XVIII
If I have harboured love within my breast,
'Twas for my comrades of the dusty day,
Who with me watched the loitering stars at play,
Who bore the burden of the same unrest.
Αν έχω αγάπη κρυμμένη στο στήθος μου μέσα,
Για τους συντρόφους μου ήταν τής μουντής μέρας,
Που μαζί παρακολουθούσαμε τ’ άστρα να παίζουν,
Που της ίδιας αναστάτωσης σηκώσαμε το βάρος.
XIX
For once the witcheries a maiden flung –
Then afterwards I knew she was the bride
Of Death; and as he came, so tender-eyed,
I – I rebuked him roundly, being young.
Για μια φορά τα μαγικά έριξε μια κοπέλα –
Μετά ήξερα πως ήταν η νύφη
Του Θανάτου• και καθώς αυτός ερχόταν, με τόσο τρυφερά μάτια,
Εγώ – τον επέπληξα απερίφραστα, όντας νέος.
XXI
Have I not heard sagacious ones repeat
An irresistibly grim argument:
That we for all our blustering content
Are as the silent shadows at our feet.
Δεν έχω ακούσει τούς νοήμονες να επαναλαμβάνουν
Ένα ακαταμάχητα ζοφερό επιχείρημα:
Ότι εμείς, παρ’ όλες μας τις μεγαλόστομες ιδέες
Είμαστε σαν τις σιωπηλές στα πόδια μας σκιές.
XXII
Aye, when the torch is low and we prepare
Beyond the notes of revelry to pass –
Old Silence will keep watch upon the grass,
The solemn shadows will assemble there.
Ναι, όταν ο πυρσός είναι χαμηλός κι ετοιμαζόμαστε
Πέρα από τα τραγούδια τού γλεντιού για να περάσουμε –
Η Παλιά Σιωπή θα ‘ναι προσηλωμένη στο γρασίδι,
Οι σοβαρές σκιές θα συγκεντρωθούν εκεί.
XXIII
No Sultan at his pleasure shall erect
A dwelling less obedient to decay
Than I, whom all the mysteries obey,
Build with the twilight for an architect.
Κανένας Σουλτάνος για την ευχαρίστησή του δεν θα χτίσει
Μια κατοικία λιγότερο υπάκουη στη φθορά
Από εμένα, στον οποίο όλα τα μυστήρια υπακούν –
Χτίζω με το λυκόφως αντί αρχιτέκτονα.
XXV
Death leans to death! nor shall your vigilance
Prevent him from whatever he would possess,
Nor, brother, shall unfilial peevishness
Prevent you from the grand inheritance.
Ο θάνατος κλίνει προς τον θάνατο! Ούτε η εγρήγορσή σου
Θα τον εμποδίσει από οτιδήποτε θέλει να κατέχει,
Ούτε, αδελφέ, η ασεβής ευερεθιστότητα
Θα σε εμποδίσει από τη μεγάλη κληρονομιά.
XXVI
Farewell, my soul – bird in the narrow jail
Who cannot sing. The door is opened! Fly!
Ah, soon you stop, and looking down you cry
The saddest song of all, poor nightingale.
Έχε γεια, ψυχής μου – πουλί στη στενή φυλακή
Που δεν μπορεί να τραγουδήσει. Η πόρτα άνοιξε! Πέτα!
Αχ, σύντομα σταματάς, και κοιτάζοντας κάτω αναφωνείς
Το πιο θλιβερό σου από όλα τραγούδι, καημένο αηδόνι.
XXXI
No longer as a wreck shall I be hurled
Where beacons lure the fascinated helm,
For I have been admitted to the realm
Of darkness that encompasses the world.
Δεν θα βρεθώ πεταμένος πια ως ναυάγιο
Εκεί που φάροι παρασύρουν το γοητευμένο πηδάλιο,
Γιατί έχω γίνει δεκτός στο βασίλειο
Του σκότους που περιβάλλει τον κόσμο.
XXXII
Man has been thought superior to the swarm
Of ruminating cows, of witless foals
Who, crouching when the voice of thunder rolls,
Are banqueted upon a thunderstorm.
Ο άνθρωπος έχει θεωρηθεί ανώτερος από το σμήνος
Των αγελάδων που μηρυκάζουν, των ανόητων πουλαριών
Που σκύβουν όταν πέφτει η φωνή τής βροντής
Και τρώνε όταν έχει καταιγίδα.
Πηγή: gutenberg.org.
ΤΕΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου