Ο Άνεμος – χτύπησε όπως ένας Άνθρωπος κουρασμένος –
Και όπως μια Οικοδέσποινα – «Πέρασε»
Απάντησα με τόλμη – μπήκε τότε
Στην Κατοικία μου μέσα
Ένας Γρήγορος – χωρίς πόδια Επισκέπτης –
Να του προσφέρεις μια Καρέκλα
Τόσο αδύνατο ήταν όσο να δώσεις
Έναν Καναπέ στον Αέρα –
Δεν είχε Κόκαλα να Τον δέσεις –
Ο Λόγος Του σαν την Προσπάθεια ήταν
Αμέτρητων Κολιμπριών καθώς ταυτόχρονα
Πετάγονται από ‘ναν υπέροχο Θάμνο –
Η Έκφρασή Του – ένα Σύννεφο –
Τα Δάχτυλά Του, καθώς Περνούσε
Μια μουσική αφήναν – όπως οι μελωδίες
Παίζονται τρεμάμενες σε Γυαλί –
Επισκέφτηκε – αν και φευγαλέα –
Τότε σαν Άνθρωπος δειλός
Πάλι, Χτύπησε – ήτανε κάτι βιαστικό –
Κι έμεινα μόνη –
The Wind – tapped like a tired Man –
And like a Host – "Come in"
I boldly answered – entered then
My Residence within
A Rapid – footless Guest –
To offer whom a Chair
Were as impossible as hand
A Sofa to the Air –
No Bone had He to bind Him –
His Speech was like the Push
Of numerous Humming Birds at once
From a superior Bush –
His Countenance – a Billow –
His Fingers, as He passed
Let go a music – as of tunes
Blown tremulous in Glass –
He visited – still flitting –
Then like a timid Man
Again, He tapped – 'twas flurriedly –
And I became alone –
436
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου