Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Hermann Hesse - Δυο ποιήματα [μετ. Γιώτα Λαγουδάκου - απόδοση ποιημάτων Βασίλης Καλαμαράς]


Ο Βούδας σε Μεγάλη Ηλικία
Σ’ Ιαπωνική Χαράδρα Αποκαθηλώνεται.


Ακίνητος και λιπόσαρκος, χτυπημένος από βροχές
Αναρίθμητες, που βάζεις και τις παγωνιές, πράσινο από βρύα και μούσκλια Τα απαλά σου μάγουλα σαν τον μωρού φουσκώνουν, τα μεγάλα σου
Κατεβασμένα βλέφαρα ήσυχα, αντίθετα προς τον σκοπό
Της επιθυμητής αποσύνθεσης, της διάχυσης εις
Το Όλον, στο άνευ μορφής απέραντο.
Ακόμη δεν σώθηκε η φευγαλέα χειρονομία
Από επιμονή αριστοκρατικά επιμένεις
Στην βασιλική αποστολή σου
Και ήδη κατεβαίνεις στην υγρασία, στην λάσπη, στη μάνα-γη
Ελεύθερος από σχήματα, μακράν από αισθήσεις, ακέραιος
Αύριο ρίζα θα γίνεις και ψίθυρος φυλλωσιάς
Νερό θα γίνεις για να παίζει του ουρανού η καθαρότητα
Να μεταμορφωθείς μιαν ημέρα σε κισσό, φύκι, φτέρη
Ό,τι αλλάζει εικόνα είναι της αιωνίου Ενότητος.


Όταν το Δάχτυλο Ανασηκώνεται.

Ο δάσκαλος Ντγιου-Ντσι όπως μας έχει από
Αφηγήσεις παραδοθεί
Ήταν καμωμένος από τα υλικά του ακίνητου νου και
Της πραότητας και τόσο ταπεινός
Λένε ότι ήταν αρνητής των λέξεων και της διδασκαλίας
Επειδή η κάθε λέξη λάμψη είναι και κάθε λάμψη
Καλό είναι ν’ αποφεύγεται
Είχε ευσυνειδήτως σκεφθεί.
Όπως αφηγούνται κάποιοι μαθητές του, μοναχοί που είχαν σχήμα
Και δόκιμοι
Ήταν εντός της αισθήσεως του κόσμου βαπτισμένος και
Eις το ύψιστο Καλό
Κάθε κουβέντα του έκρυβε ευγένεια και μεγαλοψυχία χωρίς
Να τον λείπει η έμπνευση
Εντός· του κυμάτιζαν, κρατούσε την σιωπή επάνω του
Σαν φυλαχτό
Και ο ενθουσιασμός άγνωστος του ήταν.
Κι όταν αυτοί κοντά του με τις ερωτήσεις τους κατέφθασαν
Άλλοι με τις ελαφριές, τις έμπλεες φιλαρέσκειας, άλλοι
Με τις σοβαρές, στον απόηχο των παλιών γραφών στο όνομα τον Βούδα
Υπό την φώτιση τον, υπό την γένεση τον Κόσμου
Και υπό το τέλος του, εν σιωπή ερωτευμένος
Σιγανά και χωρίς καν να ακούγεται έδειχνε
Με το δάχτυλο του προς τα επάνω.
Και το δάχτυλο του εν σιωπή που έλεγε πολλά χειρονομούσε
Ήταν πάντοτε πιο βαθύ και είχε μέσα του σε ανώτερο βαθμό
Την προτροπή: μιλούσε, αγαπούσε, τιμωρούσε, ιδιαιτέρως
Εγνώριζε με της καρδιάς τον ρυθμό όχι μόνο τον κόσμο αλλά και την πραγματικότητα
Ύστερα ουκ ολίγοι νέοι αναζητούσαν
Σ' αυτό το δάχτυλο την έγερση να εννοήσουν
Να βιώσουν, να αφυπνισθούν.



από το βιβλίο:


Δεν υπάρχουν σχόλια: