Η ΓΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΠΟΤΕ
Στον ήλιο ζει ο Κύριος τής Ζωής. Στη Σελήνη ζει η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ. Έχει έξι παιδιά, τρεις γιους και τρεις κόρες. Αυτά ζούνε στον ουρανό. Ο μεγαλύτερος γιος είναι η Ημέρα• ένας άλλος είναι ο Ήλιος• ένας άλλος είναι η Νύχτα. Η μεγαλύτερη κόρη είναι το Πρωινό Άστρο, που ονομάζεται «Η Γυναίκα που Φοράει ένα Φτερό» (σ.μ. πρόκειται για την Αφροδίτη)• μια άλλη είναι ένα αστέρι που περιστρέφεται γύρω από το πολικό αστέρι και ονομάζεται «Η Ριγωτή Νεροκολοκύθα» (σ.σ. μάλλον αναφέρεται στον αστερισμό τής Μεγάλης Άρκτου) και η τρίτη είναι το Απογευματινό Άστρο (σ.μ. δηλαδή πάλι η Αφροδίτη).
Κάθε άνοιξη η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ στέλνει τις αγριόχηνες, τους κύκνους και τις πάπιες. Όταν στέλνει τις αγριόχηνες, οι Ινδιάνοι φυτεύουνε το καλαμπόκι τους και η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ το κάνει να αναπτυχθεί. Όταν έντεκα αγριόχηνες βρίσκονται μαζί, οι Ινδιάνοι γνωρίζουν ότι η σοδειά καλαμποκιού θα είναι πολύ μεγάλη. Οι κύκνοι σημαίνουν ότι οι Ινδιάνοι πρέπει να φυτέψουνε νεροκολοκύθες. Οι πάπιες, ότι πρέπει να φυτέψουνε φασόλια.
Οι Ινδιάνοι πάντα φυλάνε αποξηραμένο κρέας για αυτά τα άγρια πουλιά, ώστε όταν έρχονται την άνοιξη να μπορέσουνε να κάνουνε μια καλή Γιορτή Καλαμποκιού. Κατασκευάζουνε σκαλωσιές με πολλά κοντάρια, τρεις ή τέσσερις σειρές, τη μια πάνω από την άλλη, και σ’ αυτές κρεμάνε το αποξηραμένο κρέας. Στη συνέχεια, οι ηλικιωμένες γυναίκες τού χωριού, η καθεμιά μ’ ένα ραβδί, συναντιούνται γύρω από τη σκαλωσιά. Στη μια άκρη τής σκαλωσιάς υπάρχει ένα στάχυ καλαμποκιού. Καθισμένες σε κύκλο, φυτεύουνε τα ραβδιά τους στο χώμα μπροστά τους. Στη συνέχεια χορεύουνε γύρω από τις σκαλωσιές ενώ οι ηλικιωμένοι άντρες χτυπάνε τα τύμπανα και κουνάνε τις νεροκολοκύθες.
Στο τέλος, οι ηλικιωμένες γυναίκες τού χωριού επιτρέπεται να φάνε (από) το αποξηραμένο κρέας.
Το φθινόπωρο διοργανώνουνε μια άλλη Γιορτή Καλαμπόκι, αφού έχουν ωριμάσει τα καλαμπόκια. Αυτό γίνεται για να στείλει η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ τα κοπάδια των βουβαλιών σε αυτούς. Κάθε γυναίκα κουβαλάει ολόκληρο το κοτσάνι τού καλαμποκιού, με τα στάχια προσκολλημένα ακριβώς όπως τα είχανε τραβήξει από τις ρίζες. Τότε φωνάζουνε στη Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ και λένε:
«Μητέρα, λυπήσου μας. Μην στείλεις το κρύο πολύ νωρίς, αλλιώς μπορεί να μην έχουμε αρκετό κρέας. Μητέρα, μην αφήνεις τα θηράματα να ξεφεύγουν, για να έχουμε αρκετά για τον χειμώνα».
Το φθινόπωρο, όταν τα πουλιά πηγαίνουνε νότια στη Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ, παίρνουνε πίσω, μαζί τους, το αποξηραμένο κρέας που είναι κρεμασμένο στις σκαλωσιές, επειδή η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ το αγαπάει πολύ.
Η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ έχει μεγάλες εκτάσεις με καλαμπόκια, που της το φυλάνε το μεγάλο ελάφι και το ελάφι με την άσπρη ουρά. Τα κοτσύφια τη βοηθούν επίσης να φυλάει τις εκτάσεις με τα καλαμπόκια της. Οι εκτάσεις με τα καλαμπόκια είναι μεγάλες και για αυτό η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ έχει ανάγκη τη βοήθεια και των ποντικιών και των τυφλοπόντικων. Την άνοιξη τα πουλιά πηγαίνουν βόρεια, πίσω στο Γέρο που Δεν Πεθαίνει Ποτέ.
Στα παλιά χρόνια, η Γριά που Δεν Πεθαίνει Ποτέ ζούσε κοντά στο Μικρό Μιζούρι. Μερικές φορές την επισκέπτονταν οι Ινδιάνοι. Μια μέρα ήρθανε δώδεκα, και τους πρόσφερε μόνο ένα μικρό καζάνι καλαμπόκι. Πεινούσανε πολύ και η καζάνι ήτανε πολύ μικρό. Αλλά μόλις άδειαζε, αμέσως ξαναγέμιζε κι έτσι όλοι οι Ινδιάνοι είχαν αρκετό καλαμπόκι να φάνε (σ.μ. Προφανώς αυτό το τελευταίο κομμάτι τού μύθου, θα οφείλεται στην επαφή τους με τους ευρωπαίους και το «Θαύμα με τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια» που θα είχαν ακούσει από αυτούς.)
---
Οι Mandan είναι μια φυλή ιθαγενών ινδιάνων που κατοικούσε στις περιοχές τής σημερινής Βόρειας Ντακότα των ΗΠΑ κατά μήκος των όχθων τού ποταμού Άνω Missouri και των παραποτάμων του Heart και Knife. Η οικονομία τους βασιζότανε στη γεωργία και τις εμπορικές συναλλαγές με γειτονικές φυλές – κυρίως ανταλλάσανε καλαμπόκι για κρέας και λίπος βίσωνα. Ο πληθυσμός τους αποδεκατίστηκε το 1781 από ευλογιά. Μετά το 1950, οι Mandan με τους Hidatsa και τους Arikara ζούνε στη New Town, στη Βόρεια Ντακότα. Αναλυτικά για την ιστορία τους: en.wikipedia.org/Mandan
OLD WOMAN WHO NEVER DIES
In the sun lives the Lord of Life. In the moon lives Old-Woman-Who-Never-Dies. She has six children, three sons and three daughters. These live in the sky. The eldest son is the Day; another is the Sun; another is Night. The eldest daughter is the Morning Star, called "The Woman who Wears a Plume"; another is a star which circles around the polar star, and she is called "The Striped Gourd"; the third is Evening Star.
Every spring Old-Woman-Who-Never-Dies sends the wild geese, the swans, and the ducks. When she sends the wild geese, the Indians plant their corn and Old-Woman-Who-Never-Dies makes it grow. When eleven wild geese are found together, the Indians know the corn crop will be very large. The swans mean that the Indians must plant gourds; the ducks, that they must plant beans.
Indians always save dried meat for these wild birds, so when they come in the spring they may have a corn feast. They build scaffolds of many poles, three or four rows, and one above the others. On this they hang the meat. Then the old women in the village, each one with a stick, meet around the scaffold. In one end of the stick is an ear of corn. Sitting in a circle, they plant their sticks in the ground in front of them. Then they dance around the scaffolds while the old men beat the drums and rattle the gourds.
Afterwards the old women in the village are allowed to eat the dried meat.
In the fall they hold another corn feast, after the corn is ripe. This is so that Old-Woman-Who-Never-Dies may send the buffalo herds to them. Each woman carries the entire cornstalk, with the ears attached, just as it was pulled up by the roots. Then they call on Old-Woman-Who-Never-Dies and say,
"Mother, pity us. Do not send the cold too soon, or we may not have enough meat. Mother, do not let the game depart, so that we may have enough for winter."
In the fall, when the birds go south to Old-Woman, they take back the dried meat hung on the scaffolds, because Old-Woman is very fond of it.
Old-Woman-Who-Never-Dies has large patches of corn, kept for her by the great stag and by the white-tailed stag. Blackbirds also help her guard her corn patches. The corn patches are large, therefore the Old Woman has the help also of the mice and the moles. In the spring the birds go north, back to Old-Man-Who-Never-Dies.
In the olden time, Old-Woman-Who-Never-Dies lived near the Little Missouri. Sometimes the Indians visited her. One day twelve came, and she offered them only a small kettle of corn. They were very hungry and the kettle was very small. But as soon as it was empty, it at once became filled again, so all the Indians had enough to eat.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου