Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος]

ΓΙΟΡΤΙΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μύρισε το σπίτι λάδι
κουραμπιέδες, μελομακάρονα
στο τραπέζι
το αναμμένο τζάκι
και στολίδι ένα:
το χειροκρότημα των απόντων
σαν σε γιορτή.

26 Δεκεμβρίου 2025

Ich höre [Paul Celan]


Ich höre

Ich höre, die Axt hat geblüht,
ich höre, der Ort ist nicht nennbar,

ich höre, das Brot, das ihn ansieht,
heilt den Erhängten,
das Brot, das ihm die Frau buk,

ich höre, sie nennen das Leben
die einzige Zuflucht.



I Hear

I hear, the Axe has flowered,
I hear, the Place is un-nameable,

I hear, the Bread, that looks on him,
heals the Hanged-Man,
the Bread, his Wife baked for him,

I hear, they name Life
our sole Refuge.

Πηγή: poemhunter.com 


Ακούω

Ακούω, το Τσεκούρι έχει στολιστεί με άνθη,
Ακούω, ο Τόπος δεν προσδιορίζεται,

Ακούω, το Ψωμί, που τον κοιτάζει,
γιατρεύει τον Κρεμασμένο Άνθρωπο,
το Ψωμί, που έψησε η Γυναίκα του γι’ αυτόν,

Ακούω, ονομάζουνε Ζωή 
το μοναδικό μας Καταφύγιο.

25 Δεκεμβρίου 2025

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη [Κώστας Βάρναλης]

Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους…
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὄτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!
 
Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.
Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:
– Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).
Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.
 
Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.
Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.
Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἴτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα…
 
Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.
Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.
Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.
Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.
– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.
 
Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).
 
Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.
– Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!
Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Ὅρσε, κουβέρνο!
Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.
– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.
 
Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.
Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!…
 
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ… ἐξύπνησεν.
Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!