Βραδινό
Σε μας το χρέος
να κλαίμε τους νεκρούς.
Η καρδιά μας κάτω από γρανίτη,
κάτω από χιλιάδες
τόνους θλίψη.
Η ζωή τους φευγάτες εικόνες
οι χαρές τους αέρας που πέρασε.
Θυμάσαι κι απλά
σαν επισκέπτης που φεύγει
σ ̓ αφήνουν και σβήνουν τα μάτια τους.
Κι είναι μονάχα
της ψυχής σου το βράδιασμα
που τους θυμίζει.
Εξίσωσις
Η φυγή δεν είν’ παρά στιγμές
εναλλασσόμενες: Το βραδινό
φίδι του φεγγαριού
χωμένο στην καρδιά μας,
τα πρωινά χαρούμενα αντικρίσματα,
ο ψίθυρος των φωτεινών κυμάτων,
στο ηλιοβασίλεμα.
Η φυγή δεν είναι κάτι που σου αρκεί
(ο ταχυδρόμος με παρέκαμψε
χαμογελώντας στην αγωνιώδη
επίκλησή μου).
Κι' αύριο θα προσπαθώ να συνταιριάξω
το νόημα των μελισσών
πάνω απ' τα κυπαρίσσια,
τα δεντρολίβανα που ανθούν
στον τάφο τής μητέρας μου,
το βουητό τής θάλασσας
πάνω απ' τον παγωμένο της
βυθό. Θα βλέπω
το φως να απομακρύνεται
στα βάθη μιας σπηλιάς
από ομίχλη.
Η φυγή δεν είναι παρά στιγμές.
Το πώς θα δεις πίσω απ' τα μάτια
τα χαλύβδινα, το πώς
θ' αποκριθείς στο σιδερένιο γέλιο,
στον μαύρον αρουραίο
που σε κοιτάει κατάματα.
Το πώς...
Τα πουλιά
Πέρασαν τα πουλιά...
Στην ώρα που τα βουνά σβήναν πισωπατώντας
στο σκοτάδι
… τα δυο πουλιά περάσαν.
Στην ώρα που τα νερά χλωμιάζαν ηρεμώντας
κι' είχε το βράδυ τυλιχτεί αμυδρά
με καλοσύνη
… ήρθανε τα πουλιά.
Ήρθαν… (Αμίλητα
μείναν για λίγο και με κοίταζαν).
Κι είχαν το χρώμα σκοτεινό σαν απειλή
και τα φτερά
σα δρέπανα.
Πηγή: Λογοτεχνικό Περιοδικό Ενδοχώρα, Τεύχος 15 (1962)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου