Προσωπικά θεωρώ την «Καταγωγή των Ειδών», του Κάρολου Δαρβίνου, ως τη σημαντικότερη στιγμή τής ανθρώπινης διανόησης. Όχι γιατί με αυτό το έργο έκλεισε ο κύκλος τής καταγωγής και της εξέλιξης των Ειδών (η λέξη «έκλεισε» δεν υπάρχει στην επιστήμη), αλλά γιατί άνοιξε όχι μόνο αναφορικά με τις μορφές ζωής πάνω στον πλανήτη μας αλλά και για το πώς συνολικά αρχίσαμε να βλέπουμε τον Κόσμο.
Ακολουθεί το σημαντικότατο εισαγωγικό Κεφάλαιο, μεταφερμένο στη νεοελληνική, από την έκδοση τού 1957:
ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Θα δώσω εδώ σ' ένα σύντομο σχεδίασμα την πορεία που ακολούθησε η ανθρώπινη σκέψη σχετικά με το ζήτημα της Καταγωγής των Ειδών. Οι φυσιοδίφες, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, πίστευαν πριν από λίγο καιρό ακόμα ότι τα Είδη ήταν αναλλοίωτα δημιουργήματα που πλάστηκαν το καθένα χωριστά. Αυτή η άποψη υποστηρίχτηκε με επιδεξιότητα από πολλούς. Ωστόσο μερικοί φυσιοδίφες, ελάχιστοι τον αριθμό, είχαν τη γνώμη πως τα Είδη υφίστανται μεταβολές και πως οι μορφές ζωής που υπάρχουν σήμερα, είναι γνήσιοι, από πραγματική γέννηση, απόγονοι μορφών που προϋπήρξαν. Αφήνοντας κατά μέρος τους υπαινιγμούς που συναντάμε στους συγγραφείς της Αρχαιότητας [Ο Αριστοτέλης στο Περί Φυσικής Ακροάσεως (βιβλ. 2, κεφ. 8, εδ. 2) αφού κάνει την παρατήρηση πως η βροχή δεν πέφτει για να βλαστήσει το στάρι, όπως και δεν πέφτει για να καταστρέψει το θερισμένο στάρι του χωριάτη στις θημωνιές, εφαρμόζει το ίδιο επιχείρημα και στον οργανισμό, και προσθέτει (δίνω το χωρίο όπως μου το μετέφρασε ο κ. Clair Grece, που πρώτος μου το υπέδειξε): «Λοιπόν τι εμποδίζει τα διάφορα μέρη του σώματος νάχουν αυτή την απλά τυχαία σχέση μέσα στη φύση; Όπως λόγου χάρη τα μπροστινά δόντια φυτρώνουν αναγκαστικά κοφτερά, για να κόβουν, ενώ οι τραπεζίτες είναι πλατιοί για να ευκολύνουν το μάσημα της τροφής• κι όμως δε φτιάχτηκαν γι αυτό το σκοπό, αλλά ήταν αποτέλεσμα σύμπτωσης. Το ίδιο συμβαίνει και για τα άλλα μέρη όπου φαίνεται να υπάρχει κάποια προσαρμογή με καθορισμένο σκοπό. Οπουδήποτε λοιπόν τα πράγματα (δηλαδή όλα τα μέρη ενός συνόλου, έτυχε να γίνουν έτσι ώστε να φαίνεται ότι φτιάχτηκαν για κάποιο σκοπό, αυτά διασώθηκαν ακριβώς επειδή συγκροτήθηκαν κατάλληλα χάρη σε κάποιον εσωτερικό αυθορμητισμό. Αντίθετα εκείνα που δεν έτυχε ν' αποχτήσουν τέτοια συγκρότηση, χάθηκαν και χάνονται». Βλέπουμε εδώ ένα προμήνυμα της Φυσικής Επιλογής, με το πόσο λίγο αντιλαμβανόταν ο Αριστοτέλης την Αρχή αυτή στην πληρότητά της, το βλέπουμε απ' τις παρατηρήσεις του για τη διαμόρφωση των δοντιών.
και το κείμενο :
«Ὥστε τί κωλύει οὕτω καὶ τὰ μέρη ἔχειν ἐν τῇ φύσει; οἷον τοὺς ὀδόντας ἐξ ἀνάγκης ἀνατείλαι τοὺς μὲν ἐμπροσθίους ὀξεῖς, ἐπιτη δείους πρὸς τὸ διαιρεῖν, τοὺς δὲ γομφίους πλατεῖς καὶ χρησίμους προς τὰ λειαίνειν τὴν τροφὴν, ἐπεὶ οὐ τούτου ἕνεκα γενέσθαι ἀλλὰ συμπε σεῖν. Ομοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων μερῶν, ἐν ὅσοις δοκεῖ ὑπάρχειν τὸ ἕνεκα τοι. Οπου μὲν οὖν ἀπαντα συνέβη ὥσπερ κἂν εἰ ἕνεκά του ἐγίγνετο, ταῦτα μὲν ἐσώθη ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου συστάντα ἐπιτηδείως. Όσα δὲ μὴ οὕτως, ἀπώλετο καὶ ἀπόλλυται] γύρω σ' αυτό το θέμα, ο πρώτος που στους νεότερους χρόνους το πραγματεύτηκε μ' επιστημονικό πνεύμα ήταν ο Μπιφόν. Επειδή όμως οι απόψεις του παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από περίοδο σε περίοδο, κ' επειδή δεν εξετάζει τα αίτια ή τα μέσα που προκαλούν τη μεταμόρφωση των Ειδών, δε χρειάζεται να επεκταθώ εδώ σε λεπτομέρειες.
Ο Λαμάρκ ήταν ο πρώτος που τα συμπεράσματά του σχετικά με το θέμα μας προκάλεσαν έντονη προσοχή. Αυτός ο δίκαια φημισμένος φυσιοδίφης δημοσίευσε για πρώτη φορά τις απόψεις του στα 1801. Τις ανέπτυξε σημαντικά στα 1809 στο έργο του «Ζωολογική Φιλοσοφία» κι αργότερα στα 1815 στην Εισαγωγή του έργου «Φυσική Ιστορία των Ασπονδύλων». Στα συγγράμματά του αυτά υποστηρίζει τη θεωρία πως όλα τα Είδη, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, είναι απόγονοι άλλων Ειδών. Πρώτος αυτός πρόσφερε την έξοχη υπηρεσία, ότι έστρεψε τη γενική προσοχή στην υπόθεση πως κάθε αλλαγή, τόσο στον ενόργανο όσο και στον ανόργανο κόσμο, είναι αποτέλεσμα ενός νόμου κι όχι μιας θαυματουργικής επέμβασης. Φαίνεται πως η βασική αιτία που έκανε τον Λαμάρκ να συμπεράνει ότι τα Είδη αλλάζουν βαθμιαία, ήταν η δυσκολία της διάκρισης ανάμεσα σε Είδος και ποικιλία, η σχεδόν τέλεια διαβάθμιση μορφών που παρατηρείται σε ορισμένες ομάδες, καθώς και ο κατ' αναλογία συλλογισμός πάνω στις ποικιλίες που παρουσιάζουν τα κατοικίδια είδη. Όσο για τις αιτίες που επιφέρουν τις μεταβολές, θεωρούσε ότι μερικές οφείλονται στην άμεση επίδραση των φυσικών συνθηκών ζωής, μερικές στη διασταύρωση των μορφών που υπάρχουν κιόλας, και πολλές στη χρήση είτε στην αχρησία, δηλαδή στ' αποτελέσματα της έξης. Φαίνεται πως όλα τα θαυμαστά φαινόμενα προσαρμογής που παρατηρούνται στη φύση τ’ αποδίδει στον τελευταίο παράγοντα. Λόγου χάρη η καμηλοπάρδαλη έχει τόσο μακρύ λαιμό επειδή τρέφεται απ' τα φύλλα των δέντρων κι αναγκάζεται να τον τεντώνει. Πίστευε όμως και σ' έναν νόμο προοδευτικής ανάπτυξης. Κι αφού όλες οι μορφές ζωής, τείνουν προς μια τέτοια πρόοδο, ο Λαμάρκ, για να εξηγήσει την ύπαρξη απλών οργανισμών στη σημερινή εποχή, υποστηρίζει ότι οι τέτοιες μορφές δημιουργούνται τώρα αυτόματα. [Βρήκα την ημερομηνία της πρώτης έκδοσης του έργου του Λαμάρκ στην εξαίρετη «Γενική Φυσική Ιστορία» (τόμος ΙΙ, σελ. 105, 1359) του Ιζιντόρ Ζοφρουά Σεντ Ιλέρ. Στο βιβλίο αυτό, που είναι μια έξοχη εξιστόρηση των απόψεων που διατυπώθηκαν γύρω απ' τα θέμα μας, δίνεται και μια τέλεια εξιστόρηση των συμπερασμάτων του Μπιφόν για το ίδιο ζήτημα. Είναι πολύ περίεργο το πόσο ο παππούς μου, δρ. Έρασμος Ντάρβιν, στη Ζωονομία του (τόμος Ι, σελ. 500- 510), που κυκλοφόρησε στα 1704, είχε προηγηθεί του Λαμάρκ, στις απόψεις και στα πράγματά του. Κατά τη γνώμη του Ιζιντόρ Ζοφρουά Σεντ Ιλέρ δεν υπάρχει αμφιβολία πως κι ο Γκαίτε ήταν φλογερός οπαδός παρόμοιων απόψεων, όπως φαίνεται στην Εισαγωγή ενός έργου του που γράφτηκε στα 1794-1785 μα που δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα: «Ο Γκαίτε σαν Φυσιοδίφης», του δρ. Καρλ Μέντινγκ, σελ. 34. στην Εισαγωγή αυτή αναφέρεται πως ο Γκαίτε έκανε τη ρητή παρατήρηση ότι το πρόβλημα που θ' απασχολεί στο μέλλον τους φυσιοδίφες θάναι το πως λόγου χάρη απόχτησαν τα βόδια κέρατα κι όχι σε τι τους χρησιμεύουν. Τα πιο πάνω αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως όμοιες απόψεις παρουσιάζονται σχεδόν ταυτόχρονα, αφού ο Γκαίτε στη Γερμανία, ο δρ. Ντάρβιν στην Αγγλία κι ο Ζοφρουά Σεντ Ιλέρ, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω, στη Γαλλία έφτασαν στα 1794-1795 στο ίδιο συμπέρασμα σχετικά με την καταγωγή των Ειδών.]
Ο Ζοφρουά Σεντ Ιλέρ, όπως αναφέρεται στη ζωή του που την έγραψε ο γιος του, υποψιαζόταν απ' τα 1795 κιόλας ότι αυτό που ονομάζουμε Είδη είναι ποικίλες απόρροιες του ίδιου τύπου. Ωστόσο μονάχα στα 1828 δημοσίευσε κείμενα όπου εξέφραζε την πεποίθηση ότι απ' την αρχή των πραγμάτων τα Είδη δε διαιωνίστηκαν με την ίδια μορφή. Φαίνεται πως ο Ζοφρουά θεωρούσε σαν κύριο αίτιο της αλλαγής τις συνθήκες ζωής, ή το περιβάλλον, το monde ambiant, όπως τόλεγε. Ήταν πολύ προσεχτικός στην εξαγωγή συμπερασμάτων και δεν πίστευε ότι τα υπάρχοντα Είδη μεταβάλλονται και σήμερα, κι όπως προσθέτει ο γιος του: «C'est donc un probleme a reserver entierement a l'avenir, suppose meme que l' avenir doive avoir prise sur lui». («Είναι λοιπόν ένα πρόβλημα που επιφυλάσσεται να το λύσει το μέλλον, αν βέβαια υποθέσουμε πως το μέλλον θα μπορέσει να καταπιαστεί με αυτό»). στα 1813, ο δρ. Γ. Κ. Γουέλς ανέγνωσε στη Βασιλική Εταιρία μιαν «Έκθεση περί μιας Λευκής γυναικός της οποίας μέρος του δέρματος ομοιάζει προς το δέρμα Νέγρου». Αλλά η Έκθεσή του δε δημοσιεύτηκε παρά στα 1818 όταν εκδόθηκαν τα περίφημά του «Δύο δοκίμια, περί Δρόσου και περί απλής Οράσεως». Στα δοκίμια του αυτά παραδέχεται ξεκάθαρα την αρχή της Φυσικής Επιλογής, κι αυτό αποτελεί την πρώτη της αναγνώριση. την αρχή όμως αυτή την εφαρμόζει αποκλειστικά στις ανθρώπινες φυλές και μάλιστα σε μερικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα μονάχα. Αφού κάνει την παρατήρηση πως οι Νέγροι και οι μιγάδες παρουσιάζουν ανοσία σε ορισμένες τροπικές αρρώστιες, διαπιστώνει: πρώτον, ότι όλα τα ζώα έχουν την τάση να παραλλάζουν κάπως το ένα απ' τ' άλλο, και δεύτερον, ότι οι κτηνοτρόφοι βελτιώνουν τα εξημερωμένα ζώα με την επιλογή. Κ’ ύστερα προσθέτει: «Αλλά αυτό που στη δεύτερη περίπτωση πραγματοποιείται «τεχνητά», φαίνεται να πραγματοποιείται το ίδιο αποτελεσματικά, αν και με βραδύτερο ρυθμό, απ' τη φύση κατά το σχηματισμό ανθρώπινων ποικιλιών τέτοιων που να προσαρμόζονται στον τόπο όπου κατοικούν. Απ' τις τυχαίες ανθρώπινες ποικιλίες, που θα βρέθηκαν ανάμεσα στους λίγους και σκόρπιους κατοίκους των κεντρικών περιοχών της Αφρικής, κάποια θα ‘ταν καλύτερα από τις άλλες φτιαγμένη για ν' αντέξει στις αρρώστιες του τόπου. Κατά συνέπεια η φυλή αυτή θα πολλαπλασιαζόταν ενώ οι άλλες θα λιγόστευαν. Αυτό θα συνέβαινε όχι μονάχα γιατί δεν ήταν ικανές ν αντιμετωπίσουν τις προσβολές της αρρώστιας, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν ν' ανταγωνιστούν τους ρωμαλεότερους γείτονες τους. Απ' όσα είπαμε, θεωρώ αυτονόητο ότι το χρώμα αυτής της ρωμαλέας φυλής θα ‘ταν σκούρο. Αλλά αφού εξακολουθούσε να υπάρχει η τάση για διαμόρφωση ποικιλιών, με το πέρασμα του χρόνου θα προέκυπτε μια όλο και πιο σκουρόχρωμη φυλή. Κ’ επειδή το πιο σκούρο δέρμα ήταν το πιο ταιριαστό στο κλίμα, η φυλή αυτή θάγινε στο τέλος η Επικρατέστερη, αν όχι η μοναδική στον τόπο που πρωτοπαρουσιάστηκε». Πιο κάτω επεκτείνει τις ίδιες απόψεις και στους λευκούς κατοίκους των ψυχρότερων κλιμάτων.
Χρωστάω χάρη στον κ. Ρόουλεϊ, των Ηνωμένων Πολιτειών, γιατί μέσω του κ. Μπρας επέστησε την προσοχή μου στην πιο πάνω περικοπή του έργου του δρ. Γουέλς. Ο Εντιμότατος και Αιδεσιμότατος Γ. Χέρβερτ, ο κατοπινός Πρωθιερέας του Μάντσεστερ, στον τέταρτο τόμο του έργου του «Κηπουρικά Πεπραγμένα» (1822), καθώς και στο σύγγραμμά του «Περί Αμαρυλλιδοειδών» (1837), σελ. 19, 339), γράφει ότι απ' τα κηπουρικά πειράματα έχει αδιαφιλονίκητα διαπιστωθεί πως τα βοτανικά Είδη δεν είναι τίποτα περισσότερο από μιαν ανώτερη και πιο μόνιμη μορφή ποικιλιών. Την ίδια άποψη εκφράζει και για τα ζώα. Ο Πρωθιερέας πιστεύει πως τα απλά Είδη κάθε γένους δημιουργήθηκαν στην αρχή σε μια κατάσταση εξαιρετικά εύπλαστη και πως αυτά έφεραν στο φως, κυρίως με διασταυρώσεις αλλά και με μεταβολές, όλα τα Είδη που υπάρχουν σήμερα.
Στα 1826, ο καθηγητής Γκραντ στην κατακλείδα του γνωστού άρθρου του (βλ. Φιλοσοφική Επιθεώρηση του Εδιμβούργου, τόμος XIV, σελ. 2833) περί Σπογγίλου, διακηρύττει ξεκάθαρα την πεποίθησή του ότι τα Είδη κατάγονται από άλλα Είδη, κι ότι βελτιώνονται με μεταβολές. την ίδια άποψη εκφράζει και στην 15η διάλεξή του, που δημοσιεύτηκε στο Λάνσετ στα 1834.
Στα 1831 ο κ. Πάτρικ Μάθιου δημοσίευσε το έργο του «Ξυλεία Ναυπηγικής και Δενδροκομία». Σ' αυτό το έργο εκφράζει σχετικά με την καταγωγή των Ειδών ακριβώς την ίδια άποψη με κείνη που (όπως θ' αναφέρουμε πιο κάτω) εκθέσαμε ο κ. Γουάλας και γω στη Λιννέα Επιθεώρηση και που αναπτύσσεται σε τούτο το βιβλίο. Δυστυχώς ο κ. Μάθιου παρουσίασε την άποψη αυτή με υπερβολική συντομία, σε σκόρπιες περικοπές ενός Παραρτήματος, σ' ένα βιβλία διαφορετικού θέματος. Κ' έτσι έμεινε απαρατήρητη ως τη στιγμή που ο ίδιος ο κ. Μάθιου επέσυρε την προσοχή μας σ' αυτήν, απ' τις στήλες του «Χρονικού του Κηπουρού», (7 Απριλίου 1860). Οι διαφορές ανάμεσα στην άποψη του κ. Μάθιου και στη δική μου δεν είναι πολύ σπουδαίες. Ο κ. Μάθιου φαίνεται πως θεωρεί ότι ο κόσμος κατά διαδοχικές περιόδους σχεδόν ερημωνόταν κι ύστερα ξαναποκτούσε κατοίκους και σαν μιαν άλλη εκδοχή προσφέρει την άποψη ότι οι νέες μορφές μπορούν να γεννηθούν «χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε καλουπιού η σπέρματος προηγουμένων οργανισμών».
Δεν είμαι βέβαιος αν καταλαβαίνω σωστά μερικές περικοπές, αλλά θαρρώ πως αποδίδει μεγάλη σημασία στο ρόλο που παίζει η άμεση επίδραση των συνθηκών ζωής. Ωστόσο, είδε καθαρά σ όλη την ισχύ της την Αρχή της Φυσικής Επιλογής.
Ο περίφημος γεωλόγος και φυσιοδίφης Φον Μπουχ στην εξαίρετη «Φυσική Περιγραφή των Καναρίων Νήσων» (1836, σελ. 147) εκφράζει καθαρά την πεποίθηση ότι οι ποικιλίες μεταβάλλονται βαθμιαία σε σταθερά Είδη που δεν έχουν πια την ικανότητα να διασταυρωθούν μεταξύ τους.
Ο Ραφινέσκ στο έργο του «Η Νέα Χλωρίδα της Β. Αμερικής» που δημοσιεύτηκε στα 1836, γράφει (σελ. 3) τα εξής: «Είναι πιθανό ότι κάποτε όλα τα Είδη ήταν ποικιλίες και πολλές ποικιλίες, αποχτώντας σταθερά και ιδιότυπα χαρακτηριστικά, εξελίσσονται βαθμιαία σε Είδος. Πιο κάτω όμως (σελ. 18) προσθέτει: «εκτός απ' τους αρχικούς τύπους ή προγόνους του γένους».
Στα 1843-44 6 καθηγητής Χάλντεμαν (Επιθεώρηση της Φυσικής Ιστορίας, Βοστώνη, Η.Π., τόμος ΙV, σελ. 408) εξέθεσε με εξαιρετική διαύγεια τα υπέρ και τα κατά της υπόθεσης για την εξέλιξη και μεταβλητότητα των Ειδών. Φαίνεται πως μάλλον κλίνει προς το μέρος της μεταβλητότητας.
Το βιβλίο «Λείψανα της Δημιουργίας» κυκλοφόρησε στα 1844. Στη δέκατη και σημαντικά βελτιωμένη έκδοση (1853) ο ανώνυμος συγγραφέας του λέει (σελ. 155): «Η γνώμη που αποκρυσταλλώνουμε ύστερ' από βαθιά εξέταση, είναι πως οι διάφορες σειρές έμψυχων όντων, απ' τ' απλούστερα και παλιότερα ως τα πιο πολυσύνθετα και πρόσφατα, είναι – χάρη στη Θεία Πρόνοια – αποτέλεσμα δυο παραγόντων: α) Μιας παρόρμησης έμφυτης στις μορφές της ζωής, που κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα τις προωθεί με την αναπαραγωγή σε όλο και ανώτερες βαθμίδες οργάνωσης, καταλήγοντας στο ανώτερα δικοτυλήδονα και σπονδυλωτά. Αυτές οι βαθμίδες είναι αριθμητικά λίγες και γενικά χωρίζονται από διάκενα όπου παρεμβάλλονται ενόργανες μορφές, πράγμα που, όπως νομίζουμε, δημιουργεί πραχτική δυσκολία για τη διαπίστωση των συγγενειών. β) Μιας άλλης παρόρμησης που συνδέεται με τις ζωικές δυνάμεις και τείνει, με το πέρασμα πολλών γενεών, να μεταβάλει μορφολογικά τα όργανα ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, όπως είναι η τροφή, ο τόπος διαμονής και οι μετεωρολογικοί παράγοντες, κι αυτό είναι οι «προσαρμογές» όπως τις εννοούν οι φυσικοί θεολόγοι». Καθώς φαίνεται, ο συγγραφέας πιστεύει ότι η ενοργάνωση προχωρεί με απότομα άλματα, αλλά το αποτελέσματα της επίδρασης των συνθηκών ζωής είναι βαθμιαία. Βασίζοντας τα επιχειρήματα του σε γενικές αρχές, υποστηρίζει με μεγάλη ικανότητα ότι τα Είδη δεν είναι αναλλοίωτα δημιουργήματα. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω πως οι δυο αυτές υποτιθέμενες «παρορμήσεις» μπορούν να εξηγήσουν επιστημονικά τις πολυάριθμες και θαυμάσιες αλληλοπροσαρμογές που παρατηρούμε παντού στη φύση. Δε βλέπω πως μπορούμε μ' αυτό τον τρόπο να καταλάβουμε βαθύτερα το πως λ.χ. ο δρυοκολάπτης προσαρμόστηκε στις ιδιότυπες συνήθειες της ζωής του. Το έργο αυτό, χάρη στο δυναμικό και λαμπρό ύφος του, γνώρισε αμέσως πλατιά κυκλοφορία, μ' όλο που στις πρώτες εκδόσεις παρουσιάζει λίγες θετικές γνώσεις και μεγάλη έλλειψη επιστημονικής περισκέψης. Κατά τη γνώμη μου πρόσφερε σημαντική υπηρεσία στη χώρα μας γιατί επέσυρε τη γενική προσοχή στο θέμα παραμερίζοντας τις προκαταλήψεις κ έτσι προετοίμασε το έδαφος για να δεχτεί άλλες ανάλογες απόψεις.
Στα 1840, ο βετεράνος γεωλόγος Μ. Ζ. ντ' Ομάλιους ντ’ Αλουά δημοσίευσε σ’ ένα έξοχο, αν και σύντομο, άρθρο (βλ. Δελτία της Βασιλικής Ακαδημίας των Βρυξελλών, τόμος ΧΙΙΙ, σελ. 581), τη γνώμη ότι είναι πολύ πιο πιθανό να δημιουργήθηκαν τα καινούργια Είδη με μεταβολές από γενιά σε γενιά, παρά να πλάστηκαν χωριστά το καθένα. Ο συγγραφέας διακήρυξε για πρώτη φορά τη γνώμη αυτή στα 1831.
Στα 1849, ο καθηγητής Όουεν (Η Φύση των Μελών, σελ. 80) έγραφε τα εξής: «Η αρχέτυπη ιδέα ενσαρκώθηκε πάνω σ' αυτό τον πλανήτη σε ποικίλες τέτοιες παραλλαγές, πολύ προγενέστερες απ' τα ζωικά Είδη που την εκδηλώνουν σήμερα. Ακόμα δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε σε ποιους φυσικούς νόμους ή σε ποιες δευτερεύουσες αιτίες μπορεί να οφείλεται αυτή η κανονική διαδοχή και πρόοδος των τέτοιων οργανικών φαινομένων». Στο λόγο που εκφώνησε στα 1858 στον Βρετανικό Σύνδεσμο μιλάει (σελ. 51) για το: «Αξίωμα της συνεχούς δράσεως της δημιουργικής δύναμης, ή του νομοτελικού γίγνεσθαι των ζωντανών πραγμάτων». Πιο κάτω (σελ. 90), αφού έχει αναφερθεί στη γεωγραφική κατανομή, προσθέτει: «Τα φαινόμενα αυτά κλονίζουν την εμπιστοσύνη μας στο συμπέρασμα ότι ο Απτέρυξ της Νέας Ζηλανδίας και ο Λαγόπους ο σκωτικός της Αγγλίας είναι ξεχωριστά δημιουργήματα που πλάστηκαν το καθένα στο νησί του κι αποκλειστικά γι’ αυτό το νησί. Θάναι ωφέλιμο επίσης αν έχουμε διαρκώς υπόψη μας ότι με τη λέξη «δημιουργία» ο ζωολόγος εννοεί ένα προτσές που κι αυτός δεν ξέρει τι λογής είναι». Αναπτύσσει την ιδέα αυτή ακόμα περισσότερο προσθέτοντας πως όταν ο ζωολόγος απαριθμεί τέτοιες περιπτώσεις, όπως αυτήν του Λαγόποδος του σκωτικού, σαν πειστήρια της ιδιαίτερης δημιουργίας ενός πουλιού σε κάποιο νησί και μονάχα γι αυτό το νησί, πρέπει να ξέρουμε πως ο ζωολόγος θέλει μ' αυτό να εκφράσει προπάντων ότι δεν ξέρει την αιτία που το πτηνό αυτό βρέθηκε εκεί κι αποκλειστικά εκεί. Εκφράζοντας μια τέτοια άγνοια υπονοεί επίσης ότι πιστεύει πως και το πουλί και το νησί οφείλουν την ύπαρξή τους σε κάποιο πρώτο μεγάλο Δημιουργικό Αίτιο. Αν ερμηνεύουμε τη μια με βάση την άλλη αυτές τις δυο προτάσεις που υπάρχουν στο ίδιο κείμενο, θα δούμε, μου φαίνεται, ότι ο εξέχων αυτός φιλόσοφος ένιωθε στα 1858 να κλονίζεται η πεποίθησή του ότι ο Απτέρυξ κι ο Λαγόπους ο σκωτικός πρωτοεμφανίστηκαν στις αντίστοιχες πατρίδες τους «χωρίς να ξέρει πως» ή σαν συνέπεια κάποιου προτσές που δεν ξέρει τι λογής ήταν.
Ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε αφού είχαν διαβαστεί στη Λιννέα Εταιρία η ανακοίνωση του κ. Γουάλας κι η δική μου σχετικά με την καταγωγή των Ειδών. Ορισμένες εκφράσεις του καθηγητή Όουεν, όμως εκείνη για τη συνεχή επενέργεια της δημιουργικής δύναμης, μ' έκαναν, όπως και πολλούς άλλους, να τον θεωρήσω, τότε που δημοσιεύτηκε η πρώτη έκδοση του έργου μου, πως ανήκε σε κείνη την κατηγορία των παλαιοντολόγων που πιστεύουν ακλόνητα στο αμετάβλητο των Ειδών. Φαίνεται όμως (βλ. η Ανατομία των Σπονδυλωτών, τόμος ΙΙΙ, σελ. 796), πως αυτό ήταν χοντρό λάθος μου. Στην τελευταία έκδοση του έργου μου εκφράζω τη γνώμη, που και τώρα τη βρίσκω σωστή, έχοντας υπόψη μου την περικοπή που αρχίζει με τα λόγια: «Αναμφισβήτητα ο μορφικός τύπος... » κ.τ.λ. (Στο ίδιο, τόμος Ι, σελ. 35), ότι ο καθηγητής Όουεν παραδέχεται πως η Φυσική Επιλογή μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στο σχηματισμό των καινούργιων Ειδών. Φαίνεται όμως (στο ίδιο, τόμος ΙΙΙ, σελ. 798) πως αυτό είναι ανακριβές κι αναπόδειχτο. Παρέθεσα επίσης και μερικά αποσπάσματα απ' την αλληλογραφία του καθηγητή Όουεν με τον εκδότη της Επιθεώρησης του Λονδίνου όπου φαίνεται ολοκάθαρα, όπως νομίζουμε ο εκδότης και γω, πως ο καθηγητής Όουεν διεκδικεί για τον εαυτό του την προτεραιότητα της διακήρυξης της θεωρίας για τη Φυσική Επιλογή. Και μαζί με την παράθεση των αποσπασμάτων εξέφρασα την έκπληξη και την ικανοποίηση που ένιωσα μαθαίνοντας το νέο αυτό. Αλλά, απ' όσο μπορεί κανείς να καταλάβει διαβάζοντας ορισμένες πρόσφατα δημοσιευμένες περικοπές (Στο ίδιο, τόμος ΙΙ, σελ. 798), έκανα πάλι, ολικά ή μερικά, λάθος. Παρηγορούμαι γιατί κι άλλοι βρίσκουν, όπως και γω, τα γραφτά του καθηγητή Όουεν αντιφατικά, δυσνόητα και δυσκολεύονται να τα συμφιλιώσουν μεταξύ τους. Όσο για την απλή χρησιμοποίηση του όρου φυσική επιλογή νομίζω πως δεν έχει καμιά σημασία αν ο καθηγητής Όουεν προηγήθηκε από μένα ή όχι, γιατί, όπως αποδείχνεται σε τούτο το ιστορικό σχεδίασμα, προηγήθηκαν κι απ' τους δυο μας κατά πολύ ο δρ. Γουέλς κι ο κ. Μάθιου.
Ο κ. Τζιντόρ Ζοφρουά Σεν Ιλέρ, στις διαλέξεις που έδωσε στα 1850 (μια περίληψή τους δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση της Ζωολογίας, το Γενάρη του 1851) εξηγεί με συντομία τους λόγους που τον κάνουν να πιστεύει ότι τα ειδολογικά χαρακτηριστικά «sont fixes, pour chaque espece, tant qu'elle se perpetue au milieu des memes circonstances: ils se modifient, si les circonstances ambiantes viennent a changer». «En resume, l'observation des animaux sauvages de- montre deja la variabilite limitee des especes. Les experien- ces sur des animaux sauvages devenus domestiques, et sur les animaux domestiques redevenus sauvages, la de montrent plus clairement encore. Ces memes experiences prouvent, de plus, que les differences produites peuvent etre de valeur generique» [«Είναι σταθερό για το κάθε Είδος εφ όσον αυτό διαιωνίζεται μέσα στις ίδιες συνθήκες: μεταβάλλονται όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος αλλάζουν. Με λίγα λόγια η παρατήρηση των αγρίων ζώων δείχνει κιόλας την περιορισμένη μεταβλητότητα των Ειδών. Τα πειράματα που έγιναν σ' εξημερωμένα πρώην άγρια ζώα, ή σε κατοικίδια ζώα που ξαναγύρισαν σε άγρια κατάσταση, το δείχνουν αυτό πιο και καθαρά. απ' τα ίδια πειράματα αποδείχνεται ακόμα ότι οι διαφορές που προκύπτουν μπορούν να ‘χουν αξία γένους»]. Στο έργο του «Γενική Φυσική Ιστορία» (τόμος ΙΙ, σελ. 430, 1859), αναπτύσσει ανάλογα συμπεράσματα.
Από μιαν εγκύκλιο που κυκλοφόρησε τελευταία, φαίνεται πως ο δρ. Φρέκε στα 1851 (βλ. Ιατρικό Τύπο του Δουβλίνου, σελ. 122), εξέθεσε τη θεωρία ότι όλα τα ενόργανα όντα κατάγονται από μιαν αρχέγονη μορφή. Οι βάσεις της θεωρίας του και ο χειρισμός του θέματος είναι ολότελα διαφορετικά απ' τα δικά μου. Αλλά μια κι ο δρ. Φρέκε δημοσίευσε τώρα (1861) το δοκίμιό του για την Καταγωγή των Ειδών μέσω της Οργανικής Συγγένειας είναι πια περιττό να καταπιαστώ με τη δύσκολη προσπάθεια να δώσω μιαν ιδέα των απόψεών του.
Ο κ. Χέρμπερτ Σπένσερ σ' ένα δοκίμιο (που δημοσιεύτηκε αρχικά στο Leader, Μάρτης 1852, και ξαναδημοσιεύτηκε στα 1848 στα Δοκίμιά του) έκανε μιαν εξαιρετική σε ενάργεια και δεξιοτεχνία αντιπαραβολή της θεωρίας της Δημιουργίας με τη θεωρία της Εξέλιξης των ενόργανων όντων. Παίρνοντας επιχειρήματα απ' την αναλογία των κατοικίδιων πλασμάτων, από τις αλλαγές που υφίστανται τα έμβρυα πολλών Ειδών, απ' τη δυσκολία της διάκρισης ανάμεσα σε Είδος και ποικιλία, καθώς κι απ' την αρχή της γενικής διαβάθμισης, υποστηρίζει ότι τα Είδη έχουν υποστεί μεταβολές που τις αποδίδει στην αλλαγή των συνθηκών. Ο συγγραφέας χειρίστηκε (1958) και το θέμα της Ψυχολογίας με βάση την αρχή ότι κάθε διανοητική δύναμη και ικανότητα αποχτήθηκε υποχρεωτικά βαθμιαία.
Στα 1852 ο κ. Νοντέν, διακεκριμένος βοτανικός, σ' ένα θαυμάσιο άρθρο του για την Καταγωγή των Ειδών (Φυτοκομική Επιθεώρηση, σελ. 102. Ένα μέρος του ξαναδημοσιεύτηκε στα Νέα Αρχεία του Museum, τομ. Ι, σελ. 171), εκφράζει ξεκάθαρα την πεποίθηση ότι τα Είδη σχηματίζονται με έναν ανάλογο τρόπο όπως και οι εξημερωμένες ποικιλίες. Το δεύτερο προτσές το αποδίδει στην ικανότητα του ανθρώπου να κάνει επιλογή. Δε μας δείχνει όμως πώς ενεργεί η φυσική επιλογή στη φύση. Πιστεύει, όπως κι ο Πρωθιερέας Χέρβερτ, ότι τα Είδη στην αρχή ήταν πολύ πιο εύπλαστα από όσο σήμερα. Αποδίδει βαρύτητα σ' αυτό που ονομάζει αρχή της Τελεολογίας: «Puissance musterieuse, indeterminee ; fatalite pour les uns ; pour les autres, volonte providentielle, dont l' action incessante sur les etres vivants determine, a toutes les epoques de l' existence du monde, la forme, le volume et la duree de chacun d' eux, en raison de sa destinee dans l'ordre de choses dont il fait partie. C'est cette puissance qui harmonise chaque membre a l'ensemble, en l' appro- priant a a fonction qu'il doit remplir dans l'organisme general de la nature, fonction qui est pour lui sa raison d' etre». [«Δύναμη ακαθόριστη και μυστηριώδης. Άλλοι την ονομάζουν πεπρωμένο, άλλοι βουλή της Θείας Πρόνοιας που η αδιάκοπη δράση της πάνω στα ζωντανά όντα καθορίζει, σ' όλες τις εποχές της ύπαρξης του κόσμου, τη μορφή, τον όγκο και τη διάρκεια του καθενός απ' αυτά ανάλογα με τον προορισμό του στην τάξη πραγμάτων όπου ανήκει. Αυτή η δύναμη εναρμονίζει το κάθε μέλος στο σύνολο, ειδικεύοντάς το στη λειτουργία που πρέπει να εκτελεί μέσα στο γενικό οργανισμό της φύσης, λειτουργία που για το κάθε αν αποτελεί και το λόγο της ύπαρξής του.
Από παραπομπές που συναντάμε στο έργο του Μπρον «Μελέτες για τους Νόμους της Εξέλιξης» φαίνεται πως ο περίφημος βοτανικός και παλαιοντολόγος Ούνγκερ διεκήρυξε στα 1859 την πεποίθηση ότι τα Είδη αναπτύσσονται και μεταβάλλονται. Το ίδιο κι ο Ντάλτον, στο έργα που έγραψε μαζί με τον Πάντερ για τ’ Απολιθωμένα Βραδύποδα, εξέφρασε στα 1821 μια παρόμοια άποψη. Παρόμοιες απόψεις υποστήριξε, όπως είναι γνωστό, ο Όκεν στο μυστικιστικό έργο του «Φυσική Φιλοσοφία». Από άλλες παραπομπές στο έργο του Γκοντρόν «Περί του Είδους» φαίνεται ότι και οι Μπορί Σεν Βενσάν, Μπουρντάχ, Πουαρέ και Φριζ παραδέχονται όλοι ότι συνεχώς δημιουργούνται καινούργια Είδη.
Πρέπει να προσθέσω εδώ πως απ τους 34 συγγραφείς που αναφέρονται σε τούτο το ιστορικό σχεδίασμα ότι πιστεύουν στη μεταβλητότητα των Ειδών, ή τουλάχιστο απορρίπτουν την ξεχωριστή δημιουργία του κάθε Είδους, οι 27 έχουν ασχοληθεί στα έργα τους με ειδικούς κλάδους της Φυσικής Ιστορίας ή της Γεωλογίας.]
Στα 1853 ένας διάσημος γεωλόγος, ο κόμης Κάιζερλινγκ (Δελτίο της Γεωλογικής Εταιρίας, σειρά 2η, τόμος Χ, σελ. 357), διατύπωσε την ακόλουθη άποψη: «Όπως βλέπουμε σήμερα να γεννιούνται και ν' απλώνονται σ' όλο τον κόσμο καινούργιες αρρώστιες, που πιστεύουμε ότι οφείλονται σε κάποιο μίασμα, έτσι και τα σπέρματα των υπαρχόντων Ειδών σε ορισμένες περιόδους ίσως να επηρεάστηκαν χημικά με κάποιον ειδικό τρόπο από τα μόρια του περιβάλλοντος κ' έτσι να έδωσαν ζωή σε καινούργιες μορφές». Τον ίδιο χρόνο, στα 1853, ο δρ. Σααφχάουζεν δημοσίευσε ένα έξοχο φυλλάδιο (Πρακτικά της Εταιρίας Φυσικής Ιστορίας της Πρωσικής Ρηνανίας κ.τ.λ.) όπου υποστηρίζει ότι οι ενόργανες μορφές που υπάρχουν στη γη εξελίσσονται. Έχει τη γνώμη πως πολλά Είδη έμειναν αναλλοίωτα πάρα πολύν καιρό, ενώ μερικά άλλα μεταβλήθηκαν. Τη διάκριση μεταξύ των Ειδών την εξηγεί με την καταστροφή της ενδιάμεσης σειράς των βαθμιαίων μορφών. Έτσι, καμιά καινούργια δημιουργία δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στα φυτά και στα ζώα που ζουν σήμερα και σε κείνα που εξαφανίστηκαν. Αντίθετα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα σημερινά είναι, από συνεχή αναπαραγωγή, απόγονοι εκείνων.
Ένας πολύ γνωστός γάλλος βοτανικός, ο κ. Λεκόκ, γράφει στα 1854 (βλ. Μελέτες Βοτανικής Γεωγραφίας, τόμος 1, σελ. 250). «On voit que nos recherches sur la fixite ou la variation de l'espece, nous conduisent directement aux idees emises par deux hommes justement celebres, Geoffroy Saint-Hi- laire et Goethe» [«Βλέπουμε ότι οι έρευνές μας γύρω απ' τη σταθερότητα ή τη μεταβλητότητα του Είδους μας οδηγούν άμεσα στις ιδέες που διατύπωσαν δυο δίκαια δοξασμένοι άνθρωποι, ο Ζοφρουά Σεντ Ιλέρ και ο Γκαίτε.»]. Κάποιες άλλες περικοπές σκόρπιες σ' όλο το πολυσέλιδο έργο του κ. Λεκόν δημιουργούν αμφιβολίες για το ως που προχωρούν οι απόψεις του σχετικά με τη μεταβλητότητα των Ειδών.
Ο Αιδεσιμότατος Μπάντεν Πάουελ στο έργο του «Δοκίμια επί της Ενότητας των Κόσμων» (1855), πραγματεύεται αριστοτεχνικά το θέμα «Η Φιλοσοφία της Δημιουργίας». Δείχνει με τον πιο χτυπητό τρόπο ότι η εμφάνιση καινούργιων Ειδών είναι ένα κανονικό κι όχι ένα τυχαίο φαινόμενο ή, όπως λέει ο σερ Τζον Χέρσελ, είναι ένα φυσικό, σε αντιδιαστολή προς ένα θαυματουργικό προτσές. Ο τρίτος τόμος της Επιθεώρησης της Λιννέας Εταιρίας δημοσιεύει τις ανακοινώσεις που διαβάσαμε ο κ. Γουάλας και γω την 1η Ιουλίου του 1858 κι όπου, καθώς το διαπιστώνω και στις εισαγωγικές παρατηρήσεις του έργου τούτου, ο κ. Γουάλας εκθέτει με θαυμαστή διαύγεια και δύναμη τη θεωρία της Φυσικής Επιλογής.
Ο φον Μπερ, που έχει εμπνεύσει βαθύτατο σεβασμό σε όλους τους ζωολόγους, εξέφρασε γύρω στα 1859 (βλέπε: καθηγ. Ρούντολφ Βάγνες «Ζωολογικές και Ανθρωπολογικές Μελέτες», 1861, σελ. 51) την πεποίθηση ότι μορφές ολότελα διαφορετικές σήμερα, κατάγονται από μια και μόνη μορφή που υπήρξε ο κοινός τους πρόγονος. τη γνώμη του αυτή τη στηρίζει κυρίως στους νόμους της γεωγραφικής κατανομής.
Τον Ιούνιο του 1859, ο καθηγητής Χάξλεϊ έδωσε στο Βασιλικό Ινστιτούτο μια διάλεξη με θέμα: «Σταθεροί Τύποι του Ζωικού Βασιλείου». Αναφερόμενος σε τέτοιες περιπτώσεις, παρατηρεί: «Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τη σημασία τέτοιων περιστατικών, αν προϋποθέσουμε ότι κάθε ζωικό ή φυτικό Είδος ή ότι κάθε μεγάλος τύπος οργάνωσης πλάστηκε ξεχωριστά και τοποθετήθηκε στην επιφάνεια αυτής της σφαίρας, κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, από χωριστές πράξεις της δημιουργικής δύναμης. Πρέπει να θυμόμαστε ότι όσο μια τέτοια υπόθεση βρίσκεται σε αντίθεση με την παράδοση ή τη θρησκευτική αποκάλυψη, άλλο τόσο βρίσκεται και σ' αντίθεση με τη γενική οικονομία της φύσης. Αν όμως απ' την άλλη μεριά δούμε τους «Σταθερούς Τύπους» με το πρίσμα της υπόθεσης που θεωρεί ότι τα Είδη οποιασδήποτε εποχής είναι αποτέλεσμα της βαθμιαίας μεταβολής Ειδών που προϋπήρξαν, (υπόθεση που μολονότι όχι μονάχα δεν έχει αποδειχτεί ακόμα αλλά έχει και κακοπάθει αξιοθρήνητα από ορισμένους υποστηριχτές της, ωστόσο είναι η μοναδική που η Φυσιολογία μπορεί κάπως να υποστηρίξει), τότε, νομίζω πως η ύπαρξη αυτών των Σταθερών Τύπων θάδειχνε ότι η έκταση των μεταβολών που παρουσίασαν τα ζωντανά όντα κατά τους γεωλογικούς χρόνους είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με ολόκληρη τη σειρά των αλλαγών που έχουν υποστεί.
Το Δεκέμβρη του 1859, ο δρ. Χούκερ δημοσίευσε την εισαγωγή στην «Αυστραλιανή Χλωρίδα». Στο πρώτο μέρος του σπουδαίου αυτού έργου, παραδέχεται την αλήθεια της θεωρίας για την καταγωγή και μεταβολή των Ειδών, και υποστηρίζει τη θεωρία αυτή με πολλές πρωτότυπες παρατηρήσεις.
Η πρώτη έκδοση αυτού του έργου κυκλοφόρησε στις 24 του Νοέμβρη του 1859 και η δεύτερη στις 7 του Γενάρη του 1860.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου