Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα» [Αλέξανδρος Μπάρας]


Η «ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ», Η «ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ» ΚΙ Η «ΘΕΟΔΩΡΑ»

Ένα κάθε βδομάδα, 
στην ορισμένη μέρα, 
πάντα στην ίδιαν ώρα, 
τρία βαπόρια ωραία,
η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα», 
ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία, 
το Μπρίντιζι και το Τριέστι, 
πάντα.

Χωρίς μανούβρες κι ελιγμούς
και δισταγμούς
κι ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ’ ανοιχτά την πρώρα,
η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»,
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές.

Ανοίγουνται απ’ την προκυμαία 
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία, 
το Μπρίντιζι και το Τριέστι,
πάντα — και με το κρύο και με τη ζέστη. 

Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Αιγαίου και της Μεσογείου
με τούς καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μες στα νερά
τη νύχτα.
Πάνε
πάντα μ’ ανθρώπους και μπαγκάζια...

Η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»
χρόνια τώρα, 
κάνουν τον ίδιο δρόμο, 
φτάνουν την ίδια μέρα, 
φεύγουν στην ίδιαν ώρα.

Μοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλείας,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει.

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος 
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Μεσόγειο 
ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;) 
Η «Κλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κι η «Θεοδώρα»
είναι, καιρός και χρόνια πάνε τώρα 
του βαρεμού που ενιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο, 
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.

Αν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι — si j’ etais roi! — 
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην «Κλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη», τη «Θεοδώρα»,
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ’ ακούγονταν η μουσική
που θα ‘παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα ‘γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μες στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: