Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (απόσπασμα) [Τάσος Λειβαδίτης]


[...]

ΙΙ

Ήταν σα να ‘χε πεθάνει κ' η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γη.
Ο άνεμος έπαιρνε τις σκηνές μας
τις στήναμε και τις ξανάπαιρνε.
Η ομίχλη περπατούσε κουτσαίνοντας πάνω στις πέτρες.
Μεγάλα μαύρα συρματοπλέγματα αμπάρωναν τον ουρανό.
Βράδιαζε σ' όλο το στρατόπεδο. Θέλαμε να κοιτάξουμε
μα όλο και βράδιαζε. Όλο και πιο πολύ μάκραινε ο κόσμος.
Θέλαμε ν’ ακούσουμε
μα όλο και φύσαγε. Όλο και μας πλησίαζε του σκοπού το βήμα.

Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πώς υ­πάρχουμε
κείνη η φωνή που να ‘ναι για να μη χαθούμε μες στη νύχτα.
Θέλαμε να θυμηθούμε
μα είχαμε πολλούς νεκρούς να θάψουμε.


Ύστερα τέλειωνε η αγγαρεία και χτυπούσε σιωπητήριο.
Και τότε αρχίζανε τα κλεφτοφάναρα, τ’ αυτόματα, οι κραυγές
άρχιζε τότε ο φόβος
απ’ τα φυλάκια ακούγαμε στη νύχτα να φωνάζουν
αλτ
μα όλο και χτύπαγε η καρδιά μας και ξαναφώναζαν
αλτ.

Έλεγες πώς θα πέθαινες
ίσως να ‘χες κιόλας πεθάνει
τόση ήταν η νύχτα κ’ η βροχή
ο άνεμος
οι πληγωμένοι
όταν ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Κ' ήταν σα να ‘χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.


Τις μέρες μας τρελαίνει πάντοτε ο νοτιάς.
Οι πάσσαλοι σπάνε στον αγέρα
- θα ‘λεγες ξεθαμένα κόκαλα.
Εμείς κουβαλάμε μεγάλες πέτρες απ' το βουνό
κουβαλάμε στην πλάτη μας τα μεγάλα αυλάκια απ’ τις κον­τακιές
το βράδυ καθόμαστε στη σκηνή και μπαλώνουμε τις φανέλες μας
λέμε κάνα αστείο
σκάβουμε με τα μάτια μας τον πάτο της καραβάνας.
Και ξαφνιαζόμαστε που τα χέρια μας γίναν γερά σα δυο χον­τρές αρβύλες.
Έξω στάθηκε μια στιγμή ο σκοπός και χασμουρίθηκε.
Ο Πέτρος χαμογελάει καθώς σκίζει τη φόδρα του και δένει την πληγή μας
ο γέρο - Μαθιός έχει δυο μάτια ήρεμα και τρία σκοτωμένα αγόρια
κι ο Ηλίας λέει: «Εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρ­μόνικα»
έτσι λέει ο Ηλίας: «εγώ θα βρω τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα»
κι ας του ‘χουν κόψει και τα δυο του χέρια.

Ύστερα αλλάζουμε κουβέντα.
Και νιώθεις πως δε  θα ‘φτανε ο κόσμος να χωρέσει τούτο το τρύπιο αντίσκηνο
πως θα ‘φτανε όμως η καρδιά σου να χωρέσει όλον τον κόσμο.

Κ' έτσι κάθε βράδυ η λάμπα έσβηνε τη μέρα μας.


Κ’ έτσι κάθε μέρα η βροχή σβήνει απ' το χώμα τα βήμα­τα μας.

Κάθε που παίρνουν έναν σύντροφο μας
εμείς του ‘τοιμάζουμε τα ρούχα και του δίνουμε το χέρι μας -
Ύστερα βάζουμε στην άκρη την καραβάνα του.
Νυχτώνει.
Γρήγορα που πληθαίνουν οι άδειες καραβάνες στη γωνιά.

Κάποιος θα ‘θελε να βήξει, έτσι γιατί δεν ξέρει τι να πει
Ενώ ένας άλλος στέκεται ώρα και κοιτάει τα χνάρια
που άφησαν τα παπούτσια εκείνου
που πια δε θα ξαναγυρίσει.

Πόσοι σύντροφοι αλήθεια
κοντά στην ίδια λάμπα και στην ίδια ελπίδα
μπροστά στο ίδιο ψωμί και στον ίδιο θάνατο
την ώρα που κρυώναμε μας σκέπασαν με τα μάτια τους
την ώρα που πεινούσαμε μας μοιράσανε την καρδιά τους.
Κι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή.

Τότε κ’ εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε.


Κείνος ο σύντροφος μας είχε ένα καφετί σκούφο
και μας τον φέρανε πληγωμένο την ώρα που βράδιαζε
ώρα που η μάνα του θ' ανάβει το λύχνο
και θα τραγουδάνε οι γρύλοι στους φράχτες της πατρί­δας του.

Τον είχαν μέρες βασανίσει. Καθώς του βγάλαμε τις αρβύλες
ήταν γεμάτες αίμα. Καθίσαμε κοντά του
δίχως να μιλάμε
σέρναμε τα δάχτυλα στο χώμα, δίχως να μιλάμε
μονάχα νιώθαμε να μας τρυπάει η καρδιά
σαν ένα πιρούνι ξεχασμένο μες στην τσέπη του αμπέχονου.

Τότε πήρε να βρέχει και νιώσαμε πως θα πέθαινε.
Εκείνος γύρισε και μας κοίταξε. Έναν - έναν. Στο κάλο Θωμά.
Κι αυτό που μας ζητάν τα μάτια σου, σου τα’ ορκιζόμαστε Θωμά.
Δε θα προδώσουμε ποτέ τα μάτια σου.

Και ξαφνικά στα μάτια του συντρόφου μας που έφευγε τό­σο άπλα
ξανάβρισκα τα μάτια σου, αγαπημένη.


Ναι, αγαπημένη
μπορούσα πια και σ' έβρισκα παντού.
Άναβα τώρα τη λάμπα κ’ έτρεμα, όπως όταν την άναβα για σένα
μοίραζα το ψωμί με το διπλανό μου σα να το μοιραζόμα­στε μαζί
και καθώς άπλωνα να σφίξω ένα χέρι, έβρισκα το χέρι σου
και καθώς έσκυβα ν' ακούσω μια φωνή, έβρισκα τη φωνή σου.

Οι άνθρωποι που μας χώριζαν, οι ίδιοι τώρα σε ξανάδιναν σε μένα.

[...]

Δεν υπάρχουν σχόλια: