Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

«Ο Άνθρωπος του Ακροπωλείου» Σχόλιο στην ποιητική του Δημήτρη Κ. Διακογιάννη [Απόστολος Θηβαίος]




Ο Άγγελος Τερζάκης στη δοκιμιακή κειμενογραφία του «Χαμένου Ουρανού» σημειώνει: «Η έκφραση του «ωραίου» συνιστά για την αρχαιότητα, όχι απλά μία επάρκεια, μια ισορροπία ψυχής και σώματος, μα και μία γλώσσα, μια αντίληψη του κόσμου, μια προσέγγιση υπερβατικότητας.» Η επισήμανση του Τερζάκη δεν αποτελεί απλά και μόνο μία διαπίστωση της πνευματικής κορυφής, η οποία κατακτήθηκε από τον ελληνικό, αρχαίο κόσμο αλλά και μία οδηγική διαπίστωση για όλες τις μετέπειτα ανθρώπινες περιόδους, με τις επίκαιρες κάθε φορά αναζητήσεις, τη δημιουργική εκείνη αγωνία προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι πιο μυστικές και ανθρωπιστικές ελπίδες. Πρόκειται δηλαδή για μία διατυπωμένη αλήθεια, για μια σήμανση, απαραίτητη προκειμένου να εννοηθούν οι αισθητικές φιλοδοξίες όλων των περιόδων. Η διαπίστωση του Άγγελου Τερζάκη εμπεριέχει ένα χαρακτήρα μελλοντολογικό, με την έννοια εκείνη που παγιώνει μια πραγματικότητα εξαιτίας της γενικής, αναλλοίωτης ισχύος με την οποία εκείνη η ίδια προικίζεται ήδη από τη στιγμή της διαμόρφωσής της. Μιλούμε λοιπόν για μια εξειδικευμένη, κάθε φορά έκφραση των στοιχείων εκείνων, τα οποία αποσαφηνίζουν, όχι μόνο τις αισθητικές προσεγγίσεις μιας περιόδου, αλλά και τα ηθικά αξιώματα, μια ισορροπία εξαιρετικά σημαντική στα πλαίσια ενός διαχρονικού ρεαλισμού, διαρκώς ευθυγραμμισμένου με τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε εποχής.
Ο Δημήτρης Κ. Διακογιάννης, με τη σπάνια καταγωγή από το ιδιαίτερο Τρίκερι του Νομού της Μαγνησίας ουσιαστικά ενσαρκώνει την έκφραση μιας επικαιροποιημένης ενδοσκόπησης, εμποτισμένης, όχι μόνο με ένα στοιχείο προσωπικό, αλλά και με μια διαυγώς αποχαρακτηρισμένη πια αποτύπωση της κρίσιμης περιόδου, με την οποία ταυτίζεται ο καιρός μας. Η ποιητική εκφορά του στέκει φιλοσοφική, καλώντας σε μια ιδεολογική επαναφορά προς το αρχετυπικά ελληνικό, εκείνο το οποίο δομείται όχι κατά τα πρότυπα μιας παράδοσης υποταγμένης στην εθνικιστική ηθική του ολοκληρωτισμού, αλλά σύμφωνα με την αξιοπρέπεια ενός αρχαίου κόσμου με υψηλή πνευματικότητα. Έναν τόπο πνευματικό, ηθικό και ιδεολογικό γενέθλιο, ικανό να φανερώσει με όλη τη λαμπρότητά του, την επίκαιρη, παρακμιακή κομψότητα του ελληνικού, μια αισθητική αποσαρκωμένη, εξαντλημένη, δυτικοτραφή, καθώς επισημαίνει ο Διακογιάννης, ήδη από το εναρκτήριο ποίημά του, τη συμβολική «Οδύσσεια.» Η σύγχρονη γενέτειρα του ακυρωμένου, ελληνικού θαύματος παραμένει η ίδια εκείνη κοιτίδα του δοκιμαζόμενου ελληνισμού των ιστορικών στιγμών του περασμένου πια αιώνα. Ο ποιητής του «Βαίτυλου» δεν αποσκοπεί σε μια θεραπευτική, καθώς σηματοδοτεί ο τίτλος της συλλογής, απόπειρα της ελληνικής ψυχής. Ο Διακογιάννης με την επισήμανση ενός παρόντος, το οποίο περιέχει όλες τις προοπτικές για την πραγμάτωση ενός ελληνικότερου και πνευματικότερου μέλλοντος, σε αντίθεση με τη σύγχρονη κινδυνολογία του Στάλκερ στέκει σαφώς υπαρξιακός μα και πολιτικός. Με άλλα λόγια διαπιστώνεται μια σύγκλιση ουσίας και τάσεων, έτσι ώστε η πολιτική διάσταση να εμπλουτιστεί και να εμπλουτίσει με τη σειρά της μια εσωτερικού τύπου ενδοσκοπική ποίηση με συλλογικότερο χαρακτήρα, καθώς η ποιητική εκφορά συλλαμβάνεται μες στη θεματική συνέχεια της «Βαίτυλου.» Ειδικότερα, καθώς αποσαφηνίζεται με τα ποιητικά πονήματα της συλλογής η ποίηση του Δημήτρη Κ. Διακογιάννη μοιάζει να απαντά στην αναγκαιότητα μιας ποιητικής λειτουργίας, απόλυτα ταγμένης σε έναν κοινωνικό και συλλογικό χαρακτήρα, αίτημα ήδη διατυπωμένο στην εποχή μας τόσο από τους φορείς της στιχουργικής, όσο και από τους δέκτες της δημιουργίας, τους κοπιώντες και τους πεφορτισμένους της εποχής μας, τους ολότελα αποκομμένους από την καταπραϋντική άσκηση της τέχνης.
Η παράδοση, με την αναγωγή της στον αρχαίο μύθο στέκει υλικό τροφοδοτικό της στιχουργικής του Διακογιάννη. Τοπικές αναφορές, οικείες στον δημιουργό, αλλά και καλλιτεχνικές καταβολές επιρρώνουν, -για να προβούμε σε χρήση του λεξικολογικού πλούτου με τον οποίο μας προικίζει ο δημιουργός-, τη στιχουργική του, φανερώνοντας την ακέραια, χρηστική σημασία της παράδοσης, όπως η τελευταία ενσωματώθηκε μέσω της προφορικότητας και έπειτα του γραπτού λόγου στη δημοτική ποίηση και τελικά στα βασικά, ψυχολογικά συστατικά του «ελληνικού» ανθρώπου. Η σκόπευση του Διακογιάννη μπορεί να κριθεί ως μια τοποθέτηση κάθετης ερμηνείας της ανθρώπινης, ψυχικής υφής, ακολουθώντας τη σημειολογία και την πρόθεση της τραγικής ποίησης. Μόνο που στην περίπτωση της «Βαίτυλου» η ερμηνευμένη μεταφυσική αποβλέπει σε μια ολοκληρωτική έκθεση της ελληνικής πνευματικότητας, του βάθους και της αναλλοίωτης δυναμικής της, καθώς εξακολουθεί να παρέχει στη σύγχρονη τέχνη τις αφετηρίες και τις αφορμές για διαρκείς θεωρήσεις και τάσεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν με σαφήνεια τη φυσική ροπή της τέχνης στην εξήγηση της ανθρώπινης πράξης και των πηγών της.  Με άλλα λόγια μες στην πνευματική και αναγωγική αξία της παράδοσης, ο ποιητής διακρίνει  τον οίστρο μιας αγνότητας συστατικής,κατασταλαγμένης και ψυχικής.
 Η ποιητική του Δημήτρη Διακογιάννη εκτείνεται στα όρια του χώρου. Ο χρόνος αποκτά τη διάσταση του όγκου, καθίσταται χωρικός, ο Δημήτρης Κ. Διακογιάννης κινείται μες στο χρόνο, με την ίδια ευκολία με την οποία μετατίθεται από το παρελθόν στην επικαιροποιημένη πραγματικότητα, από το ουτοπικό όραμα στη σύλληψη της ιδέας, από το σκοτεινό παρόν προς το φωτεινό μέλλον. Μες σε αυτή τη χωροταξική διάρθρωση του «ελληνικού» η γλώσσα και η ηθική ταυτίζονται, αποτυπώνοντας μια απλότητα, μια σαφήνεια, παράγοντες ουσιώδεις προκειμένου να μιλήσουμε για ποίηση. Ετούτη η περιφρόνηση του χρόνου έρχεται δε να συμπληρώσει τη δηλωμένη αποστροφή του Διακογιάννη προς τα χαρακτηριστικά μιας εν κρίση περιόδου. Η ανάδειξη του χώρου-συμβόλου έρχεται να υποστηρίξει μέσω της αναγωγής και της διαδικασίας της μνήμης την αντίθεση ανάμεσα στην επικαιρότητα και το παρελθοντικό μεγαλείο. Η φυσική έλξη της αρχαίας κορυφής δεν μπορεί παρά να ελκύει με την πνευματικότητά της τον ποιητή. Η ιδεολογική μοναξιά του  παραμένει ένα ζήτημα κορυφαίο και αντιπροσωπευτικό καθ΄όλο το μήκος της ποιητικής του. Συμπληρώνουμε δε την ύπαρξη των επαρκών, τριών διαστάσεων οι οποίες προσδίδουν στο έργο του Δημήτρη Διακογιάννη την ευρύτητα, το βάθος αλλά και τη αναγωγική λειτουργία, την οποία συνεπάγεται κάθε άρτια, περιεκτική και πρωτίστως υπαινικτική ποίηση.
Η ποίηση του Δημήτρη Κ. Διακογιάννη συνιστά ένα οδοιπορρικό, μια πορεία μες στον ελληνικό κόσμο, μία τοπογραφία ιδεών και τόπων. Η στιχουργική του παραμένει προσεγμένη σε όλο το μήκος της «Βαίτυλου», δίχως να αποδομείται η πνευματική, ιδεολογική φιλοδοξία του.Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο Διακογιάννης  πασχίζει εκείνο το παλαμικό έργο, κοπιάζει να «ανοίξει πορτοπαράθυρα στο παλιό, ολόφωτο παλάτι του εθνικού βίου και να μπάσει μέσα το φως και τον αγέρα. Λέει στο μύθο «ξύπνησε!» και λέει στο Ρήγα «μίλα!» Πάντα με την αγωνιώδη αγνότητα ενός ανθρώπου απόλυτα, καθώς φαίνεται συνδεδεμένου με τη μνήμη του τόπου και της φυλής του, οικουμενικό στην όρασή του, που γυρεύει να στήσει νέες σκαλωσιές, να κρατηθούν νέοι ορίζοντες. Σε τέτοιες συνεπείς, ποιητικές φωνές αρμόζει ο σεβασμός και η ενδελεχής μελέτη των υποδεικνυόμενων συμβολισμών.
«Στάθηκε στα πολύβουα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού που κατακλύζονταν από χαμογελαστά κορίτσια και ταχύτατα βήματα. Θεώρησε όλα τούτα τα ηχητικά και αισθητικά ντοκουμέντα ως τα σπουργίτια και τις απογόνους της μεγάλης, μαύρης πεταλούδας του Μίλτου που επιζούν επάνω στα χαλάσματα, με όλη τη νοσταλγική τρυφερότητα όσων απώλεσαν το δικαίωμα στη ζωή. Έπειτα θυμήθηκε πως καθ΄όλη τη διάρκεια του βίου του πάλεψε με ανεμόμυλους και ανδρείκελα και λάτρεψε τελικά τη ζωή για την ελληνική ιερότητά της. Θυμήθηκε έπειτα τον Αλφόνς Νοχάιερ και τα θεσπέσια χείλη της θείας Γκρέττα. Θυμήθηκε και άλλα και δάκρυσε, όπως τη θέα του βυθού και τον καιρό εκείνο που ο άνθρωπος έπαιζε με τα λιοντάρια. Ύστερα έπεσε νύχτα και πέρα ο Βόλος γυάλιζε. Στην Ιωλκό ζουν ακόμη άνθρωποι που πλησιάζουν τους γενναίους, τέκτονες, αερικά περασμένων, συλλογίστηκε και επέστρεψε στη γη του Πελία.»





Δεν υπάρχουν σχόλια: