12 Ιουνίου 2025

Isigâligârssik [Greenland’s Eskimos]

ΙΣΙΓΚΑΛΙΓΚΑΡΣΙΚ

Ο Ισιγκαλιγκάρσικ ήταν ένας άντρας χωρίς σύζυγο και ήτανε πολύ δυνατός.
Ένας από τους υπόλοιπους άντρες στο χωριό του ήτανε μάγος.
Ο Ισιγκαλιγκάρσικ πήγε να ζήσει σε ένα σπίτι με πολλά αδέρφια που τον αγαπούσανε πολύ.
Όταν ο μάγος επρόκειτο να καλέσει τα πνεύματά του, συνήθιζε να φωνάζει από το παράθυρο: «Μόνον οι παντρεμένοι άντρες μπορούνε να έρθουνε και να ακούσουν». Και όταν όσοι επρόκειτο να ακούσουνε το κάλεσμα τού πνεύματος έφευγαν, μια νεαρή χήρα με την κόρη της και ο Ισιγκαλιγκάρσικ πάντα μένανε πίσω μαζί, στο σπίτι.
Κάποτε, που όλοι είχανε βγει έξω, για να ακούσουνε το μάγο, όπως συνήθιζαν, μείνανε μόνοι τους. Ο Ισιγκαλιγκάρσικ καθότανε δίπλα σε μια μικρή λάμπα στον πλαϊνό πάγκο, όπου έκανε δουλειά.
Ξαφνικά άκουσε την κόρη τής χήρας να λέει κάτι στο αφτί τής μητέρας της και τότε η μητέρα της γύρισε προς το μέρος του και είπε: «Αυτό το κορίτσι θα ήθελε να σε έχει». Ο Ισιγκαλιγκάρσικ θα ήθελε επίσης να την έχει και έτσι, πριν επιστρέψουν οι υπόλοιποι συγκάτοικοί τους, έγιναν αντρόγυνο.
Έτσι, όταν οι άλλοι τού σπιτιού τελειώσανε και επιστρέψανε, ο Ισιγκαλιγκάρσικ είχε βρει σύζυγο και οι συγκάτοικοί του χαρήκανε πολύ γι' αυτό.
Την επόμενη μέρα, μόλις νύχτωσε, κάποιος φώναξε, όπως ήτανε το έθιμο: «Ας έρθουνε να ακούσουνε μόνον όσοι έχουνε συζύγους». Έτσι ο Ισιγκαλιγκάρσικ, ο οποίος πριν δεν είχε σύζυγο, ένιωσε τώρα μια μεγάλη επιθυμία να πάει και να ακούσει. Αλλά μόλις έφτασε, ο μεγάλος μάγος είπε στη γυναίκα τού Ισιγκαλιγκάρσικ: «Έλα εδώ· εδώ».
Όταν κάθισε, της είπε να βγάλει τα παπούτσια της, που τα έβαλε να στεγνώσουν. Τότε κάλεσαν ένα πνεύμα, και όταν αυτό τελείωσε, ο μάγος είπε στον Ισιγκαλιγκάρσικ: «Φύγε τώρα· δεν θα έχεις ξανά ποτέ αυτήν την αγαπημένη σου μικρή γυναίκα».
Και τότε ο Ισιγκαλιγκάρσικ έπρεπε να πάει σπίτι χωρίς σύζυγο. Και ο Ισιγκαλιγκάρσικ έπρεπε να ζήσει χωρίς σύζυγο. Και κάθε φορά που ο μάγος καλούσε ένα πνεύμα και πήγαινε, ο μάγος έλεγε: «Χα, τι κάνεις εδώ, εσύ που δεν έχεις γυναίκα;»
Έτσι λοιπόν ο θυμός μεγάλωνε σιγά σιγά μέσα του και μια φορά που γύρισε σπίτι, είπε: «Αυτός ο μάγος εκεί μέσα με κορόιδεψε για τα καλά, αλλά την επόμενη φορά που θα με ρωτήσει, ξέρω τι να απαντήσω».
Αλλά οι συγχωριανοί του τον προειδοποιήσανε και είπαν: «Όχι, όχι· δεν πρέπει να του απαντήσεις. Γιατί αν του απαντήσεις, τότε θα σε σκοτώσει».
Αλλά ένα βράδυ, όταν ο κακός μάγος τον κορόιδεψε όπως συνήθως, ο Ισιγκαλιγκάρσικ είπε: «Χα, και τι γίνεται με σένα που πήρες τη γυναίκα μου;»
Τώρα ο μάγος σηκώθηκε αμέσως, και όταν ο Ισιγκαλιγκάρσικ έσκυψε προς την είσοδο για να ξεγλιστρήσει έξω, ο μάγος πήρε ένα μαχαίρι, που του το κάρφωσε ανοίγοντάς του μια μεγάλη πληγή.
Ο Ισιγκαλιγκάρσικ έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του και είπε στη μητέρα τής συζύγου του: «Τρέξε γρήγορα και πάρε το ρούχο που φορούσα όταν ήμουνα μικρός. Θα το βρεις μες στο σεντούκι εκεί».
Όταν το έβγαλε, ήτανε τόσο μικρό που δεν έμοιαζε καθόλου με ρούχο, αλλά ήτανε πολύ όμορφο. Και της ζήτησε τότε να το βουτήξει σ’ έναν κουβά με νερό. Όταν βράχηκε μπόρεσε να το φορέσει κι όταν το κορδόνι στο κάτω μέρος άγγιξε την πληγή, αυτή επουλώθηκε.
Έτσι, όταν οι συγκάτοικοί του βγήκαν έξω, μετά το κάλεσμα του πνεύματος, νόμιζαν ότι θα τον βρίσκανε νεκρό, έξω από την είσοδο. Ακολουθήσανε τις κηλίδες αίματος και τελικά φτάσανε στο σπίτι τους. Όταν μπήκανε μέσα, είδανε πως δεν είχε ούτε μια πληγή και όλοι χαρήκανε πολύ που είχε θεραπευτεί. Και τώρα είπε: «Αύριο θα πάω για τοξοβολία με αυτόν».
Έπειτα κοιμηθήκανε και όταν ξυπνήσανε ο Ισιγκαλιγκάρσικ άνοιξε το μικρό του σεντούκι και, αφού το έψαξε, έβγαλε ένα τόξο που ήτανε τόσο μικρό που μόλις που φαινότανε στα χέρια του. Πέρασε τις χορδές στο τόξο, βγήκε έξω και είπε: «Ελάτε έξω τώρα και δείτε». Στη συνέχεια βγήκαν όλοι έξω, και αυτός κατέβηκε στο σπίτι τού μάγου όπου φώναξε προς το παράθυρο: «Μεγάλε άντρα εκεί μέσα· βγες έξω τώρα και ας μονομαχήσουμε τοξεύοντας!». Και αφού το είπε αυτό, πήγε και στάθηκε δίπλα σε ένα μικρό ποτάμι. Όταν γύρισε να κοιτάξει γύρω του, ο μάγος ήταν ήδη μπροστά στην είσοδο τού σπιτιού του, κρατώντας το τόξο του.
Είπε: «Έλα εδώ». Και τότε ο Ισιγκαλιγκάρσικ μάζεψε σάλιο στο στόμα του και το έφτυσε κατευθείαν δίπλα στα πόδια του.
«Έλα εδώ», είπε τότε στον μεγάλο μάγο. Κατόπιν αυτός κινήθηκε προς το μέρος του, τον πλησίαζε όλο και πιο κοντά και σταμάτησε ακριβώς μπροστά του. Τώρα ο μάγος σημάδεψε με το τόξο του προς το μέρος του, και όταν το έκανε αυτό, οι συγκάτοικοί του φωνάξανε στον Ισιγκαλιγκάρσικ: «Σμίκρυνε τον εαυτό σου!» και αυτός σμικρύνθηκε τόσο πολύ που μόνο το κεφάλι του μπορούσε να φανεί να κινείται μπρος πίσω. Ο μάγος έριξε τόξο αλλά αστόχησε. Έριξε για δεύτερη φορά, αλλά και πάλι αστόχησε.
Τότε ο Ισιγκαλιγκάρσικ μεγάλωσε, πήρε το βέλος και αφού το έσπασε, είπε: «Πήγαινε σπίτι σου· δεν μπορείς να με χτυπήσεις». Τότε ο μάγος έφυγε, γυρίζοντας πολλές φορές για να κοιτάξει πίσω του. Τελικά, τη στιγμή που έσκυβε για να μπει στο σπίτι του, από την είσοδο, ο Ισιγκαλιγκάρσικ τον στόχευσε και του έριξε τόξο. Ακούσανε μόνο τον ήχο από την πτώση του. Το βέλος ήτανε πολύ μικρό, αλλά αρκούσε να τον τραυματίσει θανάσιμα, την ώρα που περνούσε μέσ’ από την είσοδο τού σπιτιού του, και να πέσει εκεί.
Έτσι λοιπόν ο Ισιγκαλιγκάρσικ κέρδισε ξανά τη γυναίκα του και έζησε μαζί της μέχρι το θάνατό του.



ISIGÂLIGÂRSSIK

Isigâligârssik was a wifeless man, and he was very strong. One of the other men in his village was a wizard.
Isigâligârssik was taken to live in a house with many brothers, and they were very fond of him.
When the wizard was about to call upon his spirits, it was his custom to call in through the window: "Only the married men may come and hear." And when they who were to hear the spirit calling went out, a little widow and her daughter and Isigâligârssik always stayed behind together in the house. Once, when all had gone out to hear the wizard, as was their custom, these three were thus left alone together. Isigâligârssik sat by the little lamp on the side bench, at work.
Suddenly he heard the widow's daughter saying something in her mother's ear, and then her mother turned towards him and said: "This little girl would like to have you." Isigâligârssik would also like to have her, and before the others of the house had come back, they were man and wife.
Thus, when the others of the house had finished and came back, Isigâligârssik had found a wife, and his housefellows were very glad of this.
Next day, as soon as it was dark, one called, as was the custom: "Let only those who have wives come and hear." And Isigâligârssik, who had before had no wife, felt now a great desire to go and hear this. But as soon as he had come in, the great wizard said to Isigâligârssik's wife: "Come here; here."
When she sat down, he told her to take off her shoes, and then he put them up on the drying frame. Then they made a spirit calling, and when that was ended, the wizard said to Isigâligârssik: "Go away now; you will never have this dear little wife of yours again."
And then Isigâligârssik had to go home without a wife. And Isigâligârssik had to live without a wife. And every time there was a spirit calling, and he went in, the wizard would say: "Ho, what are you doing here, you who have no wife?"
But now anger grew up slowly in him at this, and once when he came home, he said: "That wizard in there has mocked me well, but next time he asks me, I shall know what to answer."
But the others of the village warned him, and said: "No, no; you must not answer him. For if you answer him, then he will kill you."
But one evening when the bad wizard mocked him as usual Isigâligârssik said: "Ho, and what of you who took my wife away?"
Now the wizard stood up at once, and when Isigâligârssik bent down towards the entrance to creep out, the wizard took a knife and stabbed him with a great wound.
Isigâligârssik ran quickly home to his house and said to his wife's mother: "Go quickly now and take the dress I wore when I was little. It is in the chest there."
And when she took it out, it was so small that it did not look like a dress at all, but it was very pretty. And he ordered her to dip it in the water bucket. When it got wet, he was able to put it on, and when the lacing thong at the bottom touched the wound, it healed.
Now when his housefellows came out after the spirit-calling they thought to find him lying dead outside the entrance. They followed the blood spoor, and at last he went into the house. When they came in, he had not a single wound, and all were very glad that he was healed again. And now he said: "Tomorrow I will go bow-shooting with him."
Then they slept, and awakened, and Isigâligârssik opened his little chest and searched it, and took out a bow that was so small it could hardly be seen in his hands. He strung that bow, and went out, and said: "Come out now and see." Then they went out, and he went down to the wizard's house, and called through the window: "Big man in there; come out now and let us shoot with the bow!" And when he said this, he went and stood by a little river. When he turned to look round, the wizard was already by the passage of his house, aiming with his bow.
He said: "Come here." And then Isigâligârssik drew up spittle in his mouth and spat straight down beside his feet.
"Come here," he said then to the great wizard. Then he went over to him, and came nearer and nearer, and stopped just before him. Now the wizard aimed with his bow towards him, and when he did this, the housefellows cried to Isigâligârssik: "Make yourself small!" And he made himself so small that only his head could be seen moving backwards and forwards. The wizard shot and missed. And a second time he shot and missed.
Then Isigâligârssik stood up, and took the arrow, and broke it across and said: "Go home; you cannot hit." And then the wizard went off, turning many times to look round. At last, when he bent down to get into his house through the passageway, Isigâligârssik aimed and shot at him. And they heard only the sound of his fall. The arrow was very little, and yet for all that it sent him all doubled up through the entrance, so that he fell in the passage.
In this way Isigâligârssik won his wife again, and he lived with her afterwards until death.

Πηγή: gutenberg.org.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: